Το 1988, ο Gilbert Adair έγραψε το The Holy Innocents, το μυθιστόρημα που αργότερα κυκλοφόρησε και ως The Dreamers και αποτέλεσε τη βάση για την ομώνυμη ταινία του Bernardo Bertolucci, το 2003. Η μεταφορά του στον κινηματογράφο δεν ήταν εύκολη υπόθεση, καθώς ο Adair είχε πολλές αντιρρήσεις για πιθανή μεταφοράς της στη μεγάλη οθόνη. Τελικά, η ταινία έγινε πραγματικότητα, με τις απαραίτητες προσαρμογές, και σήμερα η ιστορία περνά στο θεατρικό σανίδι της Αθήνας, στο Σύγχρονο Θέατρο, μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Κωνσταντίνου Ρήγου.

Το πρώτο μισό της παράστασης είναι γεμάτο αναφορές στον κινηματογράφο, στη γαλλική Nouvelle Vague και στους δημιουργούς που άλλαξαν τη γλώσσα της έβδομης τέχνης, την ώρα που έξω από το διαμέρισμα των ηρώων εξελίσσεται ο Μάης του ’68. Η κινηματογραφική λατρεία, η αμφισβήτηση και η προσωπική απελευθέρωση συνυπάρχουν σε έναν κόσμο που μοιάζει να θέλει να κρατήσει την πραγματικότητα έξω από την πόρτα του. Μια ιστορία που θέτει το ερώτημα αν μπορείς να ονειρεύεσαι την επανάσταση, όταν επιλέγεις να παραμένεις εγκλωβισμένος στον δικό σου μικρόκοσμο. ‘Όλα αυτά μέσα από το πρίσμα των ηρώων που είναι δοσμένη στο λατρεύουν τον κινηματογράφο και οι δυο από αυτούς έχουν δημιουργήσει ένα παιχνίδι απομνημόνευσης των ταινιών που προκαλεί τη μνήμη τους αλλά και τα όρια του τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν αν ο ένας από τους δυο χάσουν.
Η επιλογή του έργου από τον Κωνσταντίνο Ρήγο μοιάζει απολύτως λογική. Ο ερωτισμός, τα σώματα, οι σχέσεις εξουσίας και η διερεύνηση των ορίων της ελευθερίας είναι θεματικές που συναντάμε συχνά στη δουλειά του. Δεν γίνεται, ωστόσο, εξίσου σαφές τι ακριβώς τον οδήγησε στη συγκεκριμένη ιστορία και τι έχει να προσθέσει η δική του ματιά. Η παράσταση ακολουθεί το γνώριμο θεματικό μοτίβο του σκηνοθέτη, χωρίς να αναδεικνύει έναν πραγματικά ξεχωριστό λόγο για τον οποίο το έργο έπρεπε να παρουσιαστεί σήμερα, με αυτόν τον τρόπο. Η αισθητική υπάρχει, οι αναφορές είναι εκεί, αλλά δεν αρκούν πάντοτε για να μετατρέψουν την οικειότητα του υλικού σε μια ιδιαίτερη θεατρική πρόταση.
Οι τρεις ηθοποιοί δεν είναι άστοχοι ερμηνευτικά, χρειάζονται όμως περισσότερο δέσιμο μεταξύ τους ή μια πιο σαφή καθοδήγηση. Οι ρόλοι απαιτούν μια χημεία που να κάνει πιστευτές την οικειότητα, την εξάρτηση, τη ζήλια και τις διαρκείς μετατοπίσεις ισορροπιών. Καθώς η παράσταση προχωρά, η Ινώ Αθανασιάδου κερδίζει σταδιακά τις εντυπώσεις, όσο ο ρόλος της ξεδιπλώνεται και αποκαλύπτει τις αντιφάσεις του. Ο Νικόλας Χαλκιαδάκης προσφέρει μια σταθερότητα στη παράσταση που είναι αναγκαία αλλά δεν τον αφήνει απαραίτητα να ξεδιπλώσει όσα μπορεί. Ο Βασίλης Μπούτσικος, από την άλλη, έχει ίσως τον δυσκολότερο ρόλο της τριάδας, ακροβατώντας ανάμεσα στην αποστασιοποιήση και την επιθυμία, στην παρατήρηση και την εμπλοκή. Σε ορισμένες εκλάμψεις δείχνει να αντιλαμβάνεται το εύρος του χαρακτήρα και να πλησιάζει αυτό που θα μπορούσε να είναι μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία, χωρίς να διατηρεί σταθερά αυτή τη δυναμική σε όλη τη διάρκεια.

Και μετά είναι το γυμνό. Μια συνθήκη που θα έπρεπε να αποτελεί απολύτως φυσιολογικό μέρος της θεατρικής αφήγησης, εξακολουθεί να λειτουργεί ως πόλος έλξης, συχνά για τους λάθος λόγους. Η περιέργεια υπερισχύει της ουσιαστικής παρακολούθησης και ορισμένοι θεατές μοιάζουν να περιμένουν απλώς τις συγκεκριμένες στιγμές, αδιαφορώντας για όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αυτή η ηδονοβλεπτική διάθεση τελικά αδικεί τόσο τη σκηνική πράξη όσο και την ίδια την ιστορία. Ευτυχώς, η παράσταση δεν χρησιμοποιεί το γυμνό επιπόλαια ή ως εύκολο τέχνασμα εντυπωσιασμού. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαίο συστατικό της αφήγησης και των χαρακτήρων, ενταγμένο σε ένα παιχνίδι πρόκλησης των ορίων και αμφισβήτησης των κοινωνικών συμβάσεων.
Το The Dreamers παραμένει μια ιστορία βαθιά συνδεδεμένη με το σήμερα, γιατί μιλά για ανθρώπους που ονειρεύονται την επανάσταση, αλλά δυσκολεύονται να εγκαταλείψουν την ασφάλεια του προσωπικού τους μικρόκοσμου. Η θεατρική μεταφορά του Κωνσταντίνου Ρήγου στέκεται αξιοπρεπώς απέναντι στο υλικό, χωρίς όμως να αναδεικνύει όλη τη δυναμική του. Και κάπως έτσι, μια ιστορία που μιλά για την ανάγκη να γκρεμίσεις τα όρια καταλήγει να μένει η ίδια μέσα σε αυτά. Γιατί, τελικά, δεν αρκεί να ανεβάζεις μια επανάσταση στη σκηνή. Πρέπει να έχεις και κάτι να επαναστατήσεις απέναντί του.
Για εισιτήρια εδώ.
Βασιλακόπουλος Χρήστος

