Now Reading
Ρενέ Μαγκρίτ: Μέρος 1ο | Πάστα Φλώρα

Ρενέ Μαγκρίτ: Μέρος 1ο | Πάστα Φλώρα

Ρενέ Μαγκρίτ. Το όνομα προβάλλεται δίπλα στο λήμμα σουρεαλισμός στα βιβλία τέχνης. Τα έργα του παραμένουν ερμητικά αινιγματικά. Άλλοτε οι εικόνες του συνδέονται με το όνειρο και φαίνονται εντυπωσιακές, γεμάτες συμβολισμούς και κρυμμένα νοήματα· και άλλοτε στέκουν δυσνόητες μπροστά στα μάτια του θεατή. Όπως όμως συνήθιζε να τονίζει ο ίδιος ο καλλιτέχνης το σημαντικότερο όλων είναι να αφεθείτε στην ποίηση των εικόνων! Η ειρωνεία είναι ότι ο Μαγκρίτ υπήρξε ο πρώτος που αμφισβήτησε τη διαδικασία της σύνδεσης των λέξεων και των εικόνων με τα αντικείμενα στα οποία αναφέρονται. Και αν θελήσει κανείς να ασχοληθεί με τα έργα του μπορεί να αισθανθεί έκπληξη – στην περίπτωση που κάποιος είναι ρεαλιστής- ή να αντιδράσει με χιούμορ, και να θελήσει να εμπλακεί σε όλη αυτή την ποιητική διαδικασία που συνεπαίρνει.  Συνεπώς έχει ενδιαφέρον αν προσεγγίσει κανείς τους συλλογισμούς του ίδιου και να διαπιστώσει πώς κατόρθωσε να τους εκφράσει μέσα από το σύνολο των έργων του.

Πρόκειται για έναν από τους πιο αντισυμβατικούς και σπινθηροβόλους δημιουργούς του 20ού αιώνα. Ένας γοητευτικός και παράλληλα αντιφατικός ζωγράφος. Ορισμένες σκέψεις του δημιουργούν την πιο ιδιότυπη και καθηλωτική προσωπικότητά του σουρεαλισμού. Ο ίδιος άλλωστε θεωρούσε για τον εαυτό του: “Δεν είμαι καλλιτέχνης, αλλά ένας άνθρωπος που σκέφτεται’’. 

 Από τους περισσότερους θεωρείται ως ο δημιουργός των πιο διάσημων σουρεαλιστικών πινάκων που έχουν δημιουργηθεί ποτέ, καθώς θεωρείται ως ο πατέρας της Ποπ Αρτ. Ωστόσο πρόκειται για χαρακτηρισμό για τον οποίο δεν είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένος. Θεωρούσε την Ποπ Αρτ σαν εμπορική μόδα.  Στον κόσμο του μυστηρίου που καλλιέργησε ο βέλγος υπερρεαλιστής με το αναγνωρίσιμο σήμερα διεθνώς έργο του,  έχει κατακτήσει την καθημερινή κουλτούρα.

Γεννήθηκε και έζησε σε χρόνια διχασμού του Βελγίου, περνώντας μέσα από την γερμανική κατοχή στις Βρυξέλλες. Εκείνη την εποχή κυριαρχούσε ο κυβισμός, το οποίο σύμφωνα με τον Μαγκρίτ ήταν το τελευταίο κίνημα εντός των ορίων της τέχνης και ο Πάμπλο Πικάσο (25.10.1881 Μάλαγα – 8.4.1973 Μουζέν) ο τελευταίος καλλιτέχνης. Άλλωστε ο ζωγράφος θεωρούσε πως χωρίς καμία αμφιβολία ζούσε στην μετά την τέχνη εποχή. Αν όμως κανείς ξεπεράσει την δογματική αντίληψη “η τέχνη για την τέχνη” τότε μπορεί να θεωρηθεί και ο σουρεαλισμός σπουδαίο μεγάλο κίνημα του 20ού αιώνα. 

O Rene Magritte εντάσσεται στο κίνημα του σουρεαλισμού. Ο ίδιος όμως διατύπωνε την άποψη: “Δεν θέλω να ανήκω στην εποχή μου, ούτε και σε καμιά άλλη εποχή’’. Εξέχουσες μορφές του κινήματος ήταν ο Μαξ Ερνστ (2.4.1891 Μπρυλ – 1.4.1976 Παρίσι)4, ο Σαλβαδόρ Νταλί (11.5.1904 Φιγέρες – 25.1.1989 Φιγέρες) 5και ο Φράνσις Πικαμπιά (22.1.1897 Μασσαλία – 30.11.1953 Παρίσι). Μάλιστα εντάχθηκε για μικρό χρονικό διάστημα στο κομμουνιστικό κόμμα του Βελγίου μιας και είχε παρόμοιες πολιτικές απόψεις με τα μέλη του υπερρεαλιστικού κινήματος.

Ο Rene Magritte (Rene Francois Ghislain Magritte) γεννήθηκε το 1898 στη Λεσίν, σε μια μικροαστική οικογένεια. Κατόρθωσε να χτίσει μια σεμνή και πνευματώδη προσωπικότητα καθώς έδωσε μάχες υπέρ της ανεξιθρησκίας, της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας. Όπως δηλώνει και ο ίδιος αποφεύγει συστηματικά να διαμορφώσει προσωπική σφραγίδα. Σήμερα θεωρείται ως ένας από τους δημοφιλέστερους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, που δεν ξεπεράστηκε ποτέ και θα παραμείνει για πάντα σύγχρονος. Ο έφηβος Ρενέ εγκαταλείπει το σχολείο, καθώς το θεωρεί χάσιμο χρόνου. Στα παιδικά του χρόνια κάνει μαθήματα στο σχέδιο, καθώς με τους γονείς του έχουν μετακομίσει στο Σατελέ. Το 1912 η αυτοκτονία της μητέρας του, στον ποταμό Σαμπρ θα τον επηρεάσει με έναν έμμεσο τρόπο στην καλλιτεχνική του δημιουργία. Στο Σαρλερουά μεταφέρεται η οικογένεια του όπου και έμεινε για πέντε χρόνια. Σπουδάζει για δύο χρόνια στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών των Βρυξελλών, από το 1916 έως το 1918. Μετά τις σπουδές δουλεύει σε ένα εργοστάσιο για να κατασκευάζει ταπετσαρίες και για να σχεδιάζει αφίσες και διαφημίσεις. Παντρεύεται μάλιστα το 1922 την Ζωρζέτ Μπερζέ, την οποία γνώρισε στις Βρυξέλλες. 

Στην αρχή της καλλιτεχνικής του πορείας διακρίνεται για μια σκοτεινή και ανησυχητική ζωγραφική, γοητευμένος από τα ρεύματα του κυβισμού και του φουτουρισμού αρχίζει να δημιουργεί τα πρώτα έργα του. Ήδη από το 1915 ξεκίνησε να πειραματίζεται ώστε να ανακαλύψει έναν νέο τρόπο ζωγραφικής. Κατείχε σε μεγάλο βαθμό την τεχνική. Του άρεσε να δημιουργεί αντισυμβατικούς πίνακες και μέσα από αυτό ένιωθε μια μορφή απελευθέρωσης. Το βασικότερο όμως για αυτόν ήταν να αισθανθεί και πάλι την μαγεία της τέχνης όπως την είχε αισθανθεί όταν ήταν ακόμα παιδί. Εικόνες από την παιδική του ηλικία του έρχονταν έντονα. Όπως εκείνο το κοριτσάκι που είχε γνωρίσει και μαζί συνήθιζαν να παίζουν στο νεκροταφείο. Τότε είχε συναντήσει και έναν ζωγράφο που ζωγράφιζε ανάμεσα στις ταφόπλακες απόψεις παλιών τάφων μέσα στο ηλιόφως για λογαριασμό κάποιου πυργοδεσπότη. 

Ρενέ Μαγκρίτ, Άνδρας στο παράθυρο, 1920, ελαιογραφία σε μουσαμά, 92 x 65 εκ., ministère de la communauté ffrançaise de Belgique, Brussels, Donnation Bourgeois.

Πραγματοποιεί έξι ατομικές εκθέσεις στο Antwerp Congress of Modern Art, και βλέπει για πρώτη φορά έργα του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Πιο συγκεκριμένα το 1925 ο φίλος του Λεκόμτ του παρουσιάζει ένα αντίγραφο του «Ερωτικού τραγουδιού». Τότε διαπίστωσε το εξής :«Ο πρώτος ζωγράφος που ονειρεύτηκε τι θα έπρεπε να ζωγραφίσει και όχι πώς να το ζωγραφίσει». Έτσι δίνεται το έναυσμα στον καλλιτέχνη προκειμένου να αρχίσει να χαράζει τον προσωπικό του δρόμο. 

Τζόρτζιο ντε Κίρικο ,Το Τραγούδι του Έρωτα,1914. Ελαιόλαδο σε μουσαμά, 73 χ 59,1 εκ Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Νέα Υόρκη, Κληροδότημα Νέλσον Α. Ροκφέλλερ.

Το 1925 με 1926 μέσω ενός συμβολαίου με τον Βαν Χεκ αφιερώνεται στη ζωγραφική στο πλαίσιο της έκθεσης του Κενταύρου, στη λεωφόρο Λουί, στις Βρυξέλλες. Τότε δημιούργησε 60 πίνακες (μερικοί είναι μεγάλων διαστάσεων, όπως το αινιγματικό και παράλληλα τρομακτικό του έργο “Ο απειλούμενος δολοφόνος”. Τα έργα του αποσπούν έντονα αρνητικές κριτικές λόγω έλλειψης πλαστικών αρετών, όπως και για την παρουσία αντικειμένων πέρα από τα συνηθισμένα πλαίσια. Παρόλα αυτά ο ίδιος ο καλλιτέχνης επεδίωκε το παράδοξο. Ήταν αρκετά τολμηρός για την εποχή του. Γεμάτος μυστήριο.

Ρενέ Μαγκρίτ,Ο Απειλούμενος Δολοφόνος,1926,Ελαιογραφία σε μουσαμά, 150 * 195 εκ., Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι ο καλλιτέχνης είχε έρθει σε επαφή με τον Γάλλο συγγραφέα, αναρχικό και αντιφασίστα Αντρέ Μπρετόν (18.2.1896 Τινσεμπραί – 28.9.1966 Παρίσι). Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν ο Μαγκρίτ απογοητευμένος αποφάσισε να φύγει τον Αύγουστο του 1927 για τρία χρόνια στο Παρίσι, μαζί με τη γυναίκα του. Ο Μπρετόν αποτελώντας τον κύριο θεμελιωτή και θεωρητικό του σουρεαλισμού εισάγει τον Μαγκρίτ στον μαγικό κόσμο του κινήματος (στην σουρεαλιστική ομάδα). 

Η αναγνώριση του καλλιτέχνη θα έρθει αργότερα μιας και στην αρχή δεν έδειχναν ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από τα σχέδια του για κομματικές αφίσες όπου δεν έγιναν δεκτές. Λίγους μήνες αργότερα πήρε την απόφαση να αποχωρίσει από το κομμουνιστικό κόμμα. Επομένως ποια η σχέση πολιτικής με τέχνη; Από την μία ο Μαγκρίτ φαίνεται να τάχθηκε υπέρ της προλεταριακής επανάστασης, από την άλλη διαπίστωσε όμως ότι ήταν μια σκέτη αποτυχία από τη στιγμή που οι πολιτικοί ήταν ματαιόδοξοι και ελάχιστα διορατικοί. Γίνεται ολοφάνερο συνεπώς ότι οι πολιτικοί επιθυμούσαν μια τέχνη διαμορφωμένη στην αστική αντίληψη, ενώ οι σουρεαλιστές ήθελαν να επαναστατήσουν ενάντια στις αστικές ιδεολογίες και να θεμελιώσουν μια νέα αρχή. 

Το 1930 επιστρέφει στις Βρυξέλλες όπου και πάλι συχνάζει με τους παλιούς του φίλους(ανάμεσα στους οποίους προστίθενται ο Λουί Σκυτεναίρ, ο Πωλ Κολινέ, ο Μαρσέλ Μαριέν (29.4.1920 Αντβέρπη – 19.9.1993 Βρυξέλλες), ο Ζαν Πφάιφερ και άλλοι). Μάλιστα γνώρισε τον μοναχικό ζωγράφο Αρμαντ Περμαντιέ

Το 1936 πραγματοποιεί για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη δύο εκθέσεις(ανάμεσα στα έργα όπου παρουσίασε ήταν και το “αυτό δεν είναι μία πίπα”). Η πρώτη στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και η δεύτερη στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης. Ακολουθεί μεγάλος αριθμός ατομικών εκθέσεων – κυρίως μετά τον πόλεμο- και μάλιστα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους του αιώνα. Το 1957 δέχεται τον τίτλο του ακαδημαϊκού. Το 1965 ταξίδεψε στις ΗΠΑ και το 1966 στο Ισραήλ. Βέβαια για αυτόν η ζωή ήταν μια μορφή ελευθερίας και για αυτό δεν είχε ανάγκη από πολύ συχνά και μακρινά ταξίδια. 

Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο του George Melly στην ταινία που αφιέρωσε το BBC στον Μαγκρίτ, σχετικά με την προσωπική του ζωή: “Μοιάζει με μυστικό πράκτορα που τον ενδιαφέρει μόνο να ανασύρει τον μηχανισμό της αστικής πραγματικότητας. Όπως όλοι οι σαμποτέρ καταφέρνει να μην γίνεται αντιληπτός, αφού ντύνεται και συμπεριφέρεται όπως ο καθένας’’. Θυμίζει περισσότερο δημόσιο υπάλληλο η ζωή του. Το σπίτι όπου διαμένει στις Βρυξέλλες είναι τυπικά μικροαστικό. Ορισμένες από τις συνήθειες του ήταν να διαβάζει μανιωδώς αστυνομικά μυθιστορήματα όντας λάτρης του μυστηρίου.

Το 1956 ξεκινά συνεργασία με τον Αλέξανδρο Ιόλα (25.3.1907 Αλεξάνδρεια – 8.6.1987 Νέα Υόρκη) και το 1967 παίρνει την απόφαση να μεταφέρει σε γλυπτή μορφή κάποια από τα έργα του. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να παρευρεθεί στην έκθεση που είχε γίνει στο Ρότερνταμ μιας και στις 15 Αυγούστου του 1967 άφησε την τελευταία του πνοή στις Βρυξέλλες. 

Ρενέ Μαγκρίτ, Ο θεραπευτής, 1967, μπρούντζος, 145 x 128 x 90 εκ., Εθνική Γλυπτοθήκη, ‘Αλσος Ελληνικού Στρατού, Γουδή.

Ο σουρεαλισμός είναι ένα κίνημα βαθιά επηρεασμένο από τις θεωρίες του Σίγκμουντ Φρόυντ. Σκοπός ήταν να εκφράσει το υποσυνείδητο, να εξερευνήσει και να αναδημιουργήσει τον κόσμο των ονείρων. Οι πηγές των σουρεαλιστών δεν ήταν μόνο ψυχολογικές αλλά και λογοτεχνικές. Μάλιστα δημιουργήθηκε στο Παρίσι μετά το 1922, όπου μετά τη διάσπαση του κινήματος του ντανταισμού, καλλιτέχνες ακολούθησαν τον Αντρέ Μπρετόν με στόχο τη δημιουργία ενός νέου κινήματος.

Ο Μαγκρίτ ήταν  μέλος μιας ομάδας καλλιτεχνών που αυτοαποκαλούνταν «Υπερρεαλιστές». Το όνομα είχε διαμορφωθεί το 1924 για να εκφράσει την ιδέα των νέων καλλιτεχνών να δημιουργήσουν κάτι το πραγματικό από την πραγματικότητά την ίδια. Εν τέλει, ο Μαγκρίτ κατέληξε στο να δημιουργεί ακίνητα αντικείμενα με κάθε λεπτομέρεια πέρα από τα συνηθισμένα πλαίσια· στα οποία έχουμε συνηθίσει να αντικρίζουμε αυτά τα αντικείμενα. Ο Χαμένος Αναβάτης είναι το πρώτο έργο τέχνης του που χρονολογείται το 1926. Με αυτό το έργο επεδίωκε την “επαναφορά της τάξης”. Είναι ο πρώτος σουρεαλιστικός πίνακας και πιο συγκεκριμένα ο πρώτος “πραγματικός του πίνακας”, όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει.

Ρενέ Μαγκρίτ, Ο χαμένος αναβάτης, 1942, γκουάς σε χαρτί, 50,5 x 65 cm., Ιδιωτική συλλογή.

Ρενέ Μαγκρίτ, Ο Χαμένος Αναβάτης, 1926, Κολάζ, 39 * 54 εκ., Ιδιωτική Συλλογή, Νέα Υόρκη.

Το 1926 με 1950 προβάλει μια νέα αντίληψη που αναγκάζει τη λογική να διευρύνει τα όρια της. Διακρίνεται για μια ευφάνταστη δημιουργικότητά που δε σβήνει ούτε στιγμή. Μοναδική εξαίρεση στα έργα του συνολικά ήταν η περίοδος 1943 με 1948 με μια ζωγραφική “φωτεινή” και χαρούμενη (η λεγόμενη “ηλιακή περίοδος”). Πρόκειται για την τέχνη των ιμπρεσιονιστών. Ο λόγος για τον οποίο στρέφεται σε αυτή την περίοδο ήταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος – συνεπώς τόλμησε να δημιουργήσει μέσω ενός χαρούμενου τρόπου έκφρασης ενάντια στην αγριότητα του πολέμου. Μάλιστα τότε ήταν που εντάχθηκε στο κομμουνιστικό κόμμα (από το οποίο θα αποστασιοποιηθεί αργότερα μιας και θα δυσαρεστηθεί). Εν τέλει θα απομακρυνθεί και από τον ιμπρεσσιονισμό μιας και θα αντιδράσουν οι σουρεαλιστές και τα κοντινά του πρόσωπα.  

Ρενέ Μαγκρίτ, Πραγματεία περί φωτός, 1943, ελαιογραφία σε μουσαμά, 55 x 75 – 5 εκ.

Ορισμένα από τα κλασικά του μοτίβα είναι ένα λευκό πανί που πολύ πιθανόν να προέρχεται από την μακάβρια ιστορία της μητέρας του. Η μητέρα του καλλιτέχνη, η Ρεγγίνα έπασχε από κατάθλιψη. Είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει ήδη μία φορά, και για αυτό ο πατέρας του ζωγράφου την κλείδωνε συχνά στο δωμάτιο της. Δυστυχώς το 1912, μια μέρα, κατάφερε να δραπετεύσει. Αυτοκτόνησε, πέφτοντας στον ποταμό Σαμπρ, στο Βέλγιο. Τότε ο Ρενέ λέγεται πως ήταν παρών όταν το σώμα της ανασύρθηκε από το ποτάμι. Σε τόσο μικρή ηλικία αντίκρισε την στιγμή που την ανέσυραν από τη λίμνη οι αστυνομικοί. Τότε χαράχτηκε στη μνήμη του η εικόνα της μητέρας του καθώς είχε καλυφθεί το πρόσωπο της με ύφασμα από το νυχτικό της. Βέβαια πολλοί αμφισβητούν αυτή την εκδοχή και θεωρούν πως η ιστορία είναι απλά κατασκεύασμα της νοσοκόμας του. Παρόλα αυτά συνιστά ένα κλασικό μοτίβο που αναπαράγεται σε πολλά από τα έργα του Μαγκρίτ

Ρενέ Μαγκρίτ, Οι Εραστές, 1928. Ελαιογραφία σε μουσαμά, 54 * 73 εκ. Ιδιωτική Συλλογή, Βρυξέλλες.

Μια επιπρόσθετη μανία του καλλιτέχνη είναι και το μοτίβο του καπέλου. Ο άνθρωπος με το σκούρο κουστούμι και το μελόν καπέλο πιθανότατα είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι η Ρεγκίνα είχε εργαστεί και ως καπελού, πριν παντρευτεί τον πατέρα του καλλιτέχνη. Συνεπώς διαπιστώνει κανείς πως η αύρα της μητέρας του είναι διάχυτη σε πολλά έργα του.  

Ρενέ Μαγκρίτ, Άνδρας με ψηλό καπέλο, 1964, Ελαιογραφία σε μουσαμά.

Ορισμένες από τις εμμονές με τις οποίες καταπιάστηκε ήταν η τοποθέτηση ενός πίνακα μέσα σε έναν άλλον πίνακα (με παράδειγμα την ανθρώπινη κατάσταση του 1933, όπως και η χρήση των λέξεων. Διαπιστώνεται ακόμα και η κρίση του αντικειμένου. Πιο συγκεκριμένα τα αντικείμενα μεταμορφώνονται, προεκτείνονται, επικρατούν αντιθέσεις ανάμεσα στο “μέσα – έξω” ή στο “εδώ – εκεί”. Υπάρχει κατάχρηση δηλαδή της έννοιας του χρόνου. Θέλει δηλαδή να εμφανίσει ταυτόχρονα κάποια πράγματα που κανονικά στην καθημερινότητα μόνο διαδοχικά παρατηρούμε. Καταργούνται οι φυσικοί νόμοι της αιτιότητάς και της βαρύτητας, συνδυάζεται μέχρι και η σύγκρουση αντικειμένων. Στην περίπτωση όπου κάποιος επιχειρούσε να δώσει συμβολισμούς στα έργα του έλεγε “είστε πιο τυχεροί από εμένα’’.

Ρενέ Μαγκρίτ, Η ανθρώπινη κατάσταση, 1933, ελαιογραφία σε μουσαμά.

Αθηνά Γεωργακοπούλου

See Also
What's Your Reaction?
Excited
0
Happy
0
In Love
2
Not Sure
0
Silly
0
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top