«Άλκη Ζέη ή ο θηλυκός Πίτερ Παν των παιδικών μας χρόνων..;» | Πάστα Φλώρα

Πρωί 28ης Φεβρουαρίου…Κάνοντας το πρωινό μου σκρολλάρισμα στην αρχική του Facebook, πέφτω πάνω σε ανάρτηση μιας φίλης… «Καλό ταξίδι Άλκη Ζέη». Κατευθείαν νιώθω μια λύπη και ένα ρίγος να με διαπερνά. Ένιωσα σαν να ράγισε ένα κομμάτι των παιδικών μου αναμνήσεων που βυθίζονταν στους κόσμους που έπλαθε σε κάθε της παραμύθι. 

Η Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1923. Ζει τα παιδικά της χρόνια στον τόπο καταγωγής της μητέρας της, την Σάμο, μαζί με τους παππούδες της και την μεγαλύτερη αδελφή. Η μητέρα της εκείνη την περίοδο αναρρώνει από την ασθένεια της φυματίωσης στο σανατόριο της Πάρνηθας. Οι αναμνήσεις που της αφήνει αυτή η περίοδος είναι η θάλασσα, οι αγροί του νησιού και ο μορφωμένος παππούς της να απαγγέλει Οδύσσεια και να ψέλνει βυζαντινούς ύμνους. Από 10 χρονών καταλαβαίνει ότι θέλει να γίνει συγγραφέας. Σε ηλικία 14 χρονών επιστρέφει στην Αθήνα και ξεκινάει την φοίτησή της στην ιδιωτική σχολή Ιόνιος, όπου και γνώρισε την φίλη της Ζώρζ Σαρή. Γράφει για την εφημερίδα του σχολείου, με αρχισυντάκτρια την Ελένη Βακαλό και τα τελευταία τρία χρόνια του γυμνασίου, η καλλιτεχνική της ανησυχία, την οδηγεί και στην ιδιωτική σχολή Αηδανοπούλου.

Εκείνη την περίοδο ο αδελφός της μητέρας της, Πλάτων Σωτηρίου, παντρεύεται την γνωστή συγγραφέα Διδώ Σωτηρίου, γεγονός το οποίο βοηθάει την Άλκη Ζέη να ασχοληθεί με την τέχνη της συγγραφής. Κατά την διάρκεια της φοίτησής της στην Σχολή Αηδανοπούλου, συμμετέχει στον όμιλο κουκλοθεάτρου της σχολής της, που διευθύνει η καθηγήτρια τέχνης, Ελένη Περράκη-Θεοχάρη. Αυτή η επαφή με το κουκλοθέατρο είναι αρκετή για να ξεκινήσει την συγγραφή έργων για αυτό το είδος θεάτρου. Η φαντασία της νεαρής συγγραφέως αρχίζει να πλάθει τους δικούς τις χαρακτήρες. Ο χαρακτήρας Κλούβιος-ένα ναυτάκι που έκανε κόλαση την ζωή του Οδυσσέα- είναι ένας από τους πιο γνωστούς χαρακτήρες που πλάθει η Ζέη και αγαπιέται από το παιδικό –και όχι μόνο- κοινό.

Κατά την διάρκεια της κατοχής σπουδάζει φιλοσοφία του θεάτρου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και υποκριτική στην δραματική σχολή του Εθνικού Ωδείου Αθηνών. Κατά την διάρκεια της φοίτησής της στην δραματική σχολή γνωρίζει τον μελλοντικό της σύζυγο, Γιώργο Σεβαστίκογλου, θεατρικό συγγραφέα, με τον οποίο και παντρεύεται δύο χρόνια αργότερα.

Το 1948 ο σύζυγός της έπειτα από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος στον Εμφύλιο, διαφεύγει στην Τασκένδη. Η Ζέη στην προσπάθεια της να τον ακολουθήσει, συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο νησί της Χίου, λόγω πολιτικών πεποιθήσεων. Μετά από προσπάθειες έξι ετών και αφού έχει μείνει για αρκετό καιρό στην Ιταλία, επανασυνδέεται με τον σύζυγο της στην Τασκένδη. Αποκτούν δύο παιδιά, την Ειρήνη και τον Πέτρο. Στην Μόσχα, όπου είχαν μετακομίσει το 1957, η Ζέη σπουδάζει στο τμήμα σεναριογραφίας του Ινστιτούτου Κινηματογραφίας. Το 1964 επιστρέφει στην Ελλάδα και ξαναφεύγει μετά από τρία χρόνια με τον ερχομό της Χούντας. Αυτή την φορά προορισμό της είχε το Παρίσι. Στην Ελλάδα επιστρέφει οριστικά όταν πέφτει η απριλιανή δικτατορία.

Κατά την διάρκεια της παραμονής της στην ΕΣΣΔ, συνεχίζει το γράψιμο και μια σειρά παιδικών διηγημάτων της δημοσιεύονται στο περιοδικό Νεανική Φωνή, που έχει ως συντάκτη επιτροπής τον Μάριο Πλωρίτη, τον Τάσο Λιγνάδη και τον Κωστή Σκαλιώρα. Το 1963 γράφει στην κουζίνα του σπιτιού, το πρώτο της έργο που έχει τον τίτλο Το καπλάνι της βιτρίνας, έργο που μεταφράζεται σε 33 χώρες. Πρόκειται για έναν κήπο βιωμάτων και αναμνήσεων από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Παρά τις πολιτικές αναφορές και πιο συγκεκριμένα στη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, το παιδικό μυθιστόρημα δεν χαρακτηρίστηκε ποτέ πολιτικό βιβλίο. Το 1971, όσο ήταν αυτοεξόριστη με την οικογένεια της, στο Παρίσι, γράφει τον Μεγάλο περίπατο του Πέτρου, με θέμα τη Κατοχή και την απελευθέρωση. 

«Όταν άρχισα να γράφω δεν ήξερα ότι έγραφα για παιδιά. Όταν άρχισα να γράφω το Καπλάνι της βιτρίνας το έκανα γιατί ήθελα να διηγηθώ στα παιδιά μου για το πώς μεγάλωσα εγώ με την αδελφή μου. Πάντα ιστορίες από τη ζωή μου τους έλεγα. Ποτέ παραμύθια. Τότε ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες στη Μόσχα και ήθελα τα παιδιά μου να μάθουν για την Ελλάδα. Δεν ήθελα να τους λέω παραμύθια και έτσι άρχισα να τους λέω για το τι έκανα εγώ και η αδελφή μου. Και όταν τελείωσα και το έστειλα στην Ελλάδα, και ο εκδότης δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν και έγραψε πως είναι βιβλία για νέους. Τότε δεν είχαν συνηθίσει βιβλία που να μιλάνε για δικτατορία. Κυνηγήθηκε πολύ το βιβλίο. Μετά τη μεταπολίτευση πήρα την κανονική του θέση. Εγώ δεν είχα καταλάβει ότι έκανα πολιτική. Έγραφα για τα παιδικά μου χρόνια. Πάντα ήθελα να γυρίσω. Και πάντα έφευγα». Είχε δηλώσει χαρακτηριστικά όταν είχε ερωτηθεί ποια γεγονότα στάθηκαν ως αφορμή για να γράψει το πρώτη της έργο.

Μαζί με τη Ζωρζ Σαρή καθιέρωσε ένα νέο στυλ στο νεανικό μυθιστόρημα, τόσο από την άποψη του ζωντανού, αυτοβιογραφικού ύφους όσο και της εισαγωγής του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος. Το εφηβικό μυθιστόρημα Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της κέρδισε το 2003 το βραβείο εφηβικού μυθιστορήματος του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου ενώ το 2004 η Ζέη ήταν υποψήφια για το βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και το βραβείο Άστριντ Λίντγκρεν λογοτεχνίας. Το Βραβείο Mildred L. Batchelder της απονεμήθηκε για τις εκδόσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες των έργων της Το καπλάνι της βιτρίνας, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου και Κοντά στις ράγες. Συνολικά τα έργα της Ζέη έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες. Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της. 

Η έναρξη και το τέλος ενός έργου είναι αναμφισβήτητα τα πιο δύσκολα κομμάτια κατά την συγγραφή. Η Άλκη Ζέη αντλούσε τις ιδέες της καθώς κυκλοφορούσε στην πόλη ή στην εξοχή. Ενώ το σώμα της βρισκόταν ανάμεσα στον κόσμο, το μυαλό της ταξίδευε στους μελλοντικούς κόσμους και γνώριζε τους χαρακτήρες των επόμενων έργων της. Για την συγγραφή κάθε έργου έβρισκε πρώτα τον τίτλο και την τελευταία φράση και οι υπόλοιπες λέξεις ακολουθούσαν μετά. Δεν ήθελε να γράφει στην ησυχία της, μοναχή της, αλλά και πάλι ήθελε να γράφει μέσα στον κόσμο ακούγοντας φωνές και ήχους.

Η Άλκη Ζέη έφυγε από την ζωή το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου 2020, σε ηλικία 97 ετών. Της οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μας για τα υπέροχα έργα που άφησε πίσω της να μας συντροφεύουν και να μας θυμίζουν τα δικά μας παιδικά ανέμελα χρόνια, όσο και αν έχουμε μεγαλώσει.

                                                                                                                                Χριστίνα Μαραβελή

See Also
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top