Coyote vs. Acme | Movie Review

Από το 1949, όταν πρωτοεμφανίστηκε στο μικρού μήκους Fast and Furry-ous των Looney Tunes, ο Γουίλι το Κογιότ έχει έναν και μοναδικό στόχο: να πιάσει το Μπιπ-Μπιπ. Έχει σχέδιο, επιμονή, αυτοπεποίθηση και πρόσβαση στον ατελείωτο κατάλογο προϊόντων της ACME. Πύραυλοι, δυναμίτες, παγίδες, ελατήρια και κάθε λογής ευρεσιτεχνία επιστρατεύονται για να καταλήξουν, με μαθηματική ακρίβεια, σε ακόμη μία καταστροφή του ίδιου τους του αγοραστή. Το Κογιότ πέφτει από γκρεμούς, ανατινάζεται, συνθλίβεται και επιστρέφει σχεδόν ανέπαφο, έτοιμο να δοκιμάσει ξανά. Κι εμείς γελάμε. Για σχεδόν οκτώ δεκαετίες, αυτή ήταν η δουλειά του: να αποτυγχάνει, ώστε να διασκεδάζουμε εμείς. Τι θα συνέβαινε, όμως, αν κάποια στιγμή αποφάσιζε να σταματήσει να παραγγέλνει τα επόμενα εκρηκτικά προϊόντα του και να αναζητήσει δικαιοσύνη; Αν το πρόβλημα δεν ήταν η δική του ανικανότητα, αλλά η εταιρεία που του πουλάει τα μέσα για να καταστρέφεται; Εδώ έρχεται η ταινία Coyote vs. Acme.

Αυτή είναι η εξαιρετικά ευρηματική αφετηρία του Coyote vs. Acme, μιας ταινίας που συνδυάζει animation και live action, μετατρέποντας το διαχρονικό αστείο των Looney Tunes σε δικαστική διαμάχη. Ο Γουίλι προσλαμβάνει τον Κέβιν Έιβερι, έναν δικηγόρο που βρίσκεται μακριά από ελίτ του επαγγέλματος του, για να στραφεί εναντίον της ACME. Απέναντί τους βρίσκεται ο Μπάντι Κρέιν, ένας πανίσχυρος εταιρικός νομικός εκπρόσωπος που καλείται να προστατεύσει τα συμφέροντα της εταιρείας. Όσο η υπόθεση προχωρά, τόσο αποκαλύπτεται ένας μηχανισμός εταιρικής αλαζονείας, συγκάλυψης και ατιμωρησίας.

Η ιδέα, βασισμένη χαλαρά στο σατιρικό άρθρο του Ίαν Φρέιζιερ που δημοσιεύτηκε στο The New Yorker το 1990, είναι από εκείνες που αναρωτιέσαι πώς δεν είχαν αξιοποιηθεί νωρίτερα. Το σενάριο υπογράφει η Σάμι Μπερτς, με τον Τζέιμς Γκαν και τον Τζέρεμι Σλέιτερ μεταξύ των συντελεστών της ιστορίας, ενώ τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο Ντέιβ Γκριν. Και κάπου εδώ θα μπορούσε να ξεκινήσει μια απολαυστική ιστορία για το πώς το Χόλιγουντ βρήκε έναν έξυπνο τρόπο να επανασυστήσει έναν αγαπημένο χαρακτήρα. Αν δεν μεσολαβούσε το ίδιο το Χόλιγουντ, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές η πραγματικότητα γράφει τις καλύτερες σάτιρες.

Τον Νοέμβριο του 2023, η Warner Bros. ακύρωσε την προγραμματισμένη κινηματογραφική κυκλοφορία της ολοκληρωμένης ταινίας, επιλέγοντας να τη διαγράψει από τα περιουσιακά της στοιχεία για φορολογικούς λόγους. Ένα έργο που είχε ήδη γυριστεί, με γνωστούς ηθοποιούς και μια πρωτότυπη ιδέα, κινδύνευε να μη συναντήσει ποτέ το κοινό του. Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις στους συντελεστές και στον κινηματογραφικό χώρο, μετατρέποντας την ταινία σε σύμβολο μιας βιομηχανίας που μπορεί να επενδύει εκατομμύρια σε ένα έργο και στη συνέχεια να αποφασίζει ότι η ύπαρξή του δεν εξυπηρετεί πλέον τους οικονομικούς της σχεδιασμούς.

Coyote vs. Acme | Εισιτήρια online! | More.com

Η ειρωνεία ήταν σχεδόν εξωφρενική. Μια ταινία που καταγγέλλει την εταιρική αυθαιρεσία και τη συμπεριφορά ενός πανίσχυρου κολοσσού βρέθηκε η ίδια στο έλεος ενός πανίσχυρου κολοσσού, ο οποίος αποφάσισε ότι δεν άξιζε καν να κυκλοφορήσει. Η ACME, τουλάχιστον μέσα στην ταινία, δεν θα μπορούσε να είχε σχεδιάσει καλύτερη διαφημιστική καμπάνια για τον εαυτό της. Η Warner Bros. κατάφερε, χωρίς να το επιδιώξει, να γίνει το πιο εύστοχο παράδειγμα της ίδιας της ιστορίας που παρήγαγε: μια εταιρεία που δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη για όσα προκαλεί.

Η περιπέτεια, ευτυχώς, δεν τελείωσε εκεί. Το 2025, η ανεξάρτητη Ketchup Entertainment απέκτησε τα δικαιώματα διανομής και έδωσε στην ταινία μια δεύτερη ευκαιρία. Στις 28 Αυγούστου 2026, το Coyote vs. Acme έφτασε τελικά στις αμερικανικές αίθουσες, ενώ στην Ελλάδα κυκλοφορεί σήμερα. Η διεθνής κριτική το υποδέχτηκε θερμά: στο Rotten Tomatoes συγκεντρώνει 96% θετικές κριτικές, ενώ στο Metacritic η βαθμολογία του βρίσκεται στο 76/100. Στο box office, η ταινία κινήθηκε σε αξιοπρεπή αλλά όχι εντυπωσιακά επίπεδα, με εισπράξεις περίπου 60 εκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία. Δεν έγινε το blockbuster που θα μπορούσε να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Έγινε, όμως, μια ταινία που αρνήθηκε να εξαφανιστεί πριν καν της δοθεί η ευκαιρία να παίξει.

Και το σημαντικότερο είναι ότι το Coyote vs. Acme δεν χρειάζεται την περιπέτεια της παραγωγής του για να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Η ιδέα του αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις πάνω σε ένα καθιερωμένο franchise, ακριβώς επειδή δεν αρκείται στην ανακύκλωση της νοσταλγίας. Αντί να προσφέρει μια ακόμη περιπέτεια που βασίζεται αποκλειστικά στην αναγνωρισιμότητα των Looney Tunes, παίρνει το ίδιο το σύμπαν τους και αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Η ερώτηση δεν είναι πλέον πώς θα καταφέρει το Κογιότ να πιάσει το Μπιπ-Μπιπ, αλλά ποιος ευθύνεται για τις επαναλαμβανόμενες αποτυχίες του και ποιος τελικά επωφελείται από αυτές.

Η ACME γίνεται το σύμβολο μιας εταιρικής κουλτούρας που πουλά προϊόντα, αποφεύγει τις ευθύνες της και θεωρεί ότι το μέγεθός της αρκεί για να την προστατεύσει από κάθε συνέπεια. Απέναντί της, το Κογιότ δεν διαθέτει ούτε χρήματα ούτε εξουσία. Διαθέτει, όμως, την επιμονή να αμφισβητήσει τους όρους ενός παιχνιδιού που όλοι οι υπόλοιποι έχουν αποδεχτεί ως φυσιολογικό. Η ταινία ασκεί κριτική εκ των έσω στη βιομηχανία που τη γέννησε, αξιοποιώντας τη δομή ενός δικαστικού δράματος για να μιλήσει για την εταιρική απληστία, την άνιση κατανομή της δύναμης και την ατιμωρησία των ισχυρών. Δεν ανακαλύπτει ξανά την πολιτική σάτιρα, αλλά βρίσκει έναν απρόσμενα εύστοχο τρόπο να τη χωρέσει σε ένα σύμπαν που μάθαμε να αντιμετωπίζουμε ως αποκλειστικά κωμικό.

Film Review: Coyote vs. Acme - SLUG Magazine

Εδώ βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα meta διάσταση της ταινίας. Για δεκαετίες, βλέπαμε το Κογιότ να ανατινάζεται, να συνθλίβεται και να πέφτει από γκρεμούς, χωρίς να αναρωτιόμαστε ιδιαίτερα τι σημαίνει να είσαι ένας χαρακτήρας καταδικασμένος να αποτυγχάνει για να λειτουργεί το αστείο. Η αποτυχία του ήταν η διασκέδασή μας και η επανάληψή της η εγγύηση ότι θα γελάσουμε ξανά. Το Coyote vs. Acme δεν επιχειρεί να ακυρώσει αυτή την κληρονομιά ούτε να μας κάνει να αισθανθούμε ενοχές για το χιούμορ των Looney Tunes. Μας ζητά, όμως, να αλλάξουμε οπτική γωνία. Να δούμε πίσω από το αμόνι και την έκρηξη έναν χαρακτήρα που έχει κουραστεί να αποτελεί το μόνιμο θύμα της ίδιας ιστορίας.

Αυτή η μετατόπιση είναι που δίνει στην ταινία το συναισθηματικό της βάθος. Η σχέση του Γουίλι με τον δικηγόρο του, η ανάγκη του να ακουστεί και η επιμονή του να διεκδικήσει το αυτονόητο δημιουργούν έναν ανθρώπινο πυρήνα που λειτουργεί πέρα από τη νοσταλγία. Το Κογιότ δεν χρειάζεται να μεταμορφωθεί σε νικητή για να αποκτήσει αξία. Χρειάζεται να πάψει να αντιμετωπίζεται ως ο χαμένος που υπάρχει μόνο για να προκαλεί γέλιο. Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική παρατήρηση της ταινίας προς εμάς: πόσο εύκολα συνηθίζουμε να βλέπουμε κάτι ως αστείο, όταν δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι κρύβεται πίσω από αυτό.

Βέβαια, το σενάριο θα μπορούσε να ακολουθήσει έναν ακόμη πιο τολμηρό δρόμο. Θα μπορούσε να στρέψει την κριτική του όχι μόνο προς την ACME, αλλά και προς την ίδια την ιστορία του franchise: προς ένα σύμπαν που έχει χτίσει μεγάλο μέρος της διασκέδασής του πάνω στην αδιάκοπη καταδίωξη και τη συντριβή ενός χαρακτήρα. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί πιο ευθέως ποια είναι η ευθύνη του ίδιου του θεάματος όταν η επανάληψη της βίας μετατρέπεται σε ψυχαγωγία. Μια τέτοια επιλογή θα έκανε τη meta ανάγνωση ακόμη πιο αιχμηρή, φτάνοντας μέχρι την αμφισβήτηση των ίδιων των θεμελίων του κόσμου που αξιοποιεί.

Η ταινία, ωστόσο, επιλέγει έναν πιο προσιτό δρόμο. Προτιμά να διατηρήσει τον οικογενειακό χαρακτήρα της, να επενδύσει στη συγκίνηση και να προσφέρει μια ιστορία δικαίωσης χωρίς να φτάσει μέχρι την πλήρη αναθεώρηση της κληρονομιάς των Looney Tunes. Είναι μια χαμένη ευκαιρία, όχι όμως μια αποτυχία. Γιατί ακόμη κι έτσι, το Coyote vs. Acme διαθέτει κάτι που λείπει από πολλές σύγχρονες παραγωγές: μια ιδέα που δεν περιορίζεται στο να δικαιολογήσει την επιστροφή ενός γνώριμου τίτλου, αλλά έχει πραγματικά κάτι να πει.

Ο συνδυασμός animation και live action λειτουργεί, η σάτιρα διατηρεί το χιούμορ της και το συναίσθημα δεν μοιάζει με υποχρεωτική προσθήκη για να αποκτήσει η ιστορία μεγαλύτερο βάρος. Η ταινία δεν φτάνει στην απόλυτη σουρεαλιστική φρενίτιδα που θα μπορούσε να γεννήσει η σύλληψή της, αλλά καταφέρνει να προσφέρει μια απολαυστική κωμωδία με καρδιά και ουσιαστική κριτική ματιά. Κυρίως, αποδεικνύει ότι ένα franchise δεν χρειάζεται απλώς να επαναλαμβάνει όσα αγαπήσαμε στο παρελθόν. Χρειάζεται να βρίσκει νέους τρόπους να μας κάνει να τα κοιτάξουμε διαφορετικά.

Τελικά, το Coyote vs. Acme είναι μια ταινία που δικαιούται την ευκαιρία που παραλίγο να της στερήσουν. Όχι επειδή η περιπέτεια της παραγωγής της την καθιστά αυτομάτως σπουδαία, αλλά επειδή πίσω από αυτήν υπάρχει μια πραγματικά έξυπνη ιδέα, μια ανθρώπινη ιστορία και μια σατιρική διάθεση που βρίσκει στόχο. Το Κογιότ μπορεί να μην έπιασε ποτέ το Μπιπ-Μπιπ. Αυτή τη φορά, όμως, πέτυχε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: έβαλε στο εδώλιο την ίδια τη λογική που το ήθελε για πάντα χαμένο και το Χόλιγουντ, για μία φορά, βρέθηκε να απολογείται για το αστείο.

★★★★☆

Βασιλακόπουλος Χρήστος