Now Reading
Χαράματα στο Σκαλοπάτι σου | Πάστα Φλώρα

Χαράματα στο Σκαλοπάτι σου | Πάστα Φλώρα

Χαράματα στο σκαλοπάτι σου

Στον Βασίλη και στον Μάρκο

 Συνηθίζουμε να λέμε πως ο Βαμβακάρης μας έμαθε το μπουζούκι και ο Τσιτσάνης μας δίδαξε το παίξιμό του. Αυτή η πεποίθηση ίσως να αδικεί λίγο τον Μάρκο, καθώς και αυτός όπως και ο Βασίλης Τσιτσάνης, αποτελεί έναν ογκόλιθο, ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά μνημεία της μουσικής μας κληρονομιάς και του πολιτισμού.

Κι οι δυο τους υπήρξαν τόσο διαφορετικοί από τους μουσικούς και συνθέτες της γενιάς τους (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι υπόλοιποι είναι αμελητέοι) και μοναδικοί στο τρόπο έκφρασης, στον Λόγο και στις νότες τους. Κάποιος θα μπορούσε να τους χαρακτηρίσει αμόρφωτους ως προς την -επιτρέψτε μου- ανόητη αντίληψη περί της δημόσιας εκπαίδευσης ως την μοναδική πηγή άντλησης γνώσης και μόρφωσης.

Ωστόσο, κατάφεραν με την ευαισθησία και την ενσυναίσθησή τους να σκορπίσουν τον καημό τους στις καρδιές μας και να ζεστάνουν έτσι και τον δικό μας.

Και οι δύο υπήρξαν τρομεροί δεξιοτέχνες του μπουζουκιού. Με τις τραχιές, ιδιαίτερες και για μερικούς “ενοχλητικές” φωνές τους, υπηρέτησαν την ίδια τέχνη με τρόπο παρεμφερή. Έφτιαξε ο καθένας το δικό του βασίλειο στο ύφος, στην ευρηματικότητα και στον τρόπο αφήγησης, χωρίς όμως να διαχωρίζονται ούτε οι δρόμοι τους, ούτε το έργο τους.

Όσο μεγαλώνω και η ενασχόλησή μου με την μουσική βαθαίνει περισσότερο, τόσο με συγκινούν, με γοητεύουν και με αναστατώνουν οι εισαγωγές και τα γυρίσματα αυτών των δημιουργών. Κατά κάποιο τρόπο αυτοί οι ήχοι με μεγάλωσαν. Από μικρό παιδί τους έχω στα αυτιά μου, ακόμα κι αν στην εύθραυστη εφηβική ηλικία τους απαξιούσα. Για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω (μπορεί να φταίνε τα γονίδια ή κάποιος ανομολόγητος νταλκάς), αυτές οι νότες με συνοδεύουν όλο και περισσότερο στις χαρές και τις λύπες μου.

  Ο Μάρκος Βαμβακάρης ήρθε με τα “ματόκλαδα” κι έμεινες για πάντα με το “χαράματα η ώρα τρεις” και το “μινόρε τη αυγής”. Καίτοι είμαι παθιασμένος αναγνώστης ποίησης και τολμώ να πω υπηρέτης αυτή της τέχνης, πάντοτε γυρεύω έναν απλό, όμορφο και μεστό τρόπο, για να αφηγηθώ μια ιστορία. Ο Μάρκος, λοιπόν, είχε αυτή την απλότητα που πάντα έψαχνα.

Τα τραγούδια του είναι ρομαντικές ιστορίες ειπωμένες εύγλωττα κι απλά, με καθημερινές λέξεις, χωρίς ελιγμούς και βερμπαλισμούς. Αυτό ζητούσα κι αυτό βρήκα στην “Φραγκοσυριανή”, στα “μπλε παράθυρα” και σε πολλά άλλα. Σκαρφιζόταν μελωδίες που τις χαρακτηρίζω ροκ με τον δικό τους τρόπο, ηλεκτρισμένες χωρίς κραυγές και μεθυστικές με αγνότητα κι αγάπη. Βγαίνουν κατευθείαν από τον πυρήνα της αλήθειας δίχως να ψάχνουν κάποιο παραπλανητικό ψέμα για να ομορφύνουν. Έχουν μια σεμνότητα κι ένα παράπονο, που διεισδύει με μιας στις βαθύτερες ρίζες του πόνου.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης αισθάνομαι σαν υπήρχε ανέκαθεν στην καρδιά και την ζωή μου. Αν πρέπει οπωσδήποτε να θυμηθώ κάποιο τραγούδι που άρχισε η σχέση μας να γίνεται πιο ριζική και έντονη, αυτό ίσως να είναι η “συννεφιασμένη κυριακή” όταν την πρωτοδοκίμασα στην κιθάρα. Ύστερα ήρθαν κι άλλα. Πολλά. Πάρα πολλά. Η “αχάριστη”, το “ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ”, το “καράβι”, το “αργοσβήνεις μόνη”. Κι άμα συνεχίσω να αναφέρω δεν θα τελειώσω ποτέ. Ο Τσιτσάνης είναι η περίπτωση του απλού και διαυγή στίχου όπως ο Βαμβακάρης, αλλά και της απίστευτης έμπνευσης στις μελωδίες και τις εισαγωγές των τραγουδιών του.

Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον καλλιτέχνη που να σκέφτηκε και να έγραψε τόσο ξεχωριστές εισαγωγές, που δεν συμπίπτουν καθόλου ούτε με το κουπλέ, ούτε με το ρεφρέν του τραγουδιού. Έχουν μεράκι, έχουν όλη την φαντασία ποτισμένη στα σπλάχνα τους. Και με την μαγική πένα στο μπουζούκι του Τσιτσάνη, άφησαν το στίγμα τους εσαεί.

Ο Μάρκος κι ο Βασίλης, ο Βασίλης κι ο Μάρκος, είναι ορόσημα που θα μείνουν πάντα ζωντανά στην Ιστορία της ελληνικής και της παγκόσμιας μουσικής. Όσα τραγούδια και να ακούσουμε, όσα και να γράψουμε και να φανταστούμε, θα γυρνάμε πάντα εκεί που όλα έχουν ειπωθεί όπως πραγματικά είναι. Η φλόγα τους θα μας ζεσταίνει σε εύκολες και δύσκολες στιγμές. Ένα κλικ στα τραγούδια τους που αγαπάμε θα γίνεται αεράκι που παίρνει μακριά όσα μας βαραίνουν.

Όπως έχουμε ξαναπεί, ωραία τραγούδια πάντα θα γράφονται και πάντα θα ακούμε. Εκείνα, όμως, που μας ανέθρεψαν θα είναι η ζεστή φωλιά που επιστρέφουμε για να κουρνιάσουμε στη ζεστασιά της. Θα είναι το σπίτι μας. Κι ο Βαμβακάρης και ο Τσιτσάνης είναι το σπίτι που μας περιμένει, όση περιπλάνηση κι αν τραβήξουμε στο διάβα της ζωής.

Θανάσης Πάνου

See Also
What's Your Reaction?
Excited
1
Happy
0
In Love
0
Not Sure
0
Silly
0
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top