Αληθινές ιστορίες τρόμου στην πρώτη περίοδο της καραντίνας | Πάστα Φλώρα

Η καραντίνα ήρθε στην ζωή μας απροσδόκητα. Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι προσπαθούν να μάθουν πως προέκυψε όλο αυτό το γεγονός. Ο εγκλεισμός ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Παντού επικρατούσε ένας πανικός. Προκάλεσε σε πολλούς μια ασφυξία και σε άλλους μια αφορμή για να γίνουν καλύτεροι με τον εαυτό τους. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις που η καραντίνα προκάλεσε τρόμο. Παρακάτω θα σας περιγράψω τρεις αληθινές ιστορίες τρόμου που συνέβησαν κατά την πρώτη περίοδο της καραντίνας στο εξωτερικό.

Περασμένες μέρες Μαρτιού

Ιστορία 1: Σπίτι στη λίμνη

Με τον πανικό του ιού Covid-19 αποφασίσαμε με την οικογένεια μου να αφήσουμε το σπίτι μας στη Νέα Υόρκη και να πάμε στη Μασαχουσέτη σε ένα εξοχικό που έχουμε δίπλα στη λίμνη για να αποφύγουμε την επαφή μας με άλλους ανθρώπους. Τους καλοκαιρινούς μήνες κυρίως μαζευόταν πολύς κόσμος και διασκέδαζαν με ποτά και μπάρμπεκιου, μα αυτόν τον καιρό μοιάζει σαν ένα μέρος φάντασμα.

Μου φαινόταν τόσο περίεργο όλο αυτό, αλλά δεν θα καθόμουν να το γράψω διαφορετικά έτσι δεν είναι; Τέλος πάντων μαζί με τα μικρότερα αδέλφια μου Στιβ και Γκλεν καθόμασταν στην προβλήτα και βλέπαμε την λίμνη και σκεφτήκαμε να παίξουμε beer pong και φωνάξαμε τον πατέρα να παίξει μαζί μας για να είναι πιο δίκαιο το παιχνίδι. Είχε βραδιάσει αλλά ο ουρανός είχε ακόμα πορτοκαλί χρωματισμούς στον ορίζοντα από το ηλιοβασίλεμα.

Η λίμνη ήταν ήρεμη. Τα γύρω σπίτια ήταν εγκαταλελειμμένα. Ήμασταν οι μόνοι που βρίσκονταν εκεί. Η προβλήτα είχε έναν λάκκο που μπορούσαμε να ανάψουμε φωτιά. Αυτό μας πρόσφερε περισσότερο φως και θερμότητα μιας και είχε ψύχρα. Στην μέση του παιχνιδιού ο Γκλεν άρπαξε το κινητό του για να χαμηλώσει τη μουσική και μαζί με τον Στιβ κοιτούσαν πέρα μακριά. Με τον πατέρα μου πήγαμε να δούμε τι ακριβώς κοιτούσαν. Ο Γκλεν είπε ότι είδε κάποιον να περπατάει κάτω από την προβλήτα. Η προβλήτα δεν έχει σκαλιά για να κατέβεις. Πρέπει να προχωρήσεις προς τα μέσα και να κατέβεις για να φτάσεις κάτω. Πήγαμε με τον πατέρα μου να κοιτάξουμε αλλά δεν είδαμε κανέναν. Ο πατέρας μου φώναξε μερικές φορές για να επιβεβαιωθεί και μετά ανεβήκαμε πάνω.

Το θέμα ήταν ότι και ο Στιβ είχε ακούσει κάποιον να μιλάει κάτω από την προβλήτα. Σταματήσαμε το παιχνίδι μας σύντομα και πήγαμε σπίτι σιγουρεύοντας ότι έχουμε κλειδώσει τα πάντα. Οι γονείς μου κοιμούνταν και εγώ έπαιζα play station στο σαλόνι. Τότε ήταν που ξεκίνησαν όλα.

Κάποιος χτυπούσε με ορμή την πόρτα και ούρλιαζε για βοήθεια. Η κουρτίνα της πόρτας ήταν κλειστή και δεν μπορούσα να δω ποιος ήταν. Όλοι στο σπίτι άκουσαν τους θορύβους και έτρεξαν στο σαλόνι. Ο πατέρας μου άνοιξε την κουρτίνα και ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν άντρα. Ο άντρας είχε κόκκινο πρόσωπο και ικέτευε να τον βάλουμε μέσα. Ισχυρίστηκε ότι ήταν πληγωμένος και χρειαζόταν βοήθεια. Ο πατέρας μου τον ρώτησε που είχε πληγωθεί και δεν απαντούσε απλά επαναλάμβανε τα προηγούμενα λόγια του. Ο πατέρας μου του είπε να φύγει γιατί αλλιώς θα καλούσε την αστυνομία. Έκλεισε την κουρτίνα και μας επεσήμανε να κλειδώσουμε όλες τις πόρτες και τα παράθυρα. Μείναμε όλοι μαζί στο σαλόνι περίπου για ένα δύωρο. Νιώθαμε με αυτόν τον τρόπο πιο ασφαλείς.

Τελικά αποφασίσαμε ο καθένας να πάει στο δωμάτιο του. Χάζευα βίντεο στο youtube από το κινητό μου στο κρεβάτι όταν συνέβη κάτι. Ακούστηκαν γυαλιά να σπάνε. Η καρδιά μου παλλόταν γρήγορα και άρχισα να τρέχω. Δεν ξέρω αν το άκουσαν οι υπόλοιποι γιατί δεν τους είδα να τρέχουν έξω από τα δωμάτια τους όπως εγώ. Πήρα το κινητό μου και κάλεσα τον πατέρα μου. Το σήκωσε ψιθυρίζοντας μου ότι άκουσε τον ίδιο θόρυβο. Μου είπε να παραμείνω στο δωμάτιο μου και να κλειδώσω την πόρτα. Του υπενθύμισα ότι το δωμάτιο μου δεν είχε κλειδαριά. Ήταν το μοναδικό δωμάτιο που δεν είχε κλειδαριά. Μου είπε να κρυφτώ στην ντουλάπα και να καλέσω τα αδέλφια μου για να τα ηρεμήσω καθώς εκείνος θα τηλεφωνούσε στην αστυνομία.

Άκουσα βήματα από το σαλόνι που κατευθύνονταν προς το δωμάτιο μου. Βγήκα από την ντουλάπα για να κλείσω έστω την πόρτα αλλά δυστυχώς έτριξε κάνοντας θόρυβο. Κρύφτηκα πίσω από μια πλαστική σακούλα στην ντουλάπα και έστελνα μήνυμα στα αδέλφια μου που επίσης άκουσαν τον θόρυβο και κλείδωσαν τις πόρτες τους. Ήταν οι πιο έντονες στιγμές που είχα ζήσει μέσα στην ντουλάπα. Η πόρτα μου άνοιξε και είδα μέσα από τις χαραμάδες έναν άντρα να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού μου. Έβγαλε ένα παπούτσι του και το κουνούσε με τρόπο σαν να ήθελε να βγάλει κάτι από εκεί μέσα. Το ξαναφόρεσε και το βλέμμα του μετά στράφηκε προς την ντουλάπα. Είχα την αίσθηση ότι με κοιτούσε. Επικράτησε σιωπή με την αίσθηση ότι θα κρατούσε αιώνια μέχρι που τελικά μου μίλησε.

«Ξέρω ότι είσαι εκεί. Είμαι σίγουρος ότι η οικογένεια σου έχουν καλέσει ήδη την αστυνομία. Δεν είμαι σίγουρος τι θα πράξω στη συνέχεια».

Εκείνη την στιγμή έπρεπε να αποφασίσω αν θα καθόμουν μέσα ή θα πεταγόμουν έξω. Αποφάσισα να πεταχτώ ουρλιάζοντας με την αδρεναλίνη μου να έχει ανέβει. Περίμενα να με πιάσει αλλά δεν το έκανε. Ανέβηκα στο δωμάτιο των γονιών μου και κάθισα μαζί τους μέχρι που ήρθε η αστυνομία από την πίσω πόρτα που ήταν κατεστραμμένη. Κατεβήκαμε να τους συναντήσουμε.

Ο άντρας που ήταν στο δωμάτιο μου είχε εξαφανιστεί. Ψάξαμε σε κάθε γωνιά του σπιτιού αλλά δεν βρέθηκε. Η αστυνομία μας είπε να παραμείνουμε ξύπνιοι στην τότε φάση. Ο πατέρας μου έμεινε στο σαλόνι όλο το βράδυ και το πρώτο πράγμα που έκανε το πρωί ήταν να φτιάξει την πόρτα. Καθόμαστε σε αυτό το σπίτι μια βδομάδα μετά λόγω της καραντίνας έχοντας τον φόβο για την επιστροφή του αγνώστου άντρα.

Ιστορία 2: Το μωρό που έκλαιγε

Έμενα στο διαμέρισμά μου στο Τζέρσεϊ όταν εξαπλώθηκε η επιδημία του κορονοιού. Η συγκάτοικός μου είχε πάει στους γονείς της στο Οχάιο όταν είχαν ξεκινήσει όλα αυτά και έτσι ήμουν μόνος μου. Έβλεπα στην τηλεόραση ταινίες ή σόου και προσπαθούσα να μην πολυβγαίνω μιας και η κατάσταση στην πόλη μου ήταν άσχημη.

Πριν δυο μέρες ανακάλυψα ότι είχα έλλειψη από τρόφιμα και έπρεπε να βγω στα γρήγορα να κάνω κάποια ψώνια. Πήγα σε ένα κοντινό κατάστημα φορώντας μάσκα και γάντια και περίμενα στην ουρά όπως όλοι κρατώντας αποστάσεις. Στην επιστροφή για το σπίτι καθώς είχε βραδιάσει συνειδητοποίησα ότι οι δρόμοι ήταν πιο ήσυχοι σε σχέση με την προηγούμενη βδομάδα που είχα βγει να ψωνίσω.

Ξαφνικά από ένα σοκάκι εμφανίστηκε ένας άντρας φορώντας μάσκα και γάντια. Με πλησίασε και πρόσεξα ότι είχε ένα μωρό τυλιγμένο σε μια κουβέρτα. Ήθελε βοήθεια. Φαινόταν ειλικρινής καθώς με ρωτούσε αν θα μπορούσε να αλλάξει την πάνα του γιου του στο διαμέρισμά μου και να του δώσει λίγο φαγητό. Μου ορκίστηκε ότι ήταν καθαρός και ότι ήθελε αυτή τη χάρη μόνο από μένα για πέντε λεπτά, ότι ήταν επείγον. Ακούγοντας το κλάμα του μωρού και το γεγονός ότι αυτός ο άντρας το κρατούσε και φαινόταν τόσο ειλικρινής μια πλευρά του εαυτού μου συμφώνησε και τον άφησα να έρθει μαζί μου.

Περπατήσαμε λίγο ακόμα μέχρι το διαμέρισμά μου και ανεβήκαμε τρεις ορόφους. Του ζήτησα να κλείσει την πόρτα πίσω του όταν μπήκαμε μέσα. Καθάρισα το τραπέζι του σαλονιού για να μπορέσει να αλλάξει την πάνα του παιδιού του ή οτιδήποτε άλλο ήθελε, αλλά όταν γύρισα να τον δω εκείνος περιφερόταν γρήγορα μέσα στο σπίτι. Πήγε μέχρι την κουζίνα και δεν ήξερα τι ήθελε να κάνει. Του φώναξα ότι το τραπέζι ότι είναι έτοιμο να το χρησιμοποιήσει μα δεν μου απάντησε. Παραξενεύτηκα και πήγα μέχρι την κουζίνα. Αυτό όμως που είδα με μπέρδεψε ακόμα πιο πολύ.

Ο άντρας κρατούσε στο ένα του χέρι αυτό που νόμιζα ότι ήταν το παιδί του. Μου πήρε ένα δευτερόλεπτο να συνειδητοποιήσω ότι ήταν μια κούκλα από εκείνες που είναι τόσο ρεαλιστικές ειδικά με τους ήχους κλάματος τυλιγμένη στη κουβέρτα. Ο άντρας με κοίταξε και έβγαλε ένα όπλο από τη δεξιά του τσέπη και με σημάδευε. Μου είπε ότι θα πάρει ότι ήθελε αρκεί εγώ να παραμείνω εκεί που στεκόμουν. Δεν θα το ρίσκαρα ακόμα και αν το όπλο ήταν ψεύτικο την στιγμή που με σημάδευε στο κεφάλι.

Ο άντρας έβγαλε μια μεγάλη μαύρη σακούλα από το σακίδιο του και τη γέμισε με αντικείμενα αξίας συμπεριλαμβανομένων του πορτοφολιού μου, τα κοσμήματα της συγκατοίκου μου, κουζινικά, το x-box του αδελφού μου που μου είχε δανείσει και το ipad μου. Τρόμαζα που τον έβλεπα αλλά πιο πολύ με τρόμαζε το όπλο που με σημάδευε. Γέμισε την τσάντα του και πέταξε το ψεύτικο μωρό μέσα και μετά έφυγε. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να καλέσω την αστυνομία.

Προσπάθησαν να κοιτάξουν το βίντεο από τα χολ της πολυκατοικίας αλλά και πάλι δεν βοήθησαν και πολύ. Ήταν δύσκολο να αναγνωριστεί γιατί ήταν καλυμμένο το πρόσωπό του με τη  μάσκα. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να πω σε όλους να είναι προσεκτικοί, να μην εμπιστεύονται κανέναν και να μείνουν μέσα μέχρι να τελειώσει όλο αυτό.

Ιστορία 3: Το πάνω διαμέρισμα

Τον τελευταίο μήνα είχα απομονωθεί μόνος μου στο διαμέρισμα μου και δεν είχα τόση επαφή με τον κόσμο λόγω του ιού. Το διαμέρισμά μου βρίσκεται στο κάτω μέρος που επίσης διαμένουν δυο οικογένειες.  Ο κάτοχος του πάνω διαμερίσματος δεν είναι ο ιδιοκτήτης απλά ένας ένοικος. Δεν είχα και την τρελή επαφή μαζί του. Το όνομα του είναι Ρίκο αλλά γενικότερα είναι λίγο περίεργος. Βέβαια δεν τον είχα δει εφόσον είχα κλειστεί μέσα λόγω της καραντίνας.

Σηκωνόμουν νωρίς για να κάνω την δουλειά μου μέσω του λαπτοπ από το σπίτι. Μια βδομάδα πριν ο Ρίκο άρχισε να κάνει θορύβους αργά το βράδυ. Ήμουν στο κρεβάτι. Η ώρα ήταν μετά τις δώδεκα. Έπρεπε να σηκωθώ πάλι νωρίς και ξαφνικά άκουσα γδούπους από πάνω. Έμοιαζε σαν να περπατούσε ο Ρίκο με μπότες ή κάτι τέτοιο. Περίμενα μέχρι να σταματήσει επιτέλους αλλά έκανε παύσεις κάθε είκοσι λεπτά και μετά άρχιζε πάλι.

Είχα συγχυστεί τόσο πολύ και πήγα έξω από την πόρτα του. Χτύπησα πολλές φορές για να με ακούσει. Δεν πήρα απάντηση καμία. Τα παράτησα και επέστρεψα στο δωμάτιο μου και πάλι. Ευτυχώς τα χτυπήματα είχαν σταματήσει. Δεν ήμουν σίγουρος αν είχε ακούσει τους δικούς μου χτύπους και να ήταν αυτός ο λόγος που σταμάτησε. Δεν με ένοιαξε και τόσο και έπεσα σε βαθύ ύπνο για κάμποση ώρα. Κατά τις 2μιση ξύπνησα ξανά. Δεν ήξερα τι με αφύπνισε μα αισθανόμουν το δωμάτιο κρύο και παρατήρησα ότι το παράθυρο μου απέναντι ήταν μισάνοιχτο. Γνώριζα ότι ποτέ δεν θα το έκανα αυτό. Σηκώθηκα για να το κλείσω εξερευνώντας το δωμάτιο μου σαν παρανοϊκός.

Κοίταξα κάτω από το κρεβάτι μου και στην ντουλάπα και δεν ήταν κανείς. Δεν χωρούσε άνθρωπος να μπει από το παράθυρο, αλλά κάποιος είχε μπει στον κόπο να το ανοίξει και αυτό με τρομοκράτησε. Επιβεβαίωσα στην αστυνομία καθώς είχα ανοίξει όλα τα φώτα ότι κανένας δεν υπήρχε μέσα. Πήγα πάλι στο κρεβάτι αλλά με το ένα μάτι ανοιχτό και οι ήχοι από πάνω άρχισαν ξανά. Δεν το άντεχα άλλο. Έμοιαζε σαν να χτυπάει το πάτωμα με ένα σφυρί. Ανέβηκα πάλι και του χτύπησα την πόρτα φωνάζοντας το όνομά του αλλά και πάλι δεν πήρα απάντηση. Κατέβηκα σπίτι μου και προσπαθούσα να βρω τον αριθμό τηλεφώνου του. Δεν το είχα σώσει στο κινητό μου και το βρήκα σε κάποια παλιά μηνύματα θαμμένο. Τον πήρα δυο φορές και την τρίτη το σήκωσε και ακούστηκε σαν να είχε μόλις ξυπνήσει. Του είπα με σοβαρό τόνο ότι έπρεπε να σταματήσει να κάνει όλους αυτούς τους θορύβους. Μου ζήτησε να του εξηγήσω και τότε ήταν που μου έριξε την βόμβα.

«Τζάρεντ δεν είμαι στο διαμέρισμά μου. Πήγα να μείνω με την οικογένειά μου από την προηγούμενη βδομάδα. Κάλεσε την αστυνομία».

Μου φάνηκε λογικό καθώς οι ήχοι σταματούσαν όταν βρισκόμουν έξω από την πόρτα. Έκλεισα και κάλεσα την αστυνομία δίχως να χάσω χρόνο. Καθώς τους μιλούσα άκουσα ένα κλικ από το παράθυρο του δωματίου μου. Κάποιος ήταν απ’έξω και προσπαθούσε να το ανοίξει το οποίο είχα κλείσει νωρίτερα.

Ούρλιαξα όταν το ανακάλυψα και φώναξα στην τηλεφωνήτρια να έρθουν οι αστυνομικοί γρήγορα. Μου ζήτησε να της περιγράψω τον άντρα ενώ είχαν ξεκινήσει ήδη οι αστυνομικοί μα δεν μπορούσα…ήταν σκοτεινά. Φάνηκε σαν να είχε ακούσει την συζήτηση εκείνος και απομακρύνθηκε από το παράθυρο. Τέσσερις αστυνομικοί εμφανίστηκαν και τους οδήγησα στο πάνω διαμέρισμα.

Η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. Προχώρησα από πίσω τους και δεν χρειάστηκε να ψάξουν για πολύ όταν είδαμε έναν άντρα με μακριά γκρίζα μαλλιά να κάθεται στον καναπέ κοιτάζοντας το ταβάνι χαμογελώντας. Όταν οι αστυνομικοί τον πλησίασαν για να τον συλλάβουν εκείνος είχε εστιάσει σε μένα και συνέχισε να χαμογελάει. Με έδειξε με το δάχτυλο του και τότε έφυγα φρικαρισμένος. Περίμενα να βάλουν τον άντρα σε ένα από τα περιπολικά μέχρι να μου μιλήσουν πάλι. Με συμβούλεψαν να προσέχω το μέρος στην παρούσα κατάσταση. Ο Ρίκο ήρθε την επόμενη μέρα να ελέγξει αν είχε κλαπεί κάτι. Μένει πάνω από τότε.

Ο καθένας τελικά είτε βίωσε την καραντίνα χαλαρά ή τον στιγμάτισε. Βέβαια αυτές είναι μόνο τρεις περιπτώσεις. Φανταστείτε πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα σε άλλους που δεν κάθονται να γκρινιάζουν όλη την ώρα για αυτό το θέμα επειδή δεν το αντέχουν. Θέλει μεγάλη προσοχή και ψυχραιμία. Πραγματικά δεν ξέρω τις καταστάσεις όλου του κόσμου μα προσεύχομαι να είναι καλά και σιγά-σιγά όλα να φτιάξουν. Τίποτα όμως δεν θα είναι ίδιο μετά από αυτό.

Ελλάδα Κράλλη

See Also
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top