Υ.Γ.: Από τον Χατζιδάκι | Πάστα Φλώρα

Γράφει ο Σταμάτης Παρασκευάς

Μάνος Χατζιδάκις (ο). Γεννηθείς στην Ξάνθη, βραβευμένος και αρνητής Όσκαρ μουσικής, πολύπλευρη καλλιτεχνική προσωπικότητα. Μια αναδρομή στο διαδίκτυο και συνδυαστική ανάγνωση πηγών, σίγουρα θα αποτελέσει μια πανέμορφη ασχολία για απογευματινή ραστώνη με καφέ ή λίγο αλκοόλ και συνοδεία μουσικές από την “Οδό Ονείρων”, την “Εποχή της Μελισσάνθης”, “Το Χαμόγελο της Τζοκόντας”, τη “Λαϊκή Αγορά”, τις “Μπαλάντες της οδού Αθηνάς”, τη “Ρυθμολογία” ή τη “Μυθολογία” του.

Εδώ θα κάνουμε μιαν αναδρομή σε κάτι ιδιαίτερο από την εργογραφία του: αποσπάσματα από τα εισαγωγικά κείμενα που συνόδευαν τους δίσκους, γραμμένα από τον ίδιο με την ιδιαίτερη συναισθηματική οξυδέρκειά του.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (α)

*Όταν έρχονται τα σύννεφα

Τα σύννεφα πυκνά-πυκνά μαζεύονται κι απειλούν την ισορροπία μου σ’ έναν αβέβαιο κόσμο. Ας μπορούσα να τα σταματήσω. Ας μπορούσα να διαφύγω μέσα από μια στενή λουρίδα ουρανού. Πού θα με πήγαινε και ποιον θα συναντούσα εκεί; Όμως τα σύννεφα έχουν μαυρίσει τον ορίζοντα, την πόλη, την καρδιά μου και κάθε ελπίδα έχει χαθεί. Τα σύννεφα είναι κατάρα κι απειλή. Τα σύννεφα με σκεπάζουν. Κι είναι σιωπή.

“Ο οδοιπόρος, το Μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης”

Ο Μύθος

Ο Οδοιπόρος περπατάει αδιάκοπα νύχτα και μέρα. Προσπαθεί να μη θυμάται και να μη βλέπει γύρω του. Ξάφνου σε κάποιαν ερημιά συναντάει το Μεθυσμένο Κορίτσι να κλαίει ολομόναχο. Το πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει, μα εκείνο ευθύς βγάζει από τον κόρφο του ένα μαχαίρι και σαν αστραπή του κόβει το κεφάλι. Πέφτοντας καταγής το σώμα του Οδοιπόρου, μεταμορφώνεται και γίνεται ο Αλκιβιάδης. Κι από τη στιγμή εκείνη, ο Αλκιβιάδης ψάχνει να βρει μέσα του τον Οδοιπόρο. Το Μεθυσμένο Κορίτσι βυθίζεται σ’ ένα πηγάδι για να ενωθεί με το είδωλο ή του Οδοιπόρου ή του Αλκιβιάδη -αυτό ποτέ δε θα το μάθει. Και ο Οδοιπόρος αδιάκοπα θα τριγυρνά μέσα στο σώμα του Αλκιβιάδη και μέσα στα οράματα του βυθισμένου κοριτσιού.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (β)

*Κοντέσα Εστερχάζυ

Απ’ το ανοιχτό παράθυρό μου κοιτάζω τα σύννεφα που πέφτουν στάλες -χωρίς να καταλάβω αν είναι απ’ τα μάτια μου ή από τον ουρανό- στα λουλούδια που καλλιεργεί στο δικό της παράθυρο η κοντέσα Εστερχάζυ, ακριβώς κάτω από το δικό μου δωμάτιο.

Ο γιος της κοντέσας, μαθητής, που διάβαζε στο παραθύρι, είδε τις στάλες, γύρισε και με κοίταξε και μου χαμογελάει. Η κοντέσα έκλεισε βιαστικά το παράθυρο, τον πήρε μέσα και του ‘δειξε τα σκυθρωπά πορτραίτα των προγόνων του θυμίζοντάς του πως ποτέ ένας Εστερχάζυ δεν χαμογελάει στον ουρανό.

“Η Εποχή της Μελισσάνθης” (α)

Μία πρώτη ανάγνωση

Λίγο μετά τον πόλεμο, είδα σε μιαν εφημερίδα -κίτρινη τη θυμάμαι, σαν όλες τις εφημερίδες- μιαν είδηση χαμένη μέσα στις πολλές, απ’ την κατεστραμμένη Γερμανία. Έλεγε για μια γυναίκα που ο πόλεμος της είχε αρπάξει όλους τους δικούς της και για να επιζήσει έρημη καθώς ήταν, πουλούσε έρωτα μες στο ερειπωμένο υγρό λιμάνι του Αμβούργου. Και ένα βράδυ, όπως τριγύριζε στους σκοτεινούς δρόμους του λιμανιού, γνωρίζει ένα στρατιώτη, νέο παιδί και άρρωστο σχεδόν, που επέστρεφε από την αιχμαλωσία. Πηγαίνουν για έρωτα σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο και πάνω στο κρεβάτι, από ένα φυλαχτό που είχε κρεμασμένο στον λαιμό του τον αναγνώρισε -ήταν ο γιος της. Τρέχει έξαλλος αυτός και πνίγεται στα κρύα νερά του λιμανιού. Κι εκείνη, που το μυαλό της σάλεψε, απόμεινε τρελή ν’ αποζητάει το γιο της στο λιμάνι. Εδώ τελειώνει η είδηση.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (γ)

*Η παρθένα της γειτονιάς μου

Την ίδια ώρα οι γείτονές μου, περίεργοι, έκπληκτοι και βιαστικοί, μαζευόντουσαν στην εκκλησιά να δουν το θαύμα που από στόμα σε στόμα είχε μαθευτεί. Η Παναγία κλαίει. Τρέχω κι εγώ, μα από τον κόσμο δεν μπορώ να μπω. Όλοι μιλούν με φόβο και με περιέργεια για το θαύμα. Είναι η μοναδική Παναγία της πολιτείας που κλαίει κι είναι πολύ για τη μικρή κι ασήμαντη γειτονιά μας. Παρακαλώ για να μ’ αφήσουνε να μπω, θέλω να δω, με σπρώχνουν, με πατούν, πονώ, ίσαμε που άρχισα να κλαίω κι εγώ.

Μα ξαφνικά σαν μ’ είδανε να κλαίω, όλοι τους γύρω μου φτιάξανε κύκλο και σιγά σιγά απομακρυνόντουσαν από κοντά μου ταραγμένοι αφήνοντάς με μόνη στο κέντρο ενός κύκλου που ολοένα μεγάλωνε, κι εγώ να κλαίω, να κλαίω και να γίνονται ένα μικρό σημάδι της πολιτείας, ενώ αυτοί να φεύγουν και να χάνονται στους γύρω δρόμους ψελλίζοντας: η Παναγία κλαίει.

“15 Εσπερινοί”

Εσπερινός σημαίνει ευλάβεια Ήλιου,
καθώς γυρίζει ευαίσθητος μέσα στην πόλη, γεμάτος από τις αναμνήσεις των ετών, που τέλος γέρνει στο πλάι ν’ αποκοιμηθεί, αφήνοντας τριγύρω του ηχώ φωτός, αποκαλυπτικές διαθέσεις και μια λεπτότατη ευωδιά αγάπης.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (δ)

*Βροχή

Τότε με είδε ο ουρανός κι έκλαψε κι αυτός. Μια καταιγίδα ξέσπασε κραυγάζοντας κι ενώθηκε με τις κραυγές και τις δικές μου και καθενός που βρέθηκε σ’ αυτή την όλη μοναχός.
Ίσαμε που ένα σφύριγμα σκίζει την πολιτεία στα δυο και ξεψυχάει στα πόδια μου, αφήνοντας να διαφανεί ο παλιός ήχος από ένα τσέμπαλο, που μες στην νύχτα με οδήγησε στο εσωτερικό ενός σιωπηλού σπιτιού -ενός σπιτιού που κατοικεί η μητέρα μου.

“Ο Μεγάλος Ερωτικός”

Ο Μεγάλος Ερωτικός είναι ένα λαϊκός θεός που ζει στη φαντασία μας απ’ τη στιγμή που γεννιόμαστε ίσαμε να πεθάνουμε, όμορφος, εφηβικός και αδιάκοπα ζωντανός. Ο Μεγάλος Ερωτικός δε φοράει γραφικά τοπικά ρούχα. Φοράει δικά του που συνθέτουν δύσκολους συνδυασμούς ήχων, ανάλαφρων χρωμάτων και ποιητικών ονείρων. Δεν περιέχει μηνύματα που εύκολα τα σβήνουν οι βροχές. Δεν αντιστέκεται.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (ε)

*Προσωπογραφία της μητέρας μου

Η μητέρα μου είναι γλυκιά και τρυφερή και μ’ αγαπάει. Θα ‘θελε να ‘χε σταματήσει ο χρόνος εκείνη τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ ούτε μπορεί να τη σταματήσει.
Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενική και τρυφερή να καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη.

“Η Εποχής της Μελισσάνθης” (β)

Μια δεύτερη ανάγνωση

Χρονικό ενός καιρού, οι πρώτες μέρες της απελευθέρωσης, με ανεξίτηλες αυτοβιογραφικές εικόνες. Σαν το ρολόι στο καπηλειό με τους δυο φίλους που ζητάν δραματικά κι επίμονα να σταματήσουνε τον Χρόνο ή εκείνο το γίλο που τον χάσαμε σχεδόν παιδεί -τον λέγαν Έκτορα Οικονομίδη και ήταν είκοσι χρονών όταν τον τύφλωσαν και τον θανάτωσαν οι Γερμανοί στο Χαϊδάρι, αφού βέβαια τον πρόδωσαν οι “εθνικόφρονες” εκείνου του καιρού. Και εικόνες άπειρες με σιδεριές από κατεστραμμένα σπίτια σαν χέρια αιχμηρά που να ζητάν ελεημοσύνη από τον ουρανό.

Και μάνες να γυρεύουν τα παιδιά τους πάνω στις καμένες στέγες μ’ ένα πλήθος που να κραυγάζει έξαλλα κι αλλοπρόσαλλα συνθήματα. Μες στον αλαλαγμό, ρωτούσαμε και ψάχναμε να βρούμε τη Μελισσάνθη, σύμβολο ιδανικών αλλοτινών καιρών. Μα η Μελισσάνθη δε βρισκόταν πουθενά. Γιατί αν τη βρίσκαμε, ίσως να μην επέτρεπε τους φόνους του Τζων Κένεντυ και του Λούθηρου Κινγκ. Δε θ’ αφηνε να γίνει το Βιετνάμ χώρα της βίας και της χαμένης ανθρωπιάς, τη Χιλή να αιμορραγεί στη δύση του Ηλίου και την Αργεντινή να χορεύει τανγκό με τον ρυθμό των πολυβόλων. Οι νέοι της Αμερικής του ’60 ανακάλυψαν τον Ντέμιαν και τα νεκρά παιδιά του Μάλερ κι εκείνο το ερωτικό παιδί από τη βενετία. Όμως η πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης εξακολουθεί να παρασέρνει τον κόσμο μας στον τελικό του αφανισμό. Και η Μελισσάνθη, αφού τραγούδησε μια τελευταία φορά τη τραγική Λιλή Μαρλέν, χάθηκε στα σκοτάδια των καιρών. Οριστικά.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (στ)

*Το κονσέρτο

Βρίσκομαι σε μιαν αίθουσα συναυλιών.
Παίζουν Βιβάλντι και με το πρώτο θέμα βλέπω το κάθισμά πλάι μου αδειανό. Αρχίζω να σε φτιάχνω με την φαντασία μου και να σε βλέπω πλάι μου ν’ ακούς μαζί μου μουσική. Όμως έρχεται το πάλι το πρώτο θέμα και μου δείχνει το κάθισμά σου αδειανό. Σε ξαναφτιάχνω με αγωνία και για να μη μου φύγεις πιάνω το χέρι σου και στο κρατώ μες στο δικό μου, ίσαμε που ‘ρχεται ξανά το πρώτο θέμα κι αφήνει άδειο το κάθισμά σου.

Χαϊδεύω τ’ άδειο κάθισμα που ‘ναι ζεστό απ’ το κορμί σου, αρχίζω πάλι πλάι μου να νιώθω την αναπνοή σου, αλλά το πρώτο θέμα οριστικά, τυραννικά κι απελπισμένα μου φανερώνει την αλήθεια.

Εγώ είμαι μόνη, το κάθισμα άδειο κι εσύ δεν υπάρχεις.

“Ρωμαϊκή Αγορά”

απόσπασμα
[…]

Μα υπάρχει μια ιστορία που αξίζει να σας διηγηθώ, μια και θ’ ακούσετε το “Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς”. Στη διάρκεια της Κατοχής ακούγαμε ένα τραγούδι, που, ιδιαίτερα σ’ εμένα, με είχε συγκλονίσει. Τη Λιλή Μαρλέν. Ένα κορίτσι που κάθε βράδυ πήγαινε στους στρατώνες και όλοι τη φώναζαν με τ’ όνομά της. Ώσπου, ένα βράδυ, βγαίνοντας έξοδο οι στρατιώτες δεν τη βρίσκουν. Η Λιλή Μαρλέν είχε πεθάνει. Και οι στρατιώτες λυπημένοι τραγουδούσαν το τραγούδι της, γνωρίζοντας πως δε θα την ξαναδούν ποτέ.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (ζ)

*Ο κ. Νολλ

Βγαίνοντας με πλησιάζει ένα ξανθό νέο παιδί. Όλοι από γύρω μας εξαφανίστηκαν και μείναμε μόνοι οι δύο και αυτός να με κοιτάζει λίγο θλιμμένα και λίγο ειρωνικά. Μου λέει:

“Είμαι μια περίπτωση Νέου, που θα ‘θελε να σας γνωρίσει”. Του απαντώ πως είμαι ολομόναχη και πως δεν είμαι έτοιμη να τον δεχτώ. Κι ήθελα τόσο πολύ -μα δεν τολμούσα. Εκείνος μου χαμογέλασε, είπε “Κρίμα”, και άφησε στα χέρια μου μια κάρτα του, μα ώσπου να δω τι έγραφε, είχε εξαφανιστεί.

Η κάρτα είχε εξαφανιστεί.

Η κάρτα είχε τυπωμένες δυο μόνο λέξεις: Νολλ, ο Θάνατος.

“Πορνογραφία”

Πορνογραφία είναι το υποκατάστατο της ερωτικής επικοινωνίας και σε προέκταση, το υποκατάστατο της κάθε ανθρώπινης επικοινωνίας. Το υποκατάστατο των λέξεων και των εννοιών. Το υποκατάστατο της αλήθειας.

Πορνογραφία είναι η πλαστρογράφηση των λέξεων και των εννοιών. Η πλαστρογράφηση της αλήθειας. Η πλαστή ταυτότητα της κάθε αλήθειας.
Πορνογραφία πραγματοποιούν τα κόμματα και οι πολιτικές παρατάξεις, οι επονομαζόμενες “προοδευτικές”, που οικειοποιούνται αυθαίρετα και με θρασύτητα την κάθε αναμενόμενη ιστορική αλλαγή και μ’ έντεχνη δολιότητα διαβρώνουν το κοινό αίσθημα και την κοινή λογική, καθιστώντας έτσι το πλήθος, τη μάζα, όργανο για κάθε καιροσκοπική και ανελεύθερη επιδίωξή τους.

Πορνογραφία είναι ο Χοεμεϊνισμός, αρρώστια του καιρού μας, η δημιουργία ενός απέραντου στρατοπέδου απελπισμένων […]

Πορνογραφία είναι ακόμη η δολοφονία του αθώου βλέμματος χιλιάδων παιδιών της οικουμένης, ο εθισμός του κόσμου μας με το τραμχτικό, η καλοζωισμένη αναισθησία μας στου διπλανού τον πόνο. Κι αυτά όλα στ’ όνομα των αλλαγών και του μέλοντος. Για να θυμάμαι πάντα τα λόγια ενός μαύρου φίλο μου στην Καλιφόρνια: “Όσοι δεν μπορούν ν’ αγαπήσουν τον πλαϊνό τους επιδιώκουν ν’ αγαπήσουνε τον κόσμο”.
Πορνογραφία, τέλος, είναι ένα παιχνίδι ευαισθησίας με λέξεις, μουσική και χρώματα που περιγράφει έναν κόσμο απίθανο από την Μέριλυν Μονρόε και τη Ρόζα Λούξενμπουργκ, από τον Σέρλοκ Χολμς στη Σαπφέτ νοτερό. Που περιβάλλει εσάς κι εμένα, τους φίλους μας και τους εχθρούς μας, τον παραλογισμό μας και τη σοφία μας.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (η)

*Οι δολοφόνοι

Αυτόματα γύρω μου αστράψανε φώτα πράσινα, κόκκινα, πορτοκαλιά, ο κόσμος πηγαινοερχόταν, μου ρίχνανε ματιές που με κορόιδευαν, μου τρύπαγαν τα σωθικά, με τις φωνές τους πρόστυχες σκίζαν τα ρούχα μου, περνούσανε βελόνες στο κορμί μου, έτρεχα να γλιτώσω, μα από παντού ξεφύτρωναν οι Δολοφόνοι.

“Η Εποχή της Μελισσάνθης” (γ)

Μια τρίτη ανάγνωση, ελληνική

Η Μελισσάνθη απόμεινε τρελή ν’ αποζητάει μοιρολογώντας τον πνιγμένο γιο της. Πώς βρέθηκε εκείνες τις μέρες στην Αθήνα; -δεν έγινε γνωστό. Όλοι ρωτούσαν, ψάχναν να τη βρουν, μαζί μ’ αυτούς κι εγώ, γνωρίζοντας πως ίσως βρισκόταν κάπου εκεί ανάμεσά μας.

Μάθαμε τέλος, πως συνάντησε τυχαία διαδηλωτές, πως την καταδιώξανε, την ποδοπάτησαν και πως της σπάσανε τα κόκαλα. Έτσι στη γη πεσμένη και νεκρή, τη βρήκανε περαστικοί και δίχως προσευχή ή ακολουθία θρησκευτική τη θάψανε βιαστικά για να προλάβουνε τη βραδινή παρέλαση και λαμπαδηφορία. Για την απελευθέρωση. Μια απελευθέρωση που έκρυβε μέσα της ένα θανατερό συμβιβασμό, τη βία και την ενοχή, την προδοσία και τη χωρίς γιατρειά τραυματισμένη ελευθερία. Μία απελευθέρωση που δεν πρόλαβε να γίνει “λαϊκή”. Την κατέγραψαν μ’ ευκολία “εθνική” και την γιορτάζουνε στα Δημαρχεία και τις Νομαρχίες.

“Σου σπάσανε τα κόκαλα τ’ ασθενικά παιδιά μας”, αναστροφή του Σολωμικού “Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά”. Που βρίσκεται η αλήθεια της νεοελληνικής μας ελευθερίας; Βέβαια και στους δύο αυτούς στίχους. Αδιάκοπα, διαδοχικά και παρανοϊκά.

Η εποχή της Μελισσάνθης τέλειωσε. Σήμερα ζω για πάντα το χαμό της. Κι ο κόσμος μας δεν πάει να γίνει καλύτερος. Με όλα όμως αυτά, δε θέλω να δώσω ιστορικές διαστάσεις στη Μελισσάνθη και στην εποχή της. Επιθυμώ να καταγράψω μόνο την προσωπική μου περιπέτεια και συμμετοχή στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου, έτσι καθώς την έζησα μέσα από το σπίτι μου και μέσα από την πόλη που εξακολουθώ να ζω.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (θ)

*Βραδινή Επιστροφή

Τέλος, βρέθηκα στην απομακρυσμένη γειτονιά μου, σκισμένη, ματωμένη και τσακισμένη, χωρίς ζωή, να περπατώ στον έρημο μα γνώριμό μου δρόμο, μ’ όλα τα σπίτια σιωπηλά, να με κοιτάζουν εχθρικά να προσπερνώ, θλιμμένη αβάσταχτα, γιατί δε σταμάτησα τη στιγμή που θέλησε η μητέρα μου, γιατί δεν είπα “ναι” στον κ. Νολλ, γιατί δεν άφησα να μ’ αφανίσουν οι δολοφόνοι.
Τώρα ένας έναστρος μα παγωμένος ουρανός με συνθλίβει και με κάμει να τρέχω σέρνοντας τα βήματά μου προς το σπίτι μου.

“Αθανασία”

Η ιδέα του θανάτου οδηγεί τον αληθινά ελεύθερο άνθρωπο στο να αντιληφθεί βαθιά μέσα του, πως η ύπαρξή Του έχει ημερομηνία λήξεως. Ο Άνθρωπος οφείλει να συμφιλιωθεί με την ιδέα αυτή κι όχι ν’ αγκιστρώνεται από τη ζωή σε σημείο που να μη θέλει να φύγει -πράγμα που όλες οι θρησκείες εκμεταλλεύονται υποσχόμενες μελλοντική κι ατέλειωτη ζωή. Κι όμως είσαι τόσο απλό, γι’ αυτό και τόσο δύσκολο.

“Το χαμόγελο της Τζοκόντας” (ι)

*Χορός με τη σκιά μου

Σαν μπήκα σπίτι μου άρχισα να χορεύω.
Ο ήχος μιας μπάντας με παρασύρει.

Σκίζω τον τοίχο, βρίσκομαι στους δρόμους, χρωματισμένους εφιαλτικά κι οι μπάντες να χτυπάνε τους ρυθμούς τους ξέφρενα, ενώ εγώ χάνομαι μες στο χρόνο, μόνη έρημη, αινιγματική, μεσ’ από κει που ήρθα, αφήνοντας πίσω μου ένα χαμόγελο παντοτινό στη μνήμη των ανθρώπων.

Γιατί κανίς ποτέ δε θα γνωρίσει αν ήρθα, αν έφυγα κι αν πράγματι κάποτε υπήρξα τυχαία ανάμεσά τους.

Μάνος Χατζιδάκις (ο). Φεύγει σαν σήμερα το 1994.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top