Nina Simone: Η τραγουδίστρια της ελευθερίας | Πάστα Φλώρα

Κάποτε, η Αμερικανίδα ποιήτρια Maya Angelou είχε δηλώσει για την Nina Simone πως «ή την αγαπούν ή τη φοβούνται, την λατρεύουν ή την αντιπαθούν όμως λίγοι είναι εκείνοι που έχουν κοιτάξει την ψυχή της και την αντιμετωπίζουν με μετριοπάθεια».

Αυτή ήταν η Nina Simone ή αλλιώς Eunice Kathleen Waymon όπως ήταν το πραγματικό της όνομα.

Μια γυναίκα καθ’ όλη τη σημασία της λέξης, ένα μουσικό φαινόμενο με άριστες τεχνικές γνώσεις σε συνδυασμό με μια εξαιρετική φωνή να συνοδεύει την επιβλητική φυσιογνωμία της. Μια γυναίκα που αποτύπωσε με τη δράση της και το έργο της προσωπικούς και συλλογικούς αγώνες κερδίζοντας προσοχή και σεβασμό, αφήνοντας πίσω της μια αξιέπαινη μουσική παρακαταθήκη ανεξίτηλη στο χρόνο.

Nina Simone performing in the 1960s

Η Eunice Kathleen Waymon γεννήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου του 1933 στην πόλη Tryon της North Carolina των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια θρησκευόμενη οικογένεια που την εφοδίασε εξαρχής με ηθικές αρχές που έμελλε να ακολουθήσει πιστά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της:

Να ζει ταπεινά και με αξιοπρέπεια ξεχωρίζοντας το σωστό από το λάθος αλλά και την αξία της σκληρής δουλειάς.

Οι γονείς της διέκριναν το έμφυτο ταλέντο της στην ηλικία των τριών ετών καθώς μπορούσε να παίζει πιάνο χωρίς καμία καθοδήγηση παρά μόνο την ακουστική της ικανότητα. Η λέξη «παιδί-θαύμα» θα την ακολουθούσε για καιρό, ενώ το όνειρο της να γίνει η πρώτη έγχρωμη γυναίκα πιανίστρια κλασικής μουσικής στη Αμερική την ώθησε να εντρυφήσει στους ήχους του Chopin, του Bach, του Beethoven και του Schubert μελετώντας καθημερινά.

Η τοπική κοινότητα της πόλης της μάλιστα, αφότου αποφοίτησε από το Λύκειο, συγκέντρωσε τα χρήματα που θα κάλυπταν τα δίδακτρα του ενός χρόνου που θα περνούσε στη σχολή Juillard της Νέας Υόρκης προετοιμαζόμενη για την οντισιόν εισαγωγής της στο Curtis Institute Of Music, ένα από τα πιο επιλεκτικά Ιδρύματα Ανώτατης Εκπαίδευσης παγκοσμίως. Όταν όμως απορρίφθηκε, τα σχέδια ανατράπηκαν. Όμως, ο στόχος και η αγάπη για τη μουσική δεν χάθηκαν.

Έχοντας δουλέψει σκληρά, ξεκίνησε να κάνει μαθήματα με έναν από τους καθηγητές που την είχε απορρίψει διδάσκοντας παράλληλα πιάνο σε παιδιά, ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε να δουλεύει ως πιανίστρια σε ένα μαγαζί στο Atlantic City. Πολύ σύντομα, όλοι μιλούσαν για την νέα πιανίστρια της πόλης που με την βαθιά και βελούδινη φωνή της σε συνδυασμό με την μαεστρία της στο πιάνο, μετέτρεπε τραγούδια της εποχής σε μοναδικές jazz και blues συνθέσεις.

Πολύ σύντομα, πλήθος κόσμου έρεε στο «Midtown Bar & Grill» για να την απολαύσει. Ωστόσο, έπρεπε να μην γίνει αντιληπτή από την οικογένεια της που όχι απλώς θεωρούσε την jazz «Μουσική του Διαβόλου» αλλά και τη νυχτερινή δουλειά ως «Δουλειά στις φωτιές της κολάσεως». Κάπως έτσι, μόλις σε ένα βράδυ γεννήθηκε το όνομα με το οποίο θα χαραζόταν στην ιστορία η Nina Simone. “Nina” από το ισπανικό “nina” που σημαίνει μικρή και το “Simone” από την ηθοποιό Simone Signoret

Από το άρρηκτα συνδεδεμένο με την Billie Holiday “I loves you Porgy”, το αισθησιακό “I Put A Spell On You», το gospel blues “Nobody’s Fault But Mine” του Blind Willie Johnson έως και το παραδοσιακό αφροαμερικάνικο τραγούδι “Sinnerman” που μιλά για την διακαή προσπάθεια ενός αμαρτωλού ανθρώπου να αποφύγει τη Θεία Δίκη την ημέρα της κρίσης, οι επανεκτελέσεις τραγουδιών που πραγματοποίησε όχι απλώς την καταξίωσαν στις προτιμήσεις του κοινού αλλά της χάρισαν δισκογραφικά συμβόλαια, 30 πετυχημένα album και ανεπανάληπτες εμφανίσεις.

Σε όλες τις μουσικές της επιλογές είναι εμφανής η επιρροή της θρησκείας της τόσο σε ήχο όσο και θεματολογία αποτυπώνοντας την εσωτερική και πνευματική μάχη του εκάστοτε ήρωα για σωτηρία σύμφωνα με όσα υπαγορεύει η πίστη του και από την άλλη πλευρά, τον φόβο της αδυναμίας αντίστασης στην αμαρτία.

Οι πολλές μουσικές αλλά και ανθρώπινες πτυχές της ήταν αδύνατο να την τοποθετήσουν σε ένα καλούπι. Η ίδια σημειώνει στην αυτοβιογραφία της πως ήταν πολύ δύσκολο για τους κριτικούς να ορίσουν το είδος που ανήκε καθώς συνδύαζε την ερμηνεία γνωστών τραγουδιών με ένα κλασικό στυλ και μια τεχνική κλασικού πιάνου επηρεασμένο από το είδος της cocktail jazz. Παρά τον πονοκέφαλο στους κριτικούς όμως, ήταν αξιοσέβαστη και θαυμαστή από όλους τους θαυμαστές και εκπροσώπους των πεδίων στα οποία πειραματιζόταν είτε αυτό ήταν η jazz, η folk, η pop, η blues ακόμα και η κλασική μουσική.

Δεν ήταν όμως μόνο οι κριτικοί που αδυνατούσαν να την βάλουν σε κάποιο καλούπι. Για πολλά χρόνια, βίωνε μια διαρκή εσωτερική ανησυχία. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο στη ζωή της ήταν η αναζήτηση ενός μέρους στο οποίο θα ανήκε πλήρως αλλά και εσωτερικά, κάτι που αφότου θα κατακτούσε, θα ένιωθε πλήρης και ευτυχισμένη. Η πρώτη ανησυχία της την οδήγησε να μετακομίσει στη Λιβερία με στόχο να επανασυνδεθεί με τις ρίζες της. Η δεύτερη καλύφθηκε πλήρως όταν αποφάσισε να συμμετέχει στο κίνημα και τον αγώνα για δικαιοσύνη, ελευθερία και ισότητα των Αφροαμερικανών μέσω εκείνου που ήξερε καλύτερα, της μουσικής.

Η δολοφονία του Medgar Evens το 1964, ακτιβιστή του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων και 4 ακόμα κοριτσιών λειτούργησε καταλυτικά τόσο στην ψυχοσύνθεση όσο και στη μουσική της ωθώντας την σε μια μεγάλη στροφή στην καριέρα της. Η ίδια είχε δηλώσει πως αντιπαθούσε τα τραγούδια διαμαρτυρίας εξαιτίας της έλλειψης φαντασίας τους.

Μπροστά σε αυτά τα γεγονότα όμως, η Simone διοχέτευσε όλη της την οργή στο “Mississippi Goddam”, το οποίο έγραψε σε λιγότερο από μία ώρα και παρόλο που απαγορεύτηκε στα ραδιόφωνα, μιλούσε για όσα κανείς τότε δεν τολμούσε να ξεστομίσει. Ακολούθησαν το Strange Fruit, το Four Women και πολλά άλλα τραγούδια που συνδέθηκαν με τον αγώνα για την κατάκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών αλλά και τη σκιαγράφηση της εμπειρίας του να είσαι Αφροαμερικανή γυναίκα. 

Την αποκάλεσαν «Υψηλή Ιέρεια» της soul, «τραγουδίστρια της jazz», «τραγουδίστρια της folk» αλλά και «Τραγουδίστρια της Ελευθερίας» (Freedom Singer). Η ελευθερία ήταν κυρίαρχη επιδίωξη στη ζωή της όπως απέδειξε με τον αγώνα της για τα πολιτικά δικαιώματα ντύνοντας τον με την μοναδική μελωδική της φωνή, όπως έλεγε και στο “I Wish I Knew How It Feels To Be Free”.

Επιτομή του ελεύθερου πνεύματος και της καλλιτεχνικής ελευθερίας πέρα από όρια, καλούπια και περιορισμούς, έκανε πράξη όλα εκείνα για τα οποία πίστευε και ονειρευόταν με δύο μόνο όπλα:

Τη θέληση και τη μουσική. Ακόμα και μετά τον θάνατό της στις 21 Απριλίου του 2003 στη Γαλλία, δεν έπαψε να εμπνέει έχοντας καταρρίψει τον φόβο που τελικά την οδήγησε όχι απλώς στην δόξα αλλά και στην ευτυχία.

Ειρήνη Σαμαρά

See Also
© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top