ΔΕΠ-Υ στην παιδική ηλικία | Πάστα Φλώρα

Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/ υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) σχετίζεται με ευρείες διαφοροποιήσεις ιδιοσυγκρασίας και λειτουργικά προβλήματα στο σχολείο, σπίτι και κοινωνικές δραστηριότητες. Αυτή η ομάδα παιδιών μοιράζεται ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, όπως περιορισμένο εύρος παρατεταμένης προσοχής, χαμηλό έλεγχο ώθησης και κινητικότητας. Ενώ παρατηρούνται ανώμαλα σύνδρομα, όπως σοβαρή ανάπτυξη, απόσπαση της προσοχής και της σκέψης, που προκαλούν δυσλειτουργία στην μάθηση.

Σύνηθες αποτελεί η σχέση της συμπτωματολογίας της διαταραχής με τη σηματοδότηση προδιάθεσης για ατυχήματα, ένταση διαπροσωπικών σχέσεων, λοιπές διαταραχές και ακατάλληλη συμπεριφορά. Ωστόσο, εκτός από τη σχετιζόμενη κλινικά προσανατολισμένη διαταραχή στα παιδιά, το ΔΕΠ-Υ συνδέεται παράλληλα και με άλλα χαρακτηριστικά στην ενηλικίωση, όπως χρήση ουσιών (ναρκωτικά ή αλκοόλ), κοινωνικο-γνωστικές διαταραχές, αντικοινωνική συμπεριφορά και προβλήματα διαγωγής (Sama, 2020).

Σύμφωνα με τα κριτήρια του DSM-V, ανάλογα με τα συμπτώματα και τα χαρακτηριστικά που κατέχουν αυτά τα παιδιά, κατανέμονται σε δυο τομείς: Απροσεξίας και Υπερκινητικότητας/Παρορμητικότητας δημιουργώντας έτσι τους τρεις τύπους της διαταραχής: συνδυασμένος, απρόσεκτος και υπερκινητικός/παρορμητικός. Από την άλλη τα κριτήρια σύμφωνα με το ICD-10 για την υπερκινητική διαταραχή (ΥΔ), είναι πιο συγκεκριμένα και προσδιορίζουν ένα υποσύνολο βαριά πασχόντων ασθενών που πληρούν τα κριτήρια του συνδυασμένου τύπου κατά DSM-IV-TR. Παρόλα αυτά με βάση το ICD-10 δεν υφίσταται επικείμενη συννοσηρότητα (Πεχλιβανίδης και συν, 2012)

Το ΔΕΠ-Υ ξεκινάει στην ηλικία των 12 ετών παρόλα αυτά παρατηρούνται συμπεριφορές και χαρακτηριστικά και πριν την ηλικία αυτή. Σε κάθε περίοδο της ζωής ενός ανθρώπου με ΔΕΠ-Υ, τα χαρακτηριστικά της διαταραχής αλλάζουν μορφή ανάλογα με την αναπτυξιακή του πορεία (Barnard et al., 2013). Σύμφωνα με τον Wilmshurst (2009) ενώ η διάγνωση πριν την ηλικία των τριών ετών είναι αρκετά δύσκολη, αναδρομικές συνεντεύξεις εντόπισαν πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια, τα οποία εν δεικνύουν αυξημένο κίνδυνο για ΔΕΠ-Υ μεταγενέστερα.

Στην βρεφική ηλικία συνήθως παρατηρείται ποικιλομορφία αντιδράσεων και ενεργειών, έτσι ορισμένα βρέφη εμφανίζουν δυσκολίες στον ύπνο (ανησυχία, ξύπνημα σε άτακτα χρονικά διαστήματα και δυσκολία ακολούθησης προγράμματος ύπνου), στο φαγητό (ασταθής συχνότητα γευμάτων, δυσκολία στη κατανάλωση κατάλληλης ποσότητας φαγητού, δυσκολία στο πέρασμα από το ένα σχήμα τροφής στο άλλο, κυρίως από το γάλα σε στερεά τροφή), συνεχές κλάμα και εύκολη αναστάτωση.

Σύμφωνα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά και νοουμένου την ιδιοσυγκρασία των βρεφών, τα παραπάνω παιδιά ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να δημιουργήσουν ασφαλή προσκόλληση με τους φροντιστές τους (Barnard et al., 2013)

Στην νηπιακή/προσχολική περίοδο παρατηρούνται κοινωνικές δεξιότητες και προσαρμοστική συμπεριφορά, ακατάπαυστη κίνηση δίχως ένδειξη κούρασης, παραβίαση ορίων που θέτουν οι γονείς, αδυναμία τήρησης πιθανής αναστολής των ακατάλληλων αντιδράσεων και μειωμένου αυτοελέγχου, πρόκληση συγκρούσεων με τους γονείς, αδυναμία διαχείρισης μητέρας, της συμπεριφοράς του παιδιού πράγμα που οδηγεί σε άγχος και κατάθλιψη (Barkley et al., 1996).

Στην σχολική ηλικία παρατηρούμε ξέσπασμα θυμού και έλλειψη συμμόρφωσης, αδυναμία παραμονής στη καρέκλα μέσα στη τάξη, ενόχληση άλλων συμμαθητών, μικρή συγκέντρωση και μειωμένες οργανωτικές ικανότητες (Barkley et al.,1996). Στον σχολικό και οικογενειακό χώρο παρατηρείται επιπρόσθετα αδυναμία ολοκλήρωσης καθηκόντων τους με αποτέλεσμα ύπαρξη συγκρούσεων με τους γονείς (Κάκουρος & Μανιαδάκη, 2004).

Στην εφηβεία παρατηρείται μείωση των συμπτωμάτων. Υπάρχει αλλαγή στην εκδήλωση της συμπεριφοράς τους όπως, η έντονη κινητική συμπεριφορά μπορεί να μετατραπεί σε εσωτερικό αίσθημα ανησυχίας ή σε επικίνδυνη συμπεριφορά (τα ατυχήματα με ποδήλατο να αντικατασταθούν με ατυχήματα από αυτοκίνητο ή χρήση ουσιών). Σε αυτό το αναπτυξιακό, στάδιο οι έφηβοι έχουν να αντιμετωπίσουν αρκετές προκλήσεις όπως η σεξουαλική προσαρμογή, αποδοχή από τους συνομήλικους τους ή αύξηση του στρες (Αντωνίου, 2016).

Σύμφωνα με τον Faraone et al. (2006) o συνδυασμός υπαρχόντων ψυχοκοινωνικών προβλημάτων και υστέρησης σχολικής επίτευξης, μπορούν να οδηγήσουν στην συνύπαρξη συννοσηρών συναισθημάτων και προβλημάτων εξωτερίκευσης (άγχος, κατάθλιψη, προκλητικότητα, προβλήματα διαγωγής).  Σε έρευνα των Rachlel et al. (1991) παιδιά με ΔΕΠ-Υ (57% με 70%) στην εφηβεία έτειναν να εμπλέκονται σε κλοπές και εμπρησμούς, όπως και έτειναν να μένουν στην ίδια τάξη (μεταγενέστερη εγκατάλειψη σχολείου).

Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία μπορεί να προσφέρει μεγάλη βοήθεια και έγκυρα αποτελέσματα μακροπρόθεσμα. Η αντιμετώπιση και βοήθεια των παιδιών με ΔΕΠ-Υ χρήζει μείζων σημασίας αφού εάν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να επηρεάσει το άτομο μακροπρόθεσμα στον σχολικό χώρο και την εργασία, καθώς και την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη του.

Ειδικοί επιστήμονες γονείς και εκπαιδευτικοί χρειάζεται να διαμορφώνουν ισχυρούς θεραπευτικούς και αξιολογικούς σχεδιασμούς για την καλύτερη στάθμιση και σταθεροποίηση της επιδημιολογίας και συμπτωματολογίας της διαταραχής. Η προσαρμογή αποτελεί την πιο ορθή αφετηρία αντιμετώπισης του ΔΕΠ-Υ, μέσα και έξω από κάθε σπίτι, εργασία, τάξη. Σε συνδυασμό με τη θεωρητική και πρακτική διάγνωση και αντιμετώπιση μπορεί να φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα για την καλύτερη διαβίωση με την διαταραχή.

Γράφει η Γιώτα Μαστροσαββάκη

See Also
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top