Σαν μαύρο μαργαριτάρι, σε έναν ωκεανό γεμάτο λευκά | Πάστα Φλώρα

Διασχίζω κατά μήκος έναν μακρύ δρόμο, πλαισιωμένο από ψηλά, πυκνά δέντρα, με φύλλα που θρόιζαν στο άγγιγμα του ανέμου, κοντά στην επαρχία του Μπράνσγουικ κάνοντας joking. Μέσα από τα ακουστικά μου αναδύεται το “Good as Hell” της Lizzo παρασέρνοντας με στη δίνη της μουσικής.

Ξαφνικά στο δρόμο ξεπροβάλλει ένα ανοικτό ημιφορτηγό, στην καρότσα του στέκει όρθιος ένας άνδρας μέσης ηλικίας τα χαρακτηριστικά του οποίου αγνοώ, δίχως να γνωρίζω, ότι σε λίγα λεπτά θα σφραγίσει τη μοίρα μου. Επιχειρώ, να αποφύγω το όχημα αλλάζοντας κατεύθυνση τη στιγμή, που ένας δεύτερος άνδρας ξεπροβάλλει αιφνιδιαστικά και ασκώντας όλη του τη δύναμη προσπαθεί να με ακινητοποιήσει.

Φόβος ρέει στις φλέβες μου. Προσπαθώ, να τον αποθήσω. Ψελλίζω. Εξηγήσεις, παρακλήσεις κατορθώνουν, να βγουν με δυσκολία από το στόμα μου. Ξαφνικά ο κρότος ενός όπλου σχίζει τον αέρα και αφόρητος πόνος αρχίζει να απλώνεται στο δεξί μου καρπό.

Η σκέψη του τι μπορεί, να έχω κάνει σε αυτούς τους ανθρώπους τριβελίζει το μυαλό μου, όμως δεν προλαβαίνω, να το συλλογιστώ καθώς ένας δεύτερος πυροβολισμός ακούγεται και μια σφαίρα τρυπά το στήθος μου. Σωριάζομαι ανήμπορος, να αμυνθώ. Οι εκτελεστές μου με κοιτάνε γεμάτοι ικανοποίηση. Τα μάτια μου συναντάνε τα δικά τους σε μια τελευταία, απελπισμένη προσπάθεια σωτηρίας, όμως άδικα.

Το μόνο που αντικρίζω είναι σκληρότητα και απέχθεια. Κατόπιν ακολουθεί ένας τρίτος πυροβολισμός. Δέχομαι μια ακόμη βολή στο στήθος μου.

Η σφαίρα διαπερνά το σώμα μου. Σχίζει και σφηνώνεται στη σάρκα μου. Κειτομαι σε μια λίμνη αίματος. Αισθάνομαι τον πόνο να με καίει και το καυτό παχύρευστο υγρό να ξεχειλίζει από μέσα μου τη στιγμή που αφήνω την τελευταία μου πνοή. Το όνομα μου είναι Ahmaud Arbery.

Σταθμεύω το αμάξι μου σε μια γειτονιά της Μινεσότα. Κατεβαίνω, θερμός αέρας, που σηματοδοτεί την έναρξη του καλοκαιριού, χτυπά το πρόσωπο μου. Κατευθύνομαι προς το τοπικό μίνι μάρκετ.

Διασχίζω τους διαδρόμους συλλέγοντας τα ψώνια μου και κατευθύνομαι προς το ταμείο. Η ψηλή γεροδεμένη υπάλληλος σκανάρει με ταχύτητα τα προϊόντα και με ενημερώνει για το κόστος τους. Τοποθετώ μπροστά της ένα χαρτονόμισμα των είκοσι δολαρίων. Με γρήγορες κινήσεις τοποθετώ τις αγορές μου σε χάρτινες σακούλες τη στιγμή, που η στριγκή φωνή της πωλήτριας σχίζει των αέρα.

«Κλέφτη» ουρλιάζει και γεμάτη θυμό και ένταση κουνάει το χαρτονόμισμα μπροστά στο πρόσωπο μου. Σκόρπιες, ασυγκρότητες λέξεις αναμειγμένες με βρισιές βγαίνουν από το στόμα της. Έπειτα από αρκετό κόπο καταλαβαίνω τι συνέβη, το χαρτονόμισμα που χρησιμοποίησα για τις αγορές μου ήταν πλαστό.

Μέσα σε μια άγονη προσπάθεια να της εξηγήσω, ότι πρόκειται απλά για μια παρεξήγηση, προσφέρομαι να αντικαταστήσω τα χρήματα. Με κοιτάει γεμάτη τρόμο, δυσπιστία και απέχθεια. Παράλληλα πληκτρολογεί έναν αριθμό. Σύντομα καταλαβαίνω, ότι πρόκειται για τον αριθμό της αστυνομίας.

Τέσσερα λεπτά έπειτα από την καταγγελία δύο αστυνομικοί εισέρχονται με φόρα στο κατάστημα. Κρύος ιδρώτας με λούζει. Ο ένας με σημαδεύει με το όπλο του. Η καρδιά μου χτυπάει ηχηρά. Η παλάμη του συγκρούεται με το δέρμα του χεριού μου και βίαια με τραβάει έξω από το κτίριο. Δάκρυα κυλάνε από τα μάτια μου.

Σε δευτερόλεπτα τα χέρια μου βρίσκονται φυλακισμένα ανάμεσα σε χειροπέδες και το σώμα μου ακινητοποιημένο στον τοίχο του καταστήματος. Ο ήχος της σειρήνας ενός περιπολικού διαπερνά την ησυχία του μεσημεριού. Τα στεγνά πλέον ρυάκια δακρύων καίνε το πρόσωπο μου. Με βία επιχειρούν, να με βάλουν μέσα στο όχημα. Όλες μου οι αισθήσεις έχουν παγώσει. Ανήμπορος να αντιδράσω, ψελλίζω εξηγήσεις, όμως μάταια η απόφαση έχει ήδη παρθεί και η «ενοχή» μου είναι αδιαμφισβήτητη.

Το χέρι ενός αστυνομικού χτυπά βίαια την πλάτη μου και σωριάζομαι με τα γόνατα μου, να συγκρούονται ηχηρά με το έδαφος.

Το φως της σειρήνας ενός δεύτερου περιπολικού τυφλώνει τα μάτια. Δύο αστυνομικοί ξεπροβάλλουν από το όχημα και με ταχύτητα κινείται προς την κατεύθυνση μας. Ο ένας σπρώχνει τους συναδέλφους του, που με περικυκλώνουν και γονατίζει από πάνω μου τοποθετώντας το γόνατο του στο λαιμό μου με πίεση. Δεν μπορώ, να άναπνευσω. Αποπειρώμαι για μια ακόμη φορά, να υπερασπιστώ με λόγια τον εαυτό μου. Παρακαλώ τους αστυνομικούς. Διαιρωτώμαι φωναχτά για ποιό λόγο συμβαίνουν όλα αυτά, όμως οι λέξεις με δυσκολία και μόχθο κατορθώνουν, να βγουν από το στόμα μου.

Ασθμαίνω. Παρακαλάω για βοήθεια. Οξύς πόνος απλώνεται στην πλάτη και το στήθος μου. Δεν μπορώ να άναπνευσω. Φωνάζω το όνομα της μητέρας μου. Ο συνδυασμός του τρόμου και του πόνου καταλύει σταδιακά τις αισθήσεις μου. Μαύρες κουκίδες κάνουν την εμφάνιση τους στο οπτικό μου πεδίο.

«Μην με σκοτώσετε» προσφέρω  με δυσκολία γεμάτος φόβο και η φωνή μου σπάει. Επαναλαμβάνω την παράκληση μου. Ικετεύω για αυτό, που η πλειοψηφία της ανθρωπότητας θεωρεί αυτονόητο, τη ζωή μου. Έντονο βουητό σφυροκοπάει τα αυτιά μου. Δεν μπορώ, να άναπνευσω.

Η πίεση που ασκεί το γόνατο του αστυνομικού στο λαιμό μου, αυξάνεται διαρκώς. Τα πάντα άρχιζουν, να σκοτεινιάζουν, αισθάνομαι ότι όλα σβήνουν. Έκληπαρω ακόμη μια φορά για βοήθεια. Άκουω τις φωνές και έπιφωνηματα φρίκης των παρατηρητών. Η φωνή μου ενώνεται με τη δική τους.

Oυρλιαζώ κι εγώ μαζί τους. «Παρακαλώ. Δεν μπορώ, να άναπνευσω».

Το όνομα μου είναι George Floyd. Ο ήχος μιας σειρήνας διαπερνά για ακόμη μια φορά την ατμόσφαιρα. Αυτή την φορά δεν πρόκειται για αστυνομικό όχημα, αλλά για ασθενοφόρο. Με μεταφέρουν στο κοντινότερο νοσοκομείο, όπου σύντομα η καρδιά μου παύει, να χτυπά.


Τα παραπάνω γεγονότα αποτελούν δύο μονάχα από τις δολοφονίες, που πραγματοποιήθηκαν στην Αμερική τους τελευταίους μήνες. Παρόλα αυτά αν βυθιστούμε στις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας, θα ανακαλύψουμε, ότι αμέτρητος αριθμός αυτών είναι βαμμένος με το αίμα σκουρόχρωμων και το άσβεστο μισός μεγάλου αριθμού ατόμων με λευκό δέρμα.


Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν ο «Προπηλακισμός των Έξι του Νιούμπερι» («The Newberry Six lynchings» , 1916), το  «Κόκκινο Καλοκαίρι» («The Red Summer» , 1919), η «Σφαγή της Τουλσα» («Tulca race massacre» , 1921) και η «Σφαγή του Ρόουζγουντ» («Rosewood race massacre» , 1923).


Πληθώρα παραδειγμάτων συναντάμε και στη σύγχρονη εποχή με τους «μαύρους» ανθρώπους, να αποτελούν μόλις το 13% του πληθυσμού των ΗΠΑ αλλά στατιστικά, να συγκεντρώνουν διπλάσιες πιθανότητες, να δολοφονηθούν από την αστυνομία σε σύγκριση με τους λευκούς.

Την ίδια στιγμή οι συνέπειες που αντιμετωπίζει η αστυνομία για τη δολοφονία τους, είναι σχεδόν ανύπαρκτες, με τον πρώην αστυνομικό, και συνένοχο στη δολοφονία του George Floyd, Thomas Lane να αφήνεται ελεύθερος με υποβολή εγγύησης ένα εικοσιτετράωρο έπειτα από την κηδεία του 46χρονου.

Ονόματα όπως αυτό της Breonna Taylor, του Jordan Taylor της Atatiana Jefferson, του Stephon Clark, του Philando Castile, του Freddy Grey, οι ιστορίες και οι κραυγές για βοήθεια των οποίων δεν μπόρεσαν, να ακουστούν και η δικαιοσύνη δεν αποδόθηκε ποτέ. Όπου και να βρίσκεσαι, το να είσαι σκουρόχρωμος, σημαίνει, ότι θεωρείσαι «κατώτερος» από κάποιον λευκό.

Η άσπλαχνη δολοφονία του George Floyd δεν ήταν η πρώτη, ούτε η τελευταία που διεξάχθηκε υπό βάναυσες άδικες συνθήκες λόγω του χρώματος της επιδερμίδας του. Κατάφερε όμως, να πυροδοτήσει μία σειρά από έντονες αντιδράσεις. Είναι καιρός λοιπόν, να αντιδράσουμε και ενωμένοι να καταφέρουμε, να φτάσουμε ένα βήμα πιο κοντά στην διεκδίκηση της ισότητας, η οποία δεν μπορεί, να υπάρξει αν δεν είναι καθολική.

Όσο μακρινά ή «ακίνδυνα» κι αν μας φαίνονται αυτά τα γεγονότα, θα μπορούσαν, να είναι – ή μελλοντικά να αποτελέσουν – τη δική μας πραγματικότητα και αν δεν δράσουμε τώρα, δεν θα έχει μείνει κανένας να μας υπερασπιστεί.



«Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα,
Δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει…»

– Μπέρτολτ Μπρεχτ

Ιωάννα Δημητσάνου

 

See Also
Φρανκενστάιν Εκδόσεις Ψυχογιός
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top