Now Reading
Έγκλημα και ΜΜΕ | Πάστα Φλώρα

Έγκλημα και ΜΜΕ | Πάστα Φλώρα

Γράφει η Αμάντα Παππά

Η βία και το έγκλημα αποτελούν αρεστά και αποδεκτά φαινόμενα, των ΜΜΕ, καθώς προάγουν το στοιχείο του αιφνιδιασμού και σύγκρουσης καθιστώντας εφικτή την αύξηση των ποσοστών τηλεθέασης και ακροαματικότητας. Υποθέσεις εγκλημάτων με κίνητρο το πάθος, εξάπτουν τη φαντασία και περιέργεια του παρατηρητή, χρησιμοποιώντας το στοιχείο της επιλεκτικής προβολής (Λαμπροπούλου, 1999). Όπως αναφέρει ο Πανούσης (1999), “O κόσμος των ΜΜΕ, είναι ένας συνδυασμός του αληθούς, του ημιαληθούς και του ψευδούς, ο οποίος επηρεάζει και διαμορφώνει την καθημερινή μας γνώση”. Η έκφανση του ανασφαλούς συναισθήματος που ελλοχεύει στο κοινωνικό σύνολο, είναι αποτέλεσμα των συνεχών απεικονίσεων και μεταδόσεων που προάγουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Οι ηθικοκοινωνικές νόρμες, συχνά καταρρίπτονται ύστερα από τη προβολή εγκλημάτων, καθώς η εστίαση σε αρνητικά γεγονότα και λεπτομέρειες προάγουν τον «γαλουχισμό» των εγκληματικών στερεοτύπων από το κοινωνικό σύνολο.

Η συνεχόμενη αυξημένη επιρροή των ΜΜΕ αποτελεί έναν εκ των εκλυτικών παραγόντων κατάρριψης ηθών, ισορροπιών και εξύψωσης του φόβου και ανασφάλειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την επιρροή που ασκούν τα ΜΜΕ στο κοινωνικό σύνολο, αποτελούν οι πολλαπλές έρευνες που επιβεβαιώνουν πως το 95% των πληροφοριών αναφορικά με την εγκληματικότητα προέρχεται από αυτά (Αλεξιάδης, 2004).

Επιπλέον, συχνά παρατηρείται η υιοθέτηση κριτικής στάσης των ΜΜΕ, όπου σε τέτοιες περιπτώσεις ηθελημένα παρουσιάζονται υποθέσεις εστιαζόμενες στις ευνοϊκές για τηλεθέαση λεπτομέρειες. Δεν λαμβάνονται υπόψιν, ούτε παρουσιάζονται τα κίνητρα, η αφορμή καθώς και οι παράγοντες που οδηγούν στην τέλεση ενός εγκλήματος. Συγκεκριμένα όσον αφορά τα εγκλήματα πάθους και τους δράστες τέτοιων εγκλημάτων (ιδιαίτερα στην αμιγή τους μορφή) που ο πυρήνας αυτών αποτελεί η ψυχοσύνθεση του εκάστοτε ατόμου, ο πολίτης-τηλεθεατής, δίχως να διακατέχεται από την απαραίτητη γνώση, δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την επιρροή των ψυχικών διεργασιών του θύτη προς την τέλεση του εγκλήματος (Ζαραφωνίτου, 2002).

Επιπρόσθετα, αξίζει να τονιστεί πως το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο είναι πιθανόν να ταυτιστεί ή και να αποδεχτεί ως έναν βαθμό, εγκλήματα πάθους. Η αφομοίωση των διεργασιών και πράξεων ενός θύτη τέτοιων εγκλημάτων είναι πιθανόν να καταστεί αποδεκτή (Κουράκης, 2015). Ενδεχομένως, το αίσθημα ζήλειας και πάθους επιδρά στον ψυχισμό του παρατηρητή των γεγονότων, καθιστώντας ανεκτό το έγκλημα ως έναν βαθμό, μέσω της ψυχικής αλληλεπίδρασης του δράστη και παρατηρητή. Αναπόφευκτα, οι ένορκοι (αναφερόμενοι σε υποθέσεις που εκδικάζονται σε μικτά ορκωτά δικαστήρια), είναι πιθανό να επηρεαστούν με κύριο γνώμονα το
συναίσθημα, ταυτιζόμενοι με τον δράστη, αφού αναγνωρίζουν κάτι οικείο, το συναίσθημα του έρωτος. Έως ένα βαθμό, μπορεί να γίνει κατανοητό από τους ίδιους, το ακαταλόγιστο της πράξης, απέναντι στο αγαπημένο πρόσωπο του θύτη, αφού αποτελεί το έτερον του ήμισυ.

Φθάνει κυριευμένος από το συναίσθημα της απόγνωσης στην τέλεση της αποτρόπαιης πράξης. Πλέον για τον ίδιο δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης. Τέλος, παρατηρείται η συστηματική εμφάνιση ευνοϊκής αντιμετώπισης από τους ενόρκους στα εν λόγω εγκλήματα (Κουράκης, 2015). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, μία από τις μεγαλύτερες δικαστικές υποθέσεις όλων των εποχών στις Η.Π.Α, όπου ο διάσημος αθλητής του μπέιζμπολ, O. J. Simpson, κατηγορούμενος για το φόνο της πρώην συντρόφου του, έγινε «σύμβολο» ενάντια στην αδικία που υφίσταντο οι έγχρωμοι πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ένα έγκλημα πάθους που λόγω της υπερπροβολής από τα ΜΜΕ, έγινε αποδεκτό από τους περισσότερους έγχρωμους πολίτες και όχι μόνο, καθώς στο «πρόσωπό» του έβλεπαν το φυλετικό ρατσισμό που υφίσταντο όλα αυτά τα χρόνια, πιστεύοντας πως πρόκειται για σκευωρία προς το πρόσωπό του. Έτσι, οι ένορκοι επηρεασμένοι από την προβολή της υπόθεσης η οποία είχε λάβει παγκόσμιες διαστάσεις και περίκλειε τα κοινωνικά ευαίσθητα θέματα των ΗΠΑ, τον αθώωσαν με ψήφους 9 υπέρ 2 κατά.

Επιπρόσθετα, σημαντική προς εμβάθυνση αποτελεί, η επιρροή που δέχεται το κοινωνικό σύνολο, μέσω των τηλεοπτικών σειρών. Ο όρος “CSI effect”, αναφέρεται στο αντίκτυπο που ασκούν οι τηλεοπτικές σειρές αναφορικά με την διεξαγωγή μιας δίκης. Συγκεκριμένα συγχέεται η τηλεοπτική πραγματικότητα με τις πρακτικές λεπτομέρειες, την ρεαλιστική δυναμική της ιατροδικαστικής καθώς και τη νομική πραγματικότητα. Η εννοιολογία του συγκεκριμένου όρου, δεν έχει διεκπεραιωθεί, με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσεπίτευκτος ο εκάστοτε ορισμός. Προάγονται τυπολογίες που αναφέρουν την επίδραση του φαινομένου, συγκεκριμένα η τυπολογία επίδρασης της «ισχυρής» ποινικής δίωξης, αναφέρεται στην λανθασμένη αθώωση του κατηγορουμένου από τους ενόρκους, καθοδηγούμενοι από πληροφορίες που έχουν λάβει μέσω τηλεοπτικών σειρών, που σε άλλες περιστάσεις εν αγνοία αυτών των πληροφοριών, ο κατηγορούμενος θα καταδικαζόταν. Αναλυτικότερα η έλλειψη των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων, όπως το DNA και δακτυλικά αποτυπώματα, αναφέρεται από τις εισαγγελικές αρχές, πως αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα υποθέσεων απαλλαγής του κατηγορουμένου από τους ενόρκους (Rice, 2005).

Αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις αποτελούν, μια ανθρωποκτονία που έλαβε χώρα στο Meryland, σύμφωνα με τις εισαγγελικές αρχές, ο σύντροφος του θύματος, απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες, καθώς δεν πραγματοποιήθηκε η απαραίτητη εξέταση από τα εγκληματολογικά εργαστήρια, ενός μισοφαγωμένου σάντουιτς που είχε εντοπιστεί στον τόπο του εγκλήματος. Όπως και εκείνη, του Robert Blake, που το 2005 ενώ κατηγορήθηκε για την δολοφονία της συζύγου του αθωώθηκε από τους ενόρκους, καθώς δεν υπήρχε απτό αποδεικτικό στοιχείο στο σώμα ή τα ρούχα του (Walker, 2005).

Τέλος, σημαντικό προς αναφορά αποτελεί το γεγονός πως για κάποιους το σύνδρομο του “CSI effect”, είναι υπαρκτό, αλλά δεν ασκεί επιρροή σε όλο το φάσμα των ενόρκων και δικαστών όπως και τον καθένα ξεχωριστά, εν αντιθέσει με την άποψη άλλων να υποστηρίζουν την ύπαρξη και εμφάνιση έμμεσων επιπτώσεων του φαινομένου στη δίκη (Shelton, 2009).


Πηγές:

Αλεξιάδης, Σ. (2004). Εγκληματολογία. Αθήνα- Θεσσαλονίκη : Εκδόσεις Σάκκουλας.

Ζαραφωνίτου, Χ. (2002). Ο φόβος του εγκλήματος. Αθήνα- Κομμοτηνή : Εκδόσεις Σάκκουλας.

Κουράκης, Ν. (2015). Εισαγωγή στη μελέτη εγκλημάτων από ερωτικό πάθος, σε: Αίνος Μνήμης Καθηγητού Ηλία Κρίσπη, Αθήνα/ Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα.

Λαμπροπούλου Ε., (1999). Η κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας-Η περίπτωση της Βίας και της Εγκληματικότητας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 91.

Rice G. (2005) TV is making jurors suspicious about evidence: CSI courtroom stalemates increase, Kansas City Star

Shelton D. (2009), An indirect-effects model of mediated adjudication: The CSI myth, the tech effect and metropolitan jurorsʼexpectations for scientific evidence. Vanderbilt Journal of entertainment and technology law, vol. 12(1):1-43 (σελ. 4επ.).

Walker, C. (2005) CSI (T.V. Crime Dramas) affects the American Criminal Justice System.
www.americanmafia.com/feature_articles_301.html

 

See Also
10 Κλασικές ταινίες του Φθινοπώρου
What's Your Reaction?
Excited
0
Happy
1
In Love
0
Not Sure
0
Silly
0
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top