Δύο Μαύρα Πουκάμισα: Όταν η ελληνική μυθοπλασία φοράει τα ίδια ρούχα

Η μυθοπλασία στην ιδιωτική τηλεόραση επέστρεψε και την αυλαία σήκωσε, όπως συνηθίζεται, το MEGA. Ναι, μπορεί εδώ και μία εβδομάδα στον ΣΚΑΪ να παίζεται η νέα σειρά του Ανδρέα Γεωργίου, αλλά μοιάζει περισσότερο με μια σειρά που δεν σταμάτησε ποτέ, ακόμη κι αν άλλαξε κανάλι. Έτσι, το MEGA μπήκε στη μάχη της διεκδίκησης της prime time ζώνης με ένα διπλό επεισόδιο της νέας σειράς «Δύο Μαύρα Πουκάμισα».

Η σειρά «Δύο Μαύρα Πουκάμισα» είναι νέα παραγωγή του MEGA, βασισμένη στο βιβλίο του Μένιου Σακελλαρόπουλου, σε σενάριο της Εμμανουέλας Αλεξίου και σκηνοθεσία των Μάριου Καραμάνη και Κώστα Κιμούλη. Είναι η πρώτη φορά που μεταφέρεται στη μικρή οθόνη βιβλίο του Μένιου Σακελλαρόπουλου, ενώ η Εμμανουέλα Αλεξίου, που υπογράφει το σενάριο, έχει ήδη δώσει σαφές δείγμα γραφής για το τι παραδίδει, με πιο πρόσφατο τον «Σασμό». Η σκηνοθετική γραφή, από την άλλη, του Μάριου Καραμάνη, ο οποίος σκηνοθέτησε πρόσφατα εννέα επεισόδια του «Πόρτο Λεόνε» στον Alpha, έρχεται να συνδυαστεί με τον παλαίμαχο του είδους Κώστα Κιμούλη.

Το βασικό story της σειράς είναι ένα ερωτικό τρίγωνο που φέρνει καρδιακούς φίλους αντιμέτωπους για χάρη του πόθου τους, σε συνδυασμό με παράλληλες ιστορίες που ανακατεύουν, μπερδεύουν και αποκαλύπτουν μυστικά από το παρελθόν ή και όχι. Με λίγα λόγια, έχει τις κατάλληλες και, κατά τα άλλα, πεζές βάσεις για να αναπτυχθεί μια υποτυπώδης καθημερινή σειρά, της οποίας βασικός στόχος είναι να καλύπτει μεγάλο μέρος της prime time. Με αυτό το σκεπτικό, δεν εκπλήσσει κανέναν το γεγονός ότι ο Ανδρέας Γεωργίου μπορεί να έφυγε από το κανάλι, αλλά η αισθητική του παρέμεινε ως κληρονομιά. Και αυτό μόνο ως αρνητικό μπορεί να το εκλάβει κανείς.

Δεν χρειάστηκαν ούτε τα δύο πρώτα επεισόδια της σειράς «Δύο Μαύρα Πουκάμισα» για να γίνει αντιληπτό ότι η παθογένεια που διακατέχει την ελληνική μυθοπλασία υπάρχει ακλόνητη και στη σεζόν 2026/27.

Δύο μαύρα πουκάμισα: Οι σκηνές από τα Χανιά, ο παράξενος ρόλος της Δανάης  Μιχαλάκη & ένα μυστικό - Queen.gr

 

Ένα από τα πρώτα πράγματα που υποφέρει η σειρά είναι το μοντάζ. Στα πρώτα λεπτά, τότε που ο θεατής συστήνεται μαζί της, υπάρχει μια ολόκληρη πεντάλεπτη σκηνή χορού και μουσικής που περισσότερο μουδιάζει τον θεατή παρά τον κρατά σε εγρήγορση και διεκδικεί την προσοχή του. Οι σκηνές ενώνονται απότομα, με αποκορύφωμα τη μετάβαση από το παρελθόν στη σημερινή εποχή, η οποία μοιάζει νευρική, αμήχανη και κυρίως χωρίς λόγο να είναι έτσι.

Έπειτα έρχεται η συνοχή. Ένας χαρακτήρας πέφτει θύμα βιασμού και, από το αρχικό μακιγιάζ που δείχνει την κατάστασή της, χωρίς να έχουν παρέλθει πολλές ώρες ή να έχει προηγηθεί κάποια φροντίδα, τα σημάδια εξαφανίζονται. Η ίδια καθαρίζεται χωρίς να έχει καθαριστεί, μέχρι να φτάσουμε στη στιγμή που ζητά να κάνει ένα μπάνιο και να μην έχει πλέον καμία σχέση το πώς είναι τότε με το πώς ήταν αμέσως μετά την πράξη. Παρακλάδι της συνοχής είναι και οι αντιδράσεις των ηθοποιών, οι οποίοι ενώ στη μία σκηνή έχουν γνωριστεί και έχει δημιουργηθεί μια ένωση, στην αμέσως επόμενη αντιδρούν λες και δεν ξέρουν τι έχει προηγηθεί ή τι ακριβώς ένιωσαν οι ίδιοι.

Ακολουθούν οι διάλογοι.

Τετριμμένοι διάλογοι και ατάκες μιας άλλης εποχής της τηλεόρασης, που για κάποιον λόγο εξακολουθούν να επιζούν και να διαιωνίζουν στο κοινό μια αισθητική που μοιάζει μπετόν αρμέ και θεωρείται, από όλους όσοι δεν ψάχνονται λίγο παραέξω, ως ο κανόνας. Πώς αλλιώς μπορείς να δεις μια σκηνή όπου τρεις χαρακτήρες άνω των 40 συνομιλούν μεταξύ τους και προβληματίζονται επειδή ο ένας από αυτούς δεν συστήνει την αγαπημένη του στη μητέρα του, πέρα από μια σεναριακή ευκολία που αρνούμαστε πεισματικά να προσπεράσουμε;

Για ακόμη μία φορά, στην αυγή μιας νέας τηλεοπτικής περιόδου, η ελληνική μυθοπλασία μαστίζεται από μια κρητικολαγνεία που πλέον μοιάζει να έχει γίνει θεσμός της. Θεωρεί ότι μπορεί ακόμη να απολαμβάνει τους χυμούς της προ ετών επιτυχίας του «Σασμού» στο σήμερα, παρουσιάζοντας τις ίδιες πάνω-κάτω ιδέες με διάφορες παραλλαγές, αλλά χωρίς ουσιαστική διαφορά. Ούτε στην εικόνα. Ούτε στο στήσιμο των σκηνών. Ούτε καν στον τρόπο με τον οποίο οι ηθοποιοί παραδίδουν τις ατάκες τους.

Κάπου εδώ βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Η σειρά «Δύο Μαύρα Πουκάμισα» δεν είναι κακή ή καλή. Είναι κάτι χειρότερο. Είναι η αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο κάποιοι από αυτούς που ελέγχουν την τηλεόραση θεωρούν ότι πρέπει να είναι το μέσο και τα προϊόντα του σήμερα. Με αυτά έχουν μάθει το κοινό, αυτά τους λένε ότι αρέσουν μέσα από φιλικά παράλληλα μέσα και με αυτά καταλήγει το κοινό να ζει και να περνά τον χρόνο του, αποχαυνωμένο στην ιδέα ότι αυτό αξίζει.

Και, τελικά, αυτό παίρνει.

Όχι επειδή δεν υπάρχει κάτι άλλο.

Αλλά επειδή κανείς δεν μπήκε καν στον κόπο να του το δείξει.

Βασιλακόπουλος Χρήστος