Ο τρόμος μέσα από το σασπένς | Πάστα Φλώρα

Η δημιουργία του σασπένς σε μια ταινία στον κινηματογράφο είναι από τα σημαντικότερα επιτεύγματα ενός σκηνοθέτη. Ας ξεκινήσουμε από μια απλή ερμηνεία του όρου σασπένς.

Ως σασπένς ορίζεται η αγωνία και το ενδιαφέρον, που προκαλεί η αναμονή για το πώς θα εξελιχθεί η δραματική πλοκή. Το σασπένς κρατάει σε συνεχή εγρήγορση το μυαλό του θεατή. Αυτό όμως αρκεί για να πούμε ότι πρόκεται για μια καλή ταινία;

Μερικά ερωτήματα ακόμα είναι: Tι χαρακτηρίζει μια καλή ιστορία; Ποια είναι τα στοιχεία εκείνα που καταφέρνουν να αποσπάσουν τον θεατή χωρίς να το αντιληφθεί, από το περιβάλλον του και να τον βυθίσουν αναπόδραστα σε μια ιστορία που συμβαίνει σε άλλους ανθρώπους;

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου της Τζώρτζια στις ΗΠΑ αποφάσισαν να ρίξουν φως στον τρόπο με τον οποίο το σασπένς επηρεάζει τον εγκέφαλο του θεατή. Μελέτησαν την εγκεφαλική λειτουργία όσο οι άνθρωποι έβλεπαν φιλμ που προκαλούν αγωνία με την χρήση ενός μαγνητικού τομογράφου. Ανακάλυψαν ότι κατά τη διάρκεια σκηνών με μεγάλο σασπένς ο εγκέφαλος περιόριζε αυτό που βλέπουν οι άνθρωποι και εστίαζε την προσοχή τους στην ιστορία. Η προσοχή άλλαζε και στρεφόταν στα στοιχεία, που ήταν κρίσιμα, αγνοώντας το οπτικό περιεχόμενο άνευ σημασίας.

Κατά τις στιγμές που η αγωνία μειωνόταν, οι θεατές έδιναν μεγαλύτερη προσοχή στο περιβάλλον τους. Αυτό έχει μεγάλο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς ότι η εστίαση της προσοχής και ο περιορισμός τής περιφερειακής όρασης είναι ένα από τα συμπτώματα που παρατηρούνται όταν βρίσκεται ο άνθρωπος σε μια επικίνδυνη κατάσταση και το σώμα του προσπαθεί να τον βοηθήσει να ανταποκριθεί. Ακόμα μέσω της ενσυναίσθησης με τους ηθοποιούς ο θεατής επιτυγχάνει να βιώνει παρόμοια συναισθήματα με αυτά που βιώνει ο ήρωας.

Παρακάτω θα ασχοληθούμε με δύο σκηνοθέτες, των οποίων οι ταινίες περιέχουν γενναία δόση σασπένς και αγωνίας. Τον Άλφρεντ Χίτσκοκ και τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ δύο προσωπικότητες που άφησαν σημαντικό στίγμα στην έβδομη τέχνη.

Ο Άλφρεντ Τζόζεφ Χίτσκοκ ήταν βρετανός σκηνοθέτης και παραγωγός. Δικαιολογημένα έχει αποκαλεστεί και «Άρχοντας του Σασπένς», μιας και στις ταινίες του καραδοκεί ο ψυχολογικός φόβος, που κρατάει τον θεατή σε αστείρευτη αγωνία.

Ψυχώ


Πρόκειται για μια κλασική ταινία μυστηρίου του 1960, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Μπλοχ. Η ταινία γνώρισε μεγάλη επιτυχία μόλις κυκλοφόρησε, και θεωρείται μέχρι σήμερα μια από τις κορυφαίες στο είδος της.

Το 1992 η ταινία έλαβε την 18η θέση ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών. Πρωταγωνιστές είναι δύο εραστές, η Μάριον και ο Σαμ, οι οποίοι βρίσκονται σε ένα ξενοδοχείο και συζητούν για τα προβλήματά τους. Διάφορα προβλήματα δεν τους επιτρέπουν να παντρευτούν και η Μάριον κλέβει 40.000 δολάρια από το γραφείο, στο οποίο εργάζεται και εξαφανίζεται. 

Στο δρόμο της για το άγνωστο αποκοιμιέται στην άκρη του δρόμου κινώντας τις υποψίες ενός αστυνομικού, ο οποίος αρχίζει να την ακολουθεί. Η Μάριον αλλάζει αυτοκίνητο και έτσι καταφέρνει να ξεφύγει από τον αστυνομικό. Βραδιάζει και η πρωταγωνίστρια βρίσκεται ακόμα στον δρόμο. Όμως το χαλάζι που επικρατεί την εμποδίζει να συνεχίσει τον δρόμο της και εντοπίζει ένα μικρό μοτέλ, που μοιάζει απομονωμένο και αποφασίζει να σταματήσει εκεί.

Ο ιδιοκτήτης του μοτέλ, ο Νόρμαν είναι ένας φαινομενικά συμπαθητικός και εξυπηρετικός νέος, που ζει μοναχικά στο απέναντι σπίτι μαζί με την άρρωστη μητέρα του. Η Μάριον δέχεται να δειπνήσει μαζί του και αργότερα, αποκαμωμένη, πηγαίνει στο δωμάτιό της για να κάνει ντους. Ο Νόρμαν όμως φαίνεται πως την παρακολουθούσε από μια τρύπα που είχε ανοίξει στον τοίχο. Καθώς εκείνη βρίσκεται στο ντους, μία σκοτεινή και θολή φιγούρα την πλησιάζει αργά. Προτού εκείνη προλάβει να αντιδράσει, η φιγούρα τραβά την κουρτίνα του μπάνιου και την μαχαιρώνει.

Λίγη ώρα αργότερα, ο Νόρμαν μπαίνει στο μπάνιο και έντρομος αντικρίζει το πτώμα της νεαρής γυναίκας. Για να προστατεύσει την μητέρα του, εξαφανίζει κάθε πιθανό στοιχείο βυθίζοντας το αυτοκίνητο, το πτώμα και όλα τα υπάρχοντα της Μάριον σε έναν βάλτο κοντά στο μοτέλ. Η εξαφάνιση της Μάριον, μαζί με τα λεφτά, είναι η αφορμή για να διεξαχθεί μία εντατική έρευνα. Ο ντετέκτιβ Άρμπογκαστ προσλαμβάνεται για να την βρει και μετά από διάφορα ευρήματα έρχεται και αυτός αντιμέτωπος με την μυστηριώδη φιγούρα, η οποία τον σκοτώνει.

Μετά από ώρες μη έχοντας νεότερα από τον ντεντέκτιβ η αδελφή της Μάριον και ο Σαμ αποφασίζουν να πάνε να δουν τι συμβαίνει στο μοτέλ. Επισκέπτονται τον Νόρμαν και ερευνούν εξονυχιστικά το δωμάτιο που έμενε η Μάριον. Εκεί βρίσκουν κάποια στοιχεία. Υποθέτοντας ότι η μητέρα του Νόρμαν θα γνωρίζει τι συνέβη, η αδελφή της Μάριον πηγαίνει κρυφά στο σπίτι. Ψάχνοντας στο κελάρι ανακαλύπτει έντρομη πως η μητέρα του Νόρμαν δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα σαπισμένο πτώμα. Ακριβώς εκείνη την στιγμή ο Νόρμαν έρχεται καταπάνω της, ντυμένος με ρούχα ίδια με της μητέρας του, και με περούκα. Καθώς είναι έτοιμος να την σκοτώσει, ο Σαμ τον αρπάζει και την σώνει.

Στο τέλος της ταινίας, ένας ψυχίατρος εξηγεί σ’ αυτούς και στις αρχές πως η μητέρα είναι ζωντανή, τουλάχιστον στην ψυχή του Νόρμαν. Στην πραγματικότητα, όταν ο Νόρμαν την δολοφόνησε, πριν δέκα χρόνια, προσπάθησε να διαγράψει από την μνήμη του το έγκλημα, φέρνοντάς την πίσω στην ζωή. Το να διατηρεί το πτώμα της δεν ήταν αρκετό γι’ αυτόν, έτσι και ένα μέρος του εαυτού του υιοθέτησε την προσωπικότητά της, προσπαθώντας να σβήσει τις ενοχές του.

Τα τελευταία πλάνα δείχνουν τον Νόρμαν στο κελί του, με το μυαλό του πλέον ολότελα δοσμένο στην προσωπικότητα της μητέρας του. Χαμογελά όσο σκέφτεται πως στο τέλος οι αρχές θα καταλάβουν ότι ο Νόρμαν ήταν ο δολοφόνος, και όχι “εκείνη”.

Και στην συγκεκριμένη ταινία το σασπένς δεν θα μπορούσε να λείπει. Από την στιγμή που η Μάριον έχει κλέψει τα λεφτά από την δουλειά της ο κόμπος στο στομάχι του θεατή αρχίζει να σφίγγει. Στην σκηνή που η Μάριον βρίσκεται σταματημένη στο φανάρι και περνάει μπροστά της το αφεντικό της, η Μάριον φοβάται μήπως και την ανακαλύψει. Μετά από την συνάντησή της με το αφεντικό έρχεται αντιμέτωπη με τον αστυνομικό, ο οποίος της ζητάει το δίπλωμα της. Ξεφεύγοντας από τους φαινομενικά πιο «επικίνδυνους» για να την καταλάβουν χαρακτήρες, έρχεται σε επαφή με τον Νόρμαν.

Η Μάριον  μετά από το δείπνο της με τον Νόρμαν πηγαίνει να κάνει ένα ντουζ. Η σκηνή του μπάνιου είναι αναμφίβολα μια από τις θρυλικότερες σκηνές στον κινηματογράφο, που όχι μόνο προκάλεσε σοκ στους θεατές αλλά επηρέασε και την ίδια την πρωταγωνίστρια. Βλέπουμε λοιπόν την Μάριον να απολαμβάνει το μπάνιο της μέχρι την στιγμή που μια φιγούρα τραβάει απότομα την κουρτίνα και αρχίζει να μαχαιρώνει την πρωταγωνίστρια. Η Τζέντ Λι, που πρωταγωνιστεί στη σκηνή, ήταν και το μεγάλο αστέρι της ταινίας. Ήταν η πιο διάσημη ηθοποιός και πάνω της στηρίχτηκε το πρώτο μισάωρο της υπόθεσης. Πριν παρακολουθήσει κάποιος την ταινία είναι σίγουρος ότι αυτή είναι η πρωταγωνίστρια σε όλη τη διάρκεια του έργου και δεν μπορούν να πιστέψουν ότι δολοφονήθηκε λίγο μετά την αρχή της ταινίας.

Η συγκεκριμένη σκηνή διήρκεσε μόλις 3 λεπτά στην μεγάλη οθόνη, στα γυρίσματα όμως χρειάστηκαν 77 διαφορετικές γωνίες λήψεις, για να επιτευχθούν τα 50 γρήγορα κοψίματα στο μοντάζ, που έδωσαν την τόση ένταση. Το αίμα που φάνηκε να λερώνει την μπανιέρα ήταν σιρόπι σοκολάτας. Ήταν τέτοιος ο τρόμος των θεατών, που πολλοί ορκίζονταν ότι είχαν δει το κόκκινο χρώμα του αίματος, αν και η ταινία ήταν ασπρόμαυρη. 

Ένας απ’ τους παράγοντες που ενέτειναν το σασπένς, την έκπληξη και τον φόβο ήταν η μουσική, η οποία ήταν δημιουργία του συνθέτη Μπέρναρντ Χέρμαν.

Ο Χίτσκοκ αρχικά δεν ήθελε να βάλει καθόλου ήχο, αλλά άλλαξε γνώμη, όταν ο Χέρμαν πρόσθεσε κρυφά τη μουσική και του έδειξε το ολοκληρωμένο βίντεο. Η πρωταγωνίστρια όπως αναφέρθηκε και παραπάνω επηρεάστηκε τόσο πολύ απ’ τη σκηνή που δήλωσε ότι έπαψε να κάνει ντους και επέλεγε πάντα να γεμίζει την μπανιέρα. Ακόμα και τότε όμως, δεν τραβούσε την κουρτίνα, για να μπορεί πάντα να βλέπει την πόρτα του μπάνιου και να είναι σίγουρη ότι δεν θα της επιτεθεί κανείς.

Μετά από την δολοφονία ο θεατής βρίσκεται αντιμέτωπος με το άγνωστο. Ποιος σκότωσε την Μάριον; Η φιγούρα που είδαμε ήταν ο Νόρμαν; Η άρρωστη μητέρα του; Κάποιος που είχε μάθει ότι είχε στην κατοχή της λεφτά ή κάποιος από την δουλειά της; Εκ πρώτης όψεως από την σκηνή που ο Νόρμαν μπαίνει στο δωμάτιο και ταράζεται με την όψη της νεκρής γεμάτη αίματα Μάριον, ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι ίσως ο Νόρμαν να μην είναι ο κύριος ύποπτος. Οι ερωτήσεις όμως που του κάνει ο ντεντέκτιβ κατά την έρευνα και η συνολική του συμπεριφορά διεγείρει υποψίες, χωρίς όμως να υπάρχουν αποδείξεις. Η δολοφονία του ντεντέκτιβ από την ίδια φιγούρα εντείνει ακόμα περισσότερο το σασπένς.

  Λύση στο μυστήριο δίνουν τελικά η αδελφή της Μάριον, Λάιλα και ο Σαμ, οι οποίοι πηγαίνοντας στο μοτέλ συνειδητοποιούν ότι η μητέρα του Νόρμαν δεν ήταν ζωντανή και όλα αυτά ήταν δημιουργήματα της φαντασίας του. Το σασπένς κορυφώνεται την στιγμή που η Λάιλα βλέπει στην καρέκλα του κελαριού την πλάτη της μητέρας του Νόρμαν και πλησιάζοντας τραβάει την καρέκλα έτσι ώστε να την αντικρίσει. Μέσω της τεχνικής jump scare στην οθόνη εμφανίζεται μια νεκροκεφαλή που κόβει την ανάσα και πρόκειται για την νεκρή μητέρα του. Με ένα απανωτό jump scare εμφανίζεται ο Νόρμαν μεταμφιεσμένος με ρούχα της μητέρας του και επιχειρεί να χτυπήσει την Λάιλα, όμως ο Σαμ καταφτάνει την κατάλληλη στιγμή και την σώνει, συγκρατώντας τον Νόρμαν.

Στην τελευταία σκηνή όπου μαθαίνουμε τον λόγο που ο Νόρμαν υποδυόταν την μητέρα του, προβάλλεται μια ακόμα χαρακτηριστική σκηνή, που δείχνει τον Νόρμαν να κοιτάει καρφωμένος την κάμερα και με την τεχνική fade out εμφανίζεται για λίγα μόλις δευτερόλεπτα η νεκροκεφαλή της μητέρας του. Μέχρι λοιπόν και το τελευταίο δευτερόλεπτο ο θεατής νιώθει συγκλονισμένος, που τα γεγονότα πήραν μια διαφορετική τροπή απ’ ότι φανταζόταν.

 Πρόκειται λοιπόν για μια ταινία του Χίτσκοκ που προκαλεί πληθώρα συναισθημάτων κατά την παρακολούθησή της. Η πλοκή εξελίσσεται έτσι ώστε να μην δίνονται απαντήσεις από τον σκηνοθέτη. Ο θεατής μόνος του πρέπει να ανακαλύψει τι συμβαίνει. Εξάλλου και ο ίδιος ο μετρ του σασπένς είχε μιλήσει για την εισβολή στο μυαλό του θεατή: “Υπονοείς κάτι και αφήνεις τον θεατή να προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει.

Είναι σημαντικό οι θεατές να γνωρίζουν όλα τα στοιχεία που εμπλέκονται. Ειδάλλως δεν υπάρχει σασπένς”. Επίσης είχε κληθεί να περιγράψει τη διαφορά τού σοκ με το σασπένς με μια θεωρία που ονόμαζε “Θεωρία της βόμβας” και εξηγούσε ότι οι θεατές δεν είναι παθητικοί στην ιστορία, αλλά συμμετέχουν συναισθηματικά καθώς αναρωτιούνται αν θα επιβιώσουν οι πρωταγωνιστές.

Ο Κιούμπρικ ήταν Αμερικάνος σκηνοθέτης και παραγωγός ταινιών. Θεωρείται ένας από τους καλύτερος και πιο σημαντικούς σκηνοθέτες όλων των εποχών. Ο Στάνλεϊ επιδίωκε αποκλειστικά την τελειότητα, καταφέρνοντας έτσι να έχει τον πλήρη έλεγχο της παραγωγής του. Όπως στον Χίτσκοκ έτσι και στον Κιούμπρικ το σασπένς περιλαμβανόταν στην κύρια συνταγή κάθε ταινίας του.

Λάμψη


Μια ταινία τρόμου του 1980, που την περιβάλλει μυστήριο και δέος. Κάθε φορά ο θεατής παρακολουθώντας την, ανακαλύπτει μια ακόμα λεπτομέρεια που τρομάζει με διαφορετικό τρόπο. Ο Τζακ ο πρωταγωνιστής της ταινίας, είναι ένας συγγραφέας τρόμου, που χρειάζεται έμπνευση για το νέο του βιβλίο. Παίρνοντας την θέση του νέου επιτηρητή στο ξενοδοχείο Θέα στο Κολοράντο για τους χειμερινούς μήνες, ελπίζει ότι θα του δώσει αρκετή έμπνευση για την συγγραφή του έργου του. 

Μετακινείται λοιπόν στο ξενοδοχείο με την γυναίκα, Γούεντι και τον γιό του, Ντάνι. Η γνωριμία τους με τον σεφ του ξενοδοχείου έχει καταλυτικό ρόλο στην πλοκή, καθώς ο σεφ αντιλαμβάνεται τις τηλεπαθητικές ικανότητες του Ντάνι (η λεγόμενη λάμψη) και έχοντας και εκείνος τις ίδιες ικανότητες τον καθησυχάζει, πως αν κάτι πρόκειται να συμβεί, θα τον ειδοποιήσει. Οι μέρες περνούσαν και φαινόταν πως ο εγκλεισμός τους επηρέαζε αρνητικά. Η αδυναμία του Τζακ να ολοκληρώσει το μυθιστόρημά του, μετατράπηκε σε εμμονή, οδηγώντας τον στην τρέλα. Τα πρώτα δείγματα σχιζοφρένιας έκαναν την εμφάνιση τους. 

Η πορεία του προς την παράνοια συνοδεύεται από μια σειρά ανεξήγητων συμβάντων, όπως η σουρεαλιστική σεκάνς του μπαρ. Το τελειωτικό ξέσπασμα που θα πυροδοτήσει η γυναίκα του, δίνει το έναυσμα για το θρυλικό ρεσιτάλ υποκριτικής που κορυφώνεται με την σκηνή του μπάνιου. Η Γουέντι και ο Ντάνι καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα χέρια του σχιζοφρενή πατέρα, ο οποίος καταλήγει νεκρός, παγωμένος μέσα στα χιόνια. Η ταινία κλείνει ζουμάροντας σε μια φωτογραφία που υπάρχει κορνιζαρισμένη στην είσοδο του ξενοδοχείου. Το ζουμ καταλήγει σε μια φυσιογνωμία, που μοιάζει με τον Τζακ. Όμως η χρονολογία λήψης της φωτογραφίας είναι αρκετά χρόνια πριν για να δικαιολογηθεί η παρουσία του Τζακ.

Το σασπένς και η αγωνία στην συγκεκριμένη ταινία δημιουργείται στον θεατή από την στιγμή που ο γιός της οικογένειας, Ντάνι φαίνεται να έχει ένα ιδιαίτερο χάρισμα. Ο θεατής  κατά την συζήτηση του Ντάνι με τον σεφ, μαθαίνει ότι το χάρισμα αυτό ονομάζεται λάμψη. Ο σεφ δίνοντας κάποιες πληροφορίες για το τι έχει συμβεί στο ξενοδοχείο εντείνει την αγωνία. Οι σκηνές με το ασανσέρ και τις δίδυμες που συναντά σε πολλές σκηνές ο Ντάνι είναι ωραίες πινελιές, που ξαφνιάζουν και εξιτάρουν τον θεατή. Ενδιαφέρον και ανατριχίλα προκαλεί επίσης η σκηνή που ο Ντάνι ενώ βρίσκεται σε μια παραφυσική ύπνωση και κρατώντας ένα μαχαίρι γράφει στην πόρτα του μπάνιου, REDRUM. Αν κάποιος διαβάσει ανάποδα αυτή την λέξη θα αντιληφθεί πως πρόκειται για την λέξη MURDER, που σημαίνει δολοφονία.

Άλλη μια σκηνή που έχει μπόλικο σασπένς είναι στο σημείο που ο Τζακ έχει ήδη τρελαθεί και κυνηγάει την γυναίκα του. Θα την πιάσει ή θα καταφέρει να του ξεφύγει; Και αν την πιάσει θα την σκοτώσει ή πρόκειται να την βασανίσει; Τελικά η Γουέντι καταφέρνει να ξεφύγει και κρύβεται μαζί με τον Ντάνι στο μπάνιο. Ο Τζακ καταφθάνει και βρισκόμαστε πλέον στη πιο ανατριχιαστική και χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας που ο Τζακ σπάει την πόρτα. Αξιοσημείωτη είναι η λεπτομέρεια ότι στη συγκεκριμένη πόρτα είχε γραφτεί από τον Ντάνι η λέξη REDRUM στην προηγούμενη σκηνή. 

Η σκηνή στην οποία ο Τζακ κηνυγάει σε έναν χιονισμένο λαβύρινθο τον γιο του Ντάνι παρουσιάζει το ίδιο μοτίβο σασπένς με αυτό που υπήρχε στην σκάλα, όταν ο Τζακ κυνηγούσε την Γουέντι. Θα τον πιάσει ή θα καταφέρει να γλυτώσει; Ο θεατής συμμετέχει στο 100% και προσπαθεί να σκεφτεί πως θα καταφέρει να ξεφύγει από τον μανιακό πατέρα του. Τελικά ξεφεύγει και εκείνος και η μητέρα του φεύγουν μακριά από το στοιχειωμένο ξενοδοχείο, αφήνοντας πίσω τον νεκρό πλέον Τζακ. 

Ο Κιούμπρικ αποφάσισε πως ακόμα και τα τελευταία δευτερόλεπτα της ταινίας του έπρεπε να περιέχουν σασπένς. Έτσι με το ζουμ στην φωτογραφία που υπήρχε στην είσοδο του ξενοδοχείου, που έδειχνε μια φυσιογνωμία ολόιδια με αυτή του Τζακ έδωσε ένα πολύ ιδιαίτερο φινάλε στην ταινία. Ο θεατής μένει να σκέφτεται τι είχε αντικρίσει. Ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος; Ακόμα και μετά το τέλος της ταινίας υπάρχει το σασπένς καθώς δεν υπάρχει πουθενά η απάντηση για αυτό το ερώτημα, όπως και για πολλά άλλα.

Γράφει η Χριστίνα Μαραβέλη

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top