Καπιταλισμός και Πατριαρχία | Πάστα Φλωρα

Η καταπίεση των γυναικών αποτελεί αρχαίο γεγονός, υπήρχε πριν από τον καπιταλισμό, το οποίο αποτελεί ένα αναπτυσσόμενο σύστημα καταπίεσης, αλλά με ένα πιο παγκόσμιο χαρακτήρα.

Η πατριαρχία μπορεί να οριστεί ως «η καταπίεση και η αντικειμενοποίηση των γυναικών από τους άνδρες». Εκτός από την αυστηρά οικονομική μορφή της, αυτή η καταπίεση εκφράζεται με πολλούς τρόπους, ιδίως μέσω της γλώσσας, των συγγενικών σχέσεων, των στερεοτύπων, της θρησκείας και του πολιτισμού (Burton, 1985).

Η μορφή καταπίεσης ποικίλλει ανάλογα αν βρίσκεσαι στο Βορρά ή στο Νότο, ή σε αστική ή αγροτική περιοχή. Η εξέγερση ενάντια στην καταπίεση ή το αίσθημα της εκμετάλλευσης δεν οδηγεί απαραίτητα στην αμφισβήτηση της πατριαρχίας. Προτού διατυπωθούν τέτοιες ερωτήσεις, οι πιο κοινές εξηγήσεις πρέπει να παραμεριστούν, είτε βασίζονται στη φυσιολογία είτε στην ψυχολογία, για να οδηγήσει σε μια πολιτική κριτική της πατριαρχίας ως ένα δυναμικό σύστημα εξουσίας, ικανό να διαιωνίσει τον εαυτό του και το οποίο αντιστέκεται σε οποιαδήποτε μεταμόρφωση του βασικού ισχυρισμού της ανδρικής υπεροχής (Roux, 2001).

Ο καπιταλισμός είναι ένας δυναμικός και επιθετικός τρόπος παραγωγής ο οποίος ως τέτοιος διεισδύει σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Για παράδειγμα, ο καπιταλισμός δεν δίστασε να κάνει μαζικές εκκλήσεις για πολύ φθηνή γυναικεία και παιδική εργασία στις αρχές του 19ου αιώνα, προκειμένου να αυξήσει την παραγωγή και επομένως τα κέρδη.

Κατά τη διάρκεια των αιώνων, αυτή η αναζήτηση μέγιστων κερδών οδήγησε τον καπιταλισμό να υπονομεύσει (τουλάχιστον εν μέρει) την πατρική και συζυγική εξουσία, κάνοντας τις εργαζόμενες γυναίκες «ελεύθερες» να πουλήσουν την εργασία τους χωρίς την άδεια του συζύγου τους και να γίνουν πλήρως καταναλωτές. (Burton, 1985).

Αυτή η έκκληση για τη γυναικεία εργασία υπέστη νέες εξελίξεις στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και πάλι σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα. Με τη μετεγκατάσταση παραδοσιακών ή πρωτοποριακών βιομηχανιών, στη Βόρεια Αφρική, τη Λατινική Αμερική ή την Ασία, οι εργοδότες, αναζητώντας νέα κέρδη, προσλαμβάνουν νέες γυναίκες στην αγορά εργασίας.

Αυτές οι νέες, εκμεταλλευόμενες, εργαζόμενες γυναίκες κατάφεραν ωστόσο να αποκτήσουν κάποια οικονομική ανεξαρτησία από τους άνδρες της οικογένειας, οδηγώντας τους να απαιτήσουν ελευθερία σε πολλούς τομείς. Ταυτόχρονα, στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όλο και περισσότερες από τις δραστηριότητες που είχαν προηγουμένως διατηρηθεί εντός της οικογένειας είναι εξωτερικευμένες, τις οποίες ασχολείται πρωτίστως με δημόσιες υπηρεσίες όπως σχολεία και ιδρύματα υγείας ή αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο μέσω της αγοράς: την κατασκευή ρούχων, γευμάτων και ούτω καθεξής.

Τέλος, ο καπιταλισμός, ενώ ευνοεί μια ορισμένη χειραφέτηση των γυναικών για χάρη του κέρδους, παραμένει ωστόσο πολύ προσκολλημένος στο παραδοσιακό (Butera, 1992).

Ειδικότερα, για τους μαρξιστές, τα διλήμματα του τρόπου με τον οποίο εντοπίζουμε τον εαυτό μας σε αυτό που συχνά αντιπροσώπευαν και οι δύο πλευρές ως αντιφατικοί και αντίπαλοι αγώνες, ήταν σοβαρά και επώδυνα. Από τη μία πλευρά, οι ριζοσπαστικές φεμινίστριες έθεσαν τους άντρες ως τον «κύριο εχθρό».

Γι’ αυτούς, λοιπόν, οποιοσδήποτε αγώνας πρέπει να αντιταχθεί στην πατριαρχία άμεσα ως μορφή κυριαρχίας που επιβάλλουν οι άνδρες στις γυναίκες. Για αυτούς, οι μαρξιστές φεμινιστές που συνδέουν τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχία με έναν αγώνα με τους άνδρες ενάντια στην άρχουσα τάξη, εργάζονται με τον καταπιεστή και συνεπώς συμμετέχουν στην αναπαραγωγή των πατριαρχικών σχέσεων (Roux, 2001).

Από την άλλη πλευρά, οι μαρξιστές φεμινιστές, που θεωρούνται προδότες από ριζοσπάστες φεμινιστές, αντιμετώπισαν παράλληλη κατηγορία από την Αριστερά. Ο αγώνας για μια αταξική κοινωνία υποτάχθηκε στον αγώνα για χειραφέτηση των γυναικών. Το να αγωνίζεσαι χωριστά για άμεσα κέρδη για τις γυναίκες, ή χειρότερα, να παλεύεις μέσα σε μαρξιστικές οργανώσεις ενάντια στον ανδρικό σοβινισμό, χρησίμευσε μόνο για να χωρίσει και να αποδυναμώσει τις οργανώσεις που έχουν δεσμευτεί για ταξική πάλη.

Τα προβλήματα για τους μαρξιστές φεμινιστές ήταν πώς να εκπροσωπήσουν τον φεμινισμό μέσα στην ταξική πάλη, πώς να κατανοήσουν τις σχέσεις μεταξύ πατριαρχίας και καπιταλισμού, πώς να αντιμετωπίσουν και να αντιταχθούν στον ανδρικό σοβινισμό στην εργατική τάξη και στον συχνά μικροαστικό χαρακτήρα των αριστερών οργανώσεων (Collins, 1980).

Πρόκειται για μια εξαιρετικά απλοποιημένη απόδοση της βαθιάς πολιτικής ρήξης που βασίζεται σε θεωρητικές συζητήσεις για τη σχέση μεταξύ της πατριαρχίας και του καπιταλισμού. Δημιούργησε την τάση να βλέπει την πατριαρχία και τον καπιταλισμό ως αμοιβαία αποκλειστικούς και αντίθετους όρους.

Η μαρξιστική ανάλυση αναζητά μια ιστορική εξήγηση των υπαρχουσών σχέσεων εξουσίας από την άποψη των οικονομικών ταξικών σχέσεων και ο ριζοσπαστικός φεμινισμός ασχολείται με τη βιολογική πραγματικότητα της εξουσίας. Ο σοσιαλιστικός φεμινισμός, από την άλλη πλευρά, αναλύει τη δύναμη τόσο από την ταξική του προέλευση όσο και από τις πατριαρχικές του ρίζες. Σε μια τέτοια ανάλυση, ο καπιταλισμός και η πατριαρχία δεν είναι απλά αυτόνομα συστήματα, αλλά ούτε και τα ίδια, εξαρτώνται αμοιβαία (Swim, 1995).

Η εκμετάλλευση είναι μια περιγραφική αξιολόγηση ανδρών και γυναικών εργαζομένων στο εργατικό δυναμικό στην καπιταλιστική κοινωνία. Η καταπίεση των γυναικών αντιστοιχεί στην εκμετάλλευσή της εάν είναι μισθωτή μέσα στον καπιταλισμό αλλά ταυτόχρονα αντικατοπτρίζει τις σχέσεις που χαρακτηρίζουν την ύπαρξή της στην πατριαρχική σεξουαλική ιεραρχία που την χαρακτηρίζει ως μητέρα, οικιακή βοηθό ή  καταναλωτή.

Η εξουσία, ή το αντίθετο – καταπίεση – προέρχεται τόσο από το φύλο όσο και από την τάξη, και αυτό εκδηλώνεται τόσο μέσω των υλικών όσο και των ιδεολογικών διαστάσεων της πατριαρχίας και του καπιταλισμού. Η καταπίεση περιλαμβάνει την εκμετάλλευση αλλά αποδίδει μια πιο περίπλοκη πραγματικότητα. Επηρεάζει τις ιεραρχικές σχέσεις του σεξουαλικού καταμερισμού εργασίας και κοινωνίας (Twenge & Zucker, 1999).

Αυτό το σύστημα καταπίεσης, το οποίο υποδηλώνει την αμοιβαία εξάρτηση του καπιταλισμού και της πατριαρχίας είναι η σύγχρονη έκφραση της σχέσης μεταξύ αυτών των δύο συστημάτων.

Η καπιταλιστική πατριαρχία, εξ’ ορισμού, διαπερνά τις διχοτόμες τάξη και  φύλο, ιδιωτική και δημόσια, οικιακή και μισθωτή εργασία, οικογένεια και οικονομία, προσωπικές και πολιτικές, ιδεολογικές και υλικές συνθήκες. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είδαν την καταπίεση του ανθρώπου να υπάρχει στην εκμεταλλευόμενη θέση του ως εργαζόμενος στην καπιταλιστική κοινωνία. Υποθέτουν ότι η ύπαρξη της γυναίκας ήταν παράλληλη με αυτήν. Εξισώνουν τα δύο όταν προτείνουν ότι η εγχώρια δουλεία ήταν η ίδια, στη φύση και στην ουσία, με τη μισθολογική δουλεία.

Σήμερα, ειδικά με τις ιδέες του ριζοσπαστικού φεμινισμού, βλέπουμε όχι μόνο ότι η εξίσωση της εκμετάλλευσης και του καταπιεσμένου (Swim, 1995).

Λίτσα Μαστροσαββάκη

Πηγές:

Butera, F., Legrenzi, P., Mugny, G., & Perez, J. A. (1992). Influence sociale et raisonnement. Bulletin de psychologie45(405), 144-154.

Burton, C. (1985). An extended theory of social reproduction. Subordination: Feminism and social theory, 104-133.

Collins, P. H. (1980). Black feminist thought: Knowledge, consciousness, and the politics of empowerment. Unwin Hyman.

Roux, P. (2001). Perception of discrimination, feelings of injustice and women’s resistance to gender equality. Social influence in social reality, 165-190.

Swim, J. K., Aikin, K. J., Hall, W. S., & Hunter, B. A. (1995). Sexism and racism: Old-fashioned and modern prejudices. Journal of personality and social psychology68(2), 199.

Twenge, J. M., & Zucker, A. N. (1999). What is a feminist? Evaluations and stereotypes in closed-and open-ended responses. Psychology of Women Quarterly23(3), 591-605.

See Also
© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top