Ο Χίτσκοκ μέσα από τον Ταραντίνο | Πάστα Φλώρα

O Κουέντιν Τζερόμ Ταραντίνο γενήθηκε στο Νόξβιλ του Τενεσί το 1963. Έγινε γνωστός στις αρχές του ’90 ως μοντέρνος δημιουργός, καθώς η μη γραμμική αφηγηματική δομή στις ιστορίες του περιλάμβανε αξιομνημόνευτους, έντονους διαλόγους και ωμή βία. Αυτές οι επιλογές αποτέλεσαν καινοτόμες ιδέες στα συνηθισμένα αρχέτυπα των αμερικανικών ταινιών. Ο Ταραντίνο είναι ένας από τους πιο διάσημους νέους σκηνοθέτες, που σχετίζονται με την επανάσταση του ανεξάρτητου κινηματογράφου της δεκαετίας του ’90. 

Μερικά από τα πιο γνωστά του έργα είναι το Pulp Fiction, το Kill Bill και το Reservoir Dogs. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ταραντίνο έχει ισχυριστεί ότι θα σκηνοθετήσει μόνο δέκα ταινίες στην ζωή του μέχρι να αποσυρθεί. Όπως και άλλοι διάσημοι σκηνοθέτες, ο ίδιος εμφανίζεται στα έργα του αναλαμβάνοντας μικρούς ρόλους. Χαρακτηριστική είναι η εμφάνιση του στο Pulp Fiction ως Τζίμιρ Ντίμικ και στο Reservoir Dogs ως Κλάρενς Πουλ.

Η αγάπη του Ταραντίνο στα κινηματογραφικά είδη, σε κλασικά και cult αριστουργήματα, καταλήγουν σε πολλαπλές αναφορές και στο δικό του έργο. Οι ταινίες του είναι γεμάτες στιγμές, πλάνα και σκηνές που άλλοτε φανερά κι άλλοτε πιο ιδιαίτερα αποτελούν σινεφίλ κλείσιμο ματιού στο θεατή. Ο ίδιος όχι μόνο δεν αρνείται τις πηγές έμπνευσής του, αλλά τις διατυμπανίζει περήφανα γιατί ο Ταραντίνο αγαπά το σινεμά και υποκλίνεται στους auteurs που τον καθόρισαν. Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, ο Ρόμπερτ Όλντριτς, οι αδελφοί Σο, ο Ντε Πάλμα και ο Χίτσκοκ είναι μερικοί από τους σκηνοθέτες που επηρέασαν το έργο του Ταραντίνο.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη, ο Ταραντίνο “κλέβει” σκηνές από παλιότερες ταινίες. Δεν τις «κλέβει» όμως επειδή ο ίδιος δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι αντίστοιχα πετυχημένο. Ούτε θέλει να αποδώσει φόρο τιμής στους σκηνοθέτες. Αρνείται αυτή την φήμη σε μια συνέντευξή του, το 1994 στο περιοδικό Empire, που ισχυρίζεται πως «Οι μεγάλοι καλλιτέχνες κλέβουν. Δεν αποδίδουν φόρο τιμής». Θα λέγαμε πως θυμίζει αρκετά μια φράση του Πάμπλο Πικάσο που αναφέρει πως «Οι καλοί καλλιτέχνες αντιγράφουν. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες κλέβουν». 

Ο Ταραντίνο στην συνέντευξη του είπε ακόμα, «Κλέβω ιδέες από κάθε ταινία που έχει γυριστεί». Μερικές οπτικές αναφορές που κάνει σε άλλες ταινίες υπονοούνται απλώς. ενώ άλλες είναι σχεδόν πανομοιότυπες αντιγραφές. Για αυτόν τον λόγο, είναι το κέντρο των αντιπαραθέσεων για πολλά χρόνια. Ο λόγος που ίσως ακολούθησε αυτή την τεχνική είναι διότι δεν διδάχτηκε την τέχνη του κινηματογράφου, ούτε τον τρόπο κινηματογράφισης μιας ταινίας. Είναι αυτοδίδακτος, καθώς απέκτησε τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τον κινηματογράφο, δουλεύοντας ώς υπάλληλος σε ένα βίντεο κλάμπ. Έμαθε λοιπόν πώς να κάνει ταινίες παρακολουθώντας τις, πράγμα που καθιστά φυσικό ότι η μίμηση έγινε η κύρια πηγή της έμπνευσης και του στυλ του.

Ο λόγος που ο Tαραντίνο είναι τόσο περήφανος και παραδέχεται ότι κλέβει είναι ότι καταφέρνει κάτι, που κανένας άλλος σκηνοθέτης δεν είναι αρκετά ικανός να κάνει. Να δημιουργήσει κάτι νέο. Και όσο παράδοξο και να ακούγεται, οι ταινίες του Ταραντίνο έχουν μια αίσθηση πρωτοτυπίας, παρά τις πολλές πηγές έμπνευσης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ταραντίνο θεωρείται συχνά ως ένας από τους βασικότερους σκηνοθέτες του μεταμοντερνισμού.

Ένας από τους σκηνοθέτες που ενέπνευσαν τον Ταραντίνο και θα μας απασχολήσει είναι ο Χίτσκοκ. Ο Άλφρεντ Τζόζεφ Χίτσκοκ ήταν Άγγλος σκηνοθέτης και παραγωγός. Συχνά αναφέρεται και ως «Άρχοντας του Σασπένς», καθώς ήταν πρωτοπόρος σε διάφορες τεχνικές, σχετικά με τα θρίλερ περιπέτειας και τα ψυχολογικά θρίλερ. Ο Ταραντίνο φαίνεται να έχει δανειστεί είτε έμμεσα είτε άμεσα σκηνές από τις ταινίες του Χίτσκοκ: “Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά (The man who knew too much)”, “Ψυχώ (Psycho)” και “Ο βρόχος(Rope-Η θηλιά)”.

Στην ταινία Άδοξοι Μπάσταρδοι (Inglourious Basterds) του Ταραντίνο βλέπουμε μια επίλεκτη ομάδα Αμερικανών κομάντο, η οποία έχει γίνει ο φόβος κι ο τρόμος των ναζί στην κατεχόμενη Γαλλία, να αναλαμβάνει, σε συνεργασία με την Εβραία ιδιοκτήτρια ενός παριζιάνικου σινεμά, μια επικίνδυνη αποστολή που μπορεί ν’ αλλάξει την εξέλιξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Προσπαθούν να ανατινάξουν τον Χίτλερ και τους συντρόφους του. Η βιρτουόζικη χρήση των πυροβολισμών, τα πλάνα γερανού, η οριζόντια λήψη και η συνεχώς κινούμενη κάμερα, που δίνει την αίσθηση της ανησυχίας, θυμίζει την σκηνή της δολοφονίας του Άλμπερτ Χόλ στο “Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά”.

Η ταινία του Ταραντίνο, Pulp Fiction” είναι ίσως η πιο γνωστή. Η ταινία αυτή παίζει με το χρόνο της ιστορίας και της πλοκής, με τρόπους που θυμίζουν τις περίπλοκες αναδρομές της δεκαετίας του ’40. Αυτές οι εναλλαγές στην χρονική αφηγηματική γραμμή προκαλούν την έκπληξη στον θεατή. Στην συγκεκριμένη ταινία ενδιαφέρον παρουσίαζει η σκηνή που ο  Μπάτς φαίνεται να βρίσκεται στο αυτοκίνητό του και να οδηγάει. Καθώς σταματάει σε μια διασταύρωση βλέπει να περνάει μπροστά του, διασχίζοντας τον δρόμο, ο γκάνγκστερ Μάρσελ Γουάλας. Αυτή η σκηνή είναι εμπνευσμένη από το “Ψυχώ”. Το έργο του Χίτσκοκ είναι  βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Μπλοκ και η υπόθεση εξελίσσεται γύρω από τους φόνους που διαπράττονται σε ένα απομονωμένο μοτέλ από έναν ψυχωτικό δολοφόνο.

H σκηνή λοιπόν που παρουσιάζεται ο Μπάτς και ο Μάρσελ στο φανάρι του δρόμου, είναι πιστή αναπαράσταση της σκηνής του Ψυχώ, όπου η Μάριον βρίσκεται στο αυτοκίνητό της και οδηγάει έχοντας κλέψει τα λεφτά του αφεντικού της και την στιγμή που βρίσκεται σταματημένη στο φανάρι, βλέπει να διασχίζει το δρόμο το αφεντικό της.

Τέλος η ταινία του Ταραντίνο, Οι μισητοί οκτώ” παρουσιάζει και αυτή ομοιότητες με την γνωστή ταινία O βρόχος”. Στην ταινία του Ταραντίνο παρουσιάζονται οκτώ διαφορετικοί χαρακτήρες, που αναγκάζονται λόγω χιονοθύελλας να περάσουν κάποιες μέρες απομονωμένοι σε ένα πανδοχείο. Ο σκηνοθέτης αφηγείται την ιστορία σε 6 κεφάλαια και σταδιακά αποκαλύπτει στον θεατή ποιος βρίσκεται πίσω από την μεγάλη πλεκτάνη θανάτου, που έχει υφανθεί γύρω από τους ήρωες. Αξιοσημείωτοι είναι οι σαρκαστικοί διάλογοι που κρατούν σε εγρήγορση τον θεατή παρά την μεγάλη διάρκεια της ταινίας. Φαίνεται λοιπόν να ακολουθεί μέχρι ένα σημείο την τεχνική του Χίτσκοκ που μιλούσε για τον αποπροσανατολισμό του κοινού έτσι ώστε να κρατηθεί όσο πιο μακριά γίνεται από το συμβάν. Κάθε λεπτό ο θεατής μαθαίνει κάτι καινούργιο που ανατρέπει τις προηγούμενες σκέψεις του, δημιουργώντας έτσι σασπένς και αγωνία μέχρι το τελευταίο λεπτό της ταινίας.

 Στο έργο “Ο Βρόχος”, ο Μπράντον και ο Φίλιπ είναι δυο νέοι που μοιράζονται ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη. Οι δυο τους θεωρούν τον πρώην συμμαθητή τους Ντέιβιντ νοητικά κατώτερο κι αποφασίζουν να τον σκοτώσουν. Καλούν λοιπόν τον Ντέιβιντ στο διαμέρισμα τον στραγγαλίζουν με ένα σχοινί και τοποθετούν το σώμα του σε ένα μπαούλο. Έπειτα αποφασίζουν να οργανώσουν ένα μικρό πάρτυ, προκειμένου να αποδείξουν την υπεροχή του εγκλήματός τους. Οι καλεσμένοι πρόκειται να είναι ο πατέρας, η θεία, η κοπέλα του Ντέιβιν και ο Ρούπερτ, πρώην καθηγητής τους. Οι δύο συγκάτοικοι ερμηνεύοντας με λανθασμένο τρόπο τις ερμηνείες του καθηγητή τους για το έργο του Νίτσε ήταν ο λόγος της δολοφονίας. Κατά τη διάρκεια του πάρτυ, ο προκλητικός τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο Μπράντον κινεί τις υποψίες του Ρούπερτ, ο οποίος προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκλημα.

Η ομοιότητα στις συγκεκριμένες ταινίες δεν είναι τόσο εμφανής όσο στις δύο προηγούμενες. Και στους Μισητούς οκτώ” και στον “Βρόχο” οι χαρακτήρες βρίσκονται σε έναν χώρο/δωμάτιο και προσπαθούν να βρουν τον δολοφόνο. Επίσης ο Ντέιβιντ δολοφονήθηκε με σκοινί, όπως ακριβώς τιμωρήθηκε και η Ντέιζι στο τέλος του έργου του Ταραντίνο, όπου την κρέμασαν. 

Εκτός από τις παρόμοιες εικόνες που αναπαριστά ο Ταραντίνο στα έργα του οι οποίες είναι εμπνευσμένες από τα έργα του Χίτσκοκ, οι δύο αυτοί σκηνοθέτες θα λέγαμε πως με μια πρώτη ματιά δεν έχουν τίποτα κοινό. Για παράδειγμα, ο Ταραντίνο γράφει και σκηνοθετεί τις ταινίες του. Ο Χίτσκοκ αντιθέτως δεν γράφει. Στην πραγματικότητα, ο Χίτσκοκ δίνει ελάχιστη ή καθόλου έμφαση στον διάλογο. Κάποτε είπε: «Ο διάλογος πρέπει απλώς να είναι ένας ήχος μεταξύ άλλων ήχων, κάτι που βγαίνει από το στόμα των ανθρώπων των οποίων τα μάτια λένε την ιστορία με οπτικούς όρους» ενώ ο Ταραντίνο έχει άλλη άποψη για τους διαλόγους.

Παρόλα αυτά παρουσιάζουν μερικές σημαντικές ομοιότητες. Aρχικά ο Χίτσκοκ αλλά και ο Ταραντίνο, όπως προαναφέρθηκε, λάτρευαν να κάνουν σύντομες εμφανίσεις (cameo) στις ταινίες τους. Δεύτερον και οι δύο σκηνοθέτες έχουν δώσει μεγάλη έμφαση στην επιλογή των πλάνων. Χρησιμοποίησαν την κάμερα για να δείξουν στο κοινό πώς πρέπει να αισθάνονται για μια συγκεκριμένη κατάσταση που προβάλλεται. Ένας άλλος λόγος για τον οποίο ο Χίτσκοκ και ο Ταραντίνο είναι παρόμοιοι, είναι η χρήση της μουσικής τους, η οποία είναι γραμμένη αποκλειστικά για τα έργα. Τέλος και οι δύο θα λέγαμε πως έχουν την ικανότητά να συγκλονίζουν και να καθηλώνουν το κοινό. Τόσο ο Χίτσκοκ όσο και ο Ταραντίνο ειδικεύτηκαν σε σκηνικά που προσφέρονται σε αυτό που ο Χίτσκοκ ονόμασε «καθαρός κινηματογράφος» – δηλαδή, η τέχνη της χρήσης camerawork για να δημιουργήσει δραματική ένταση τόσο σπλαχνική που ο διάλογος γίνεται περιττός.

                                                                                                                                 Χριστίνα Μαραβελή

See Also
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top