Παιδική Κακοποίηση: Πρόληψη και Αντιμετώπιση | Πάστα Φλώρα

Γράφει η Αμάντα Παππά

Η ενδελεχής και συστηματική αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης επιτυγχάνεται από στρατηγικές θεραπευτικής παρέμβασης και πρόληψης. Τα προγράμματα αυτά αφορούν τόσο τα κακοποιημένα παιδιά όσο και τους ίδιους τους γονείς. Επίσης σημαντικό είναι αποδέκτες τέτοιων προγραμμάτων να αποτελούν και οι επαγγελματίες υγείας (Ronan & Canoy & Burke, 2009).

Αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης του διαταραγμένου ψυχισμού του παιδιού μετά την κακοποίηση αποτελεί αυτός της θεραπευτικής παρέμβασης. Μια αποτελεσματική προσέγγιση θεραπείας για το τραυματικό αντίκτυπο της κακοποίησης είναι αυτή της Γνωστικής Συµπεριφορικής θεραπείας. Αναλυτικότερα, στηρίζεται στις καθιερωμένες ψυχολογικές αρχές που ρυθμίζονται για την εφαρμογή στα σεξουαλικώς κακοποιημένα παιδιά και υφίσταται μέσω της εκμάθησης, της γνωστικής αντιμετώπισης, της βαθμιαίας έκθεσης και τη διόρθωσης γνωστικών διαστρεβλώσεων. Βασίζεται στην πιθανή ανάπτυξη υποθετικών αρνητικών συναισθηματικών συνειρμών, στις μνήμες της κακοποίησης καθώς και στην υιοθέτηση γνωστικών λειτουργιών αναφορικά με τα γεγονότα. Στους γονείς γίνεται επίσης θεραπεία έτσι ώστε να κατανοήσουν τις αντιδράσεις των παιδιών όπως και τον απαιτούμενο θεμιτό χειρισμό τους. Τέλος, διδάσκονται πως οι αποτελεσματικές στρατηγικές συμπεριφοράς αποκρίνονται στις συµπεριφορικές αντιδράσεις των παιδιών (Τσιαντής, 1991).

Σύμφωνα με την παιγνιοθεραπεία, το παιχνίδι αποτελεί ένα από τα βασικότερα σχήματα στην διαδικασία εκβάθυνσης του παιδικής συμπεριφοράς. Διεργασίες όπως η κυριότητα, η επίλυση προβλημάτων και συγκρούσεων, η επικοινωνία, η συναισθηματική έκφραση, το γνωστικό τέντωμα, τα αναπτυξιακά βήματα καθώς και τα σχεσιακά ζητήματα αποτελούν σημαντικά πεδία προς διερεύνηση. Το θεραπευτικό παιχνίδι χρησιμοποιείται από εκπαιδευμένους επαγγελματίες ως εργαλείο με σκοπό την παροχή βοήθειας σε παιδιά που αντιμετωπίζουν ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Το κακοποιημένο παιδί που ενεργεί με επίκεντρο τον τραυματισμό, δύναται να επιλέξει προσεκτικά ανάμεσα στα παιχνίδια που θα αποτελέσουν η θα δημιουργήσουν στοιχεία της εμπειρίας του καθ’ αυτού τραύματος. Σκοπός της εκάστοτε επιλογής αποτελεί η κατά το δυνατόν εμπεριστατωμένη επεξεργασία και ενσωμάτωση του στην ψυχοσύνθεση του παιδιού. Μέσω του μετατραυματικού παιχνιδιού, τα παιδιά εκτίθενται στην ιστορία, το σενάριο ή τη σειρά συμπεριφοράς που φοβούνται. Παιχνίδι εστιασμένο στο τραύμα συχνά δίνει τη θέση του στη συναισθηματική απαλλαγή, τη γνωστική αξιολόγηση και απελευθερώνει ψυχική ή συναισθηματική ενέργεια που συνδέεται με τραυματικές μνήμες (Αβραμίκα, Λαφαζάνη & Στεφανούδη, 2013).

Μια τελευταία θεραπευτική ενίσχυση αποτελεί η θεραπεία της μεμονωμένης ομάδας σε κακοποιημένα παιδιά που πάσχουν από διαταραχή ταυτότητας. Το λεγόμενο «θέατρο ενός προσώπου», το οποίο δημιουργήθηκε ως θεραπεία μεμονωμένων ομάδων για θύματα σεξουαλικής κακοποίησης. Στόχος της είναι να βοηθήσει το παιδί να διαλέξει τα διαφορετικά κράτη-εγώ, να ενισχύσει εκείνους που έχουν προστατευτικούς ρόλους, να μειώσει το αντίκτυπο της επιρροής του θύτη με στόχο να αναμορφώσει και να αξιοποιήσει τη δύναμή του, ενώ παράλληλα παίρνουν θέση οι “συναντήσεις ομάδας”. Τελικός στόχος είναι να επιλέξει εκείνον τον ηγέτη ομάδας που θα γίνει αποδεκτός από όλες τις άλλες τροποποιήσεις (Αβραμίκα, Λαφαζάνη & Στεφανούδη, 2013).

Οι διάφορες δραματικές επιπτώσεις που προέκυψαν στη λειτουργικότητα του παιδιού, είναι αφορμή προς διαμόρφωση πρακτικών με σκοπό την αντιμετώπιση του φαινομένου αφενός από τους επιστήμονες και αφετέρου από την εκάστοτε πολιτεία. Πρακτικές σε επίπεδο νομοθετικό, ποινικό, συμβουλευτικό, θεραπευτικό, κοινωνικής πρόνοιας και πρόληψης. Αναφορικά με την παιδική κακοποίηση είναι αναγκαίο να προβλέπεται μεγαλύτερη προσοχή στην προστασία του κακοποιημένου παιδιού, επιβολή αυστηρότερης ποινής του δράστη τέτοιων πράξεων και επιβολή ποινής για μεσάζοντα άτομα σε εμπορικά θέματα ανηλίκων (Τσιαντής, 1991).

Αναλυτικότερα θα ήταν θεμιτό να υφίσταται η εκπόνηση ενημερωτικών προγραμμάτων για επαγγελματίες που συμβάλουν στον εντοπισμό περιστατικών παιδικής κακοποίησης και έρχονται σε συχνή επικοινωνιακή επαφή με παιδιά. Πεδία που έχουν άμεση σχέση με το παιδί θα πρέπει να κατέχουν την κατάλληλη εκπαίδευση ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθούν εγκαίρως σημάδια κακοποίησης αλλά και να τα αντικρούσουν. Επιπλέον κάποιο από αυτά τα προγράμματα να αφορά τον ευρύτερο πληθυσμό της κοινωνίας με σκοπό την ευαισθητοποίηση των πολιτών όπως τον εντοπισμό και αναγνώριση επικίνδυνων περιστατικών (Κουρκουτάς, 2011).

Πεδίο δράσης θα πρέπει να αποτελέσει τόσο η ενημέρωση των παιδιών σε νεαρή ηλικία για τα δικαιώματα τους όσο και οι τρόποι προστασίας των ίδιων. Για ένα καλύτερο επιθυμητό αποτέλεσμα θα πρέπει να γίνεται αξιολόγηση των μέχρι τώρα καταγεγραμμένων παρεμβάσεων. Σύμφωνα με έρευνες η παιδική κακοποίηση αλλά και οι δύσκολες συνθήκες κατά την παιδική ηλικία οδηγούν κατά την ενηλικίωση σε συμπεριφορές κινδύνου κάτι που συνδέεται άμεσα με κύριες αιτίες θανάτου αλλά και χρόνιων ασθενειών. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει κατανόηση του φαινομένου της παιδικής κακοποίησης ώστε να λάβει θέση η κατάλληλη διαδικασία κινητοποίησης για την εξάλειψη του. Παρόλο που κάποιες παρεμβάσεις όπως η εκπαίδευση των γονέων, η κατ’ οίκον επίσκεψη, οι υπηρεσίες προστασίας του παιδιού, οι ευνοϊκές δικαστικές τακτικές προς το παιδί, η αναφορά και η θεραπεία των δραστών που θεσπίζει ο νόμος διαφαίνονται αποτελεσματικές, μεγάλη ανάγκη αποτελεί η αξιολόγηση και άλλων τακτικών. Πέραν από την εξάλειψη του φαινομένου σημαντικό προς επίτευξη αποτελεί η κατά το δυνατόν εμπεριστατωμένη και αποτελεσματική παρέμβαση προς όφελος των θυμάτων (Κουρκουτάς, 2011).

Η διεθνή κοινότητα Αποτροπή της Παιδικής Κακοποίησης και Παραμέλησης (ISPCAN) σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) ενεργούν με σκοπό την συστηματική και ενδελεχή προσπάθεια για τη διάδοση του φαινομένου. Συνέταξαν το βιβλίο ‘‘Preventing child maltreatment: a guide to taking action and generating evidence’’ με σκοπό την παγκόσμια συνεργασία για την αντιμετώπιση του φαινομένου με μια σειρά τακτικών πρόληψης βασιζόμενη σε επιστημονικές μελέτες. Για την επίτευξη αυτού, αναγκαία αποτελεί η επιδημιολογική μελέτη για το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης. Με αυτόν τον τρόπο θα είναι δυνατό να υπάρξουν τεκμηριωμένοι τρόποι πρόληψης. Σημαντικό είναι να καταγραφούν τα χαρακτηριστικά τόσο του θύτη όσο και του θύματος, παράγοντες που υποκινούν την παιδική κακοποίηση οι οποίοι χρήζουν προσοχής ή θέτουν υψηλό τον κίνδυνο και μπορεί να καταστήσουν ένα πιθανό στόχο-θύμα. Τέλος, σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες σε νεαρή ηλικία υπάρχει κίνδυνος μετασχηματισμού του εγκεφάλου, ύστερα από έκθεση σε συστηματικές στρεσογόνες καταστάσεις, όπως αυτή της κακοποίησης αφού μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τα αναπτυξιακά επίπεδα ενός παιδιού κατά την ενηλικίωση του (Κουνεγέρη, 2000).

Το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης υπόκειται σε πολυπαραγοντικά αίτια, επομένως δεν υφίσταται μία και μοναδική λύση προς τον έλεγχο και αντιμετώπιση του. Αντιθέτως αναγκαίο αποτελεί να καθίσταται εφικτή κάθε πιθανή προσαρμογή και ευελιξία των κατάλληλων πρακτικών και παρεμβάσεων σε συνάφεια με τα χαρακτηριστικά του κάθε θύματος ξεχωριστά, του θύτη και των επιμέρους στοιχείων κάθε είδους κακοποίησης.

Αξιόποινο προς εμβάθυνση αποτελεί όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο μια συντονισμένη και λειτουργική προσπάθεια για δημιουργία και εφαρμογή σχεδίου δράσεως. Ο ευρύς αριθμός των αρνητικών συνεπειών τόσο στην ανάπτυξη της παιδικής ηλικίας όσο και με το πέρας του χρόνου στην ενήλικη ζωή σκιαγραφεί τα ανεξίτηλα σημάδια που «καλούν» προς επούλωση. Επομένως αναγκαία είναι η λήψη μέτρων για περιορισμό και διακοπή του φαινομένου και των αποτρόπαιων πράξεων.


Πηγές:

Αβραμίκα, Μ., Λαφαζάνη, Π., & Στεφανούδη, Ε. (2013). Παιδική κακοποίηση και. παρεμβάσεις. Επιστημονικά Χρονικά3, 146-151.

Κουνεγέρη Μ. (2000). Η κακοποίηση το παιδιού. Κουτσούμπος. Αθήνα.

Κουρκούτας, Η. (2011). Προβλήματα συμπεριφοράς στα παιδιά. Παρεμβάσεις στο πλαίσιο της οικογένειας και του σχολείου. Παρεμβάσεις στο πλαίσιο της οικογένειας και του σχολείου.

Ronan, K. R., Canoy, D. F., & Burke, K. J. (2009). Child maltreatment: Prevalence, risk, solutions, obstacles. Australian Psychologist44(3), 195-213.

Tsiantis, J., Caldwell, B., Dragonas, T., Jegede, R. O., Lambidi, A., Banaag, C., & Orley, J. (1991). Development of a WHO Child Care Facility Schedule (CCFS): a pilot collaborative study. Bulletin of the World Health Organization69(1), 51.

 

 

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top