Βάκχες του Ευριπίδη | Είδαμε & Σχολιάζουμε

Βάκχες του Ευριπίδη

Βάκχες του Ευριπίδη, σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη, θέατρο Βράχων Μελίνα Μερκούρη

Λίγα λόγια για το έργο

Οι Βάκχες του Ευριπίδη αποτελούν μέρος μιας τριλογίας μαζί με τα έργα Ιφιγένεια εν Αυλίδι και Αλκμαίων ο δια Κορίνθου. Γράφτηκε το 407 π.Χ. και κέρδισε το πρώτο βραβείο στους δραματικούς αγώνες. Αποτελεί από τις πιο εξαιρετικές ολοκληρωμένες τραγωδίες. Θεωρήθηκε ότι σφράγισε τον Αθηναϊκό χρυσό αιώνα

Ο Διόνυσος (Βάκχος) με τις ακόλουθες τους κατεβαίνει στην Θήβα ως προσωποποιημένος θεός, για να επιβάλει την θρησκεία του. Ο νεαρός βασιλιάς Πενθέας με όλο το σθένος του προσπαθεί ν’ αντισταθεί στην μανία του. Ο Διόνυσος μέσα από την παραφροσύνη των τελετουργιών της φύσης, των διονυσιακών χορών και των μεγάλων οργίων παρασύρει την Αγαύη. Η Αγαύη πάνω στον μαιναδισμό της δεν αναγνωρίζει τον γιό της και μαζί με τις υπόλοιπες μαινάδες κατασπαράσσει τον γιό της.

Το έργο είναι ύμνος για τον ελεύθερο έρωτα, για τα όργια και την μανία του Διονύσου και βλέπουμε ότι ο νόμος έρχεται σε σύγκρουση με τις τελετουργίες προς τιμήν του Διονύσου (βασικό θεματικό μοτίβο στις τραγωδίες, η σύγκρουση του θεϊκού στοιχείου με το ανθρώπινο).

Τελετουργία της συγκίνησης, του συναισθήματος, του μένους και του παραλόγου μπορούν να χαρακτηριστούν οι Βάκχες του Ευριπίδη. Έτσι ορίζει η Νικαίτη Κοντούρη την ανεξάντλητη τραγωδία του Ευριπίδη.

Λίγα λόγια για την παράσταση

Το θέατρο βράχων μεγαλοπρεπές. Η έναρξη της παράστασης δυναμικά μπαίνει με την μουσική των ΘΡΑΞ ΠΑΝΚC σε μια μίξη ροκ- πανκ και παραδοσιακού, έτσι που βακχίζεσαι και εσύ στο κάθισμα σου. Προτού καλά- καλά ξεκινήσει η παράσταση. Ο χορός δίνει την δυναμική του από την πρώτη σκηνή της παράστασης.

Ο Δίονυσος, Άκης Σακελλαρίου, ξεδιπλώνεται και υψώνει το σθένος και την δύναμη του. Σιγά σιγά, μέσα από την σκιά του, που προβάλλεται μέσα και πάνω από την μικρή και μοναδική σκηνική εγκατάσταση της παράστασης (Λουκία Μινέτου).

Ένα κινηματογραφικό, ρομβικό ταμπλό ξεδιπλώνεται μπροστά μας και δείχνει τον Διόνυσο να υψώνεται. Μεταμορφώνεται μέσα από τις σκιές του σε ταύρο και να κατεβαίνει από τα δάση μαζί με τις μαινάδες, πάνω στην σκηνή. Η σκηνοθέτις δανείζεται πολύ εύστοχα από το θέατρο της Ασίας, το θέατρο σκιών, ενώ παίζει και φλερτάρει με τον κινηματογράφο.

Επιπλέον, σημειολογικός δείκτης η σκηνική αυτή έναρξη φέρνοντας στο νου την κινηματογραφική σκηνή του animation, αλλά και τον Νοσφεράτου του Μαξ Σρεκ.

Ο χορός (Θάλεια Γρίβα, Ελένη Μολέσκη, Σμαράγδα Κάκκινου, Ελένη Στεργίου, Φραγκίσκη Μουστάκη, Ιουλία Γεωργίου, Σοφία Κουλέρα, Ιωάννα Τζίκα) στην παράσταση αποτέλεσε το πιο βαρύ και ισχυρό στοίχημα της σκηνοθέτιδας. Αν και μερικές φορές, ιδίως στην αρχή, ο χορός χώλαινε λιγάκι σ’ ένα αμήχανο και υπερβολικό βακχικό παραλήρημα (χορογραφία της Ανδρονίκης Μαραθάκη).

Αλλά στη συνέχεια από το υποκριτικό σθένος των κοριτσιών του χορού, αλλά και μαζί με την θεσπέσια μουσική και τα υπέροχα μαύρα κουστούμια της Λουκίας Μινέτου, μας θύμισε τους σαμουράι της Ασίας, και κατάφερε έτσι να εξισορροπήσει την δυναμική της παράστασης.

Το ερωτηματικό της παράστασης και το όλο στοίχημα της Νικαίτης Κοντούρης είναι ότι δανείστηκε τον Διόνυσο, τον Άκη Σακελλαρίου, του Θεόδωρου Τερζόπουλου για να φέρει την τελετουργία και το μένος των Βακχών στην παράσταση. Σκηνοθετικό ατόπημα κατά την ίδια, διότι η παράσταση Βάκχες του Ευριπίδη, από τον Θεόδωρο Τερζόπουλο το 1986 στο αρχαίο θέατρο των Δελφών σφράγισε την ελληνική παραστασιολογία ως την πιο κορυφαία παράσταση και ερμηνεία των Βακχών που έχει δει ποτέ το Ελληνικό θεατρικό κοινό μέχρι σήμερα.

Αντίκρυσα έναν Άκη Σακελλαρίου ως έναν αμήχανο θεό Διόνυσο και από τον ίδιο τον ηθοποιό, που προσπάθησε να βγάλει καλά σε πέρας έναν ρόλο που και ο ίδιος ξέρει ότι τον έχει παίξει αλλού καλύτερα και έχει αναγνωριστεί διεθνώς. Είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι του θεάτρου λατρεύουμε αυτό το τεράστιο κείμενο του Ευριπίδη και κυρίως οι Έλληνες σκηνοθέτες θέλουνε να βάλουν ο καθένας της προσωπική του καλλιτεχνική σφραγίδα πάνω σε αυτό το τεράστιο έργο του Ευριπίδη, αλλά η Νικαίτη Κοντούρη σε αυτό το σκηνοθετικό στοίχημα αστόχησε με δανεικά μέσα.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος ως Πενθέας καλά κρατεί σε μια ίσια υποκριτική σκηνική παρουσία, όπως τον ξέρουμε καλά ότι είναι εξαίσιος ηθοποιός αλλά μέσα από τον ρόλο του ως Πενθέα δεν πρόσθεσε κάτι παραπάνω από αυτό. Η Ιωάννα Παππά ως Τειρεσίας- μούμια παίζει με τις φωνητικές της εναλλαγές, προκαλώντας άλλοτε χιούμορ και άλλοτε αδιαφορία.

Ο Δημήτρης Πετρόπουλος ως Κάδμος και η Κωνσταντίνα Τάκαλου ως Αγαύη στην τελική σκηνή κλείνουν εξαιρετικά, όπως θα έπρεπε, την παράσταση με τον υπέροχο διάλογο τους. Ο υπέροχος Δημήτρης Πετρόπουλος προσπαθεί να φέρει στα λογικά της την κόρη του και να την κάνει να κοιτάξει με προσοχή, ενώ η ίδια ακόμα βρίσκεται υπό την επήρεια του Διονύσου, ποιανού το κεφάλι κρατάει στα χέρια της.

Η σκηνή αρχίζει με ένα έντονο συναισθηματικά φορτίο με την φράση: Γιατί είσαι λυπημένος πατέρα; η οποία συμπυκνώνει μέσα σε μια φράση όλη την τραγωδία και την συμφορά που πρόκειται ν’ ακολουθήσει στα επόμενα δευτερόλεπτα του έργου.

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου μας συγκινεί και μας κάνει να συμπάσχουμε με την συμφορά την οποία βιώνει, εξαιρετική της η ερμηνεία ως Αγαύης. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, ως αγγελιοφόρος, σπουδαίος, μας πληροφορεί για τον διαμελισμό του Πενθέα από τις μαινάδες πάνω στην έκσταση των οργίων

Στο τέλος της παράστασης ο Άκης Σακελλαρίου, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες της Νικαίτης Κοντούρη και των βοηθών της (Θάλεια Γρίβα και Ελένη Μολέσκη) παρουσιάζουν έναν διαφορετικό και ωραία έξυπνο επίλογο του έργου. Με τον Άκη Σακελλαρίου να απευθύνεται στο κοινό, και ταυτόχρονα να απεκδύεται από το ρόλο του (με την μέθοδο του θέατρο εν θεάτρου).

Εκείνη την στιγμή, απευθύνεται στο κοινό όχι πλέον ως θεός Διόνυσος αλλά ως άνθρωπος, ίσος προς ίσος και μας προβληματίζει για την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα που βιώνει η Ελλάδα σήμερα. Η όλη πολιτική και κοινωνική πολιτική επικαιρότητα της παράστασης συμπυκνώθηκε στο προφητικό λόγο του Διονύσου στο τέλος του έργου.

Η Νικαίτη Κοντούρη παρουσίασε τις Βάκχες του Ευριπίδη με ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών, συντελεστών και μεθόδων που αν πατούσε και διατηρούσε σε μια ευθεία και τελική γραμμή τα στοιχεία αυτά που υπήρχαν στην έναρξη του έργου, θα έβαζε σίγουρα την προσωπική και καλλιτεχνική της αυθεντική σφραγίδα στο έργο του Ευριπίδη.

Μαρία-Ευθυμία Γιαννάτου

Θεατρολόγος-θεατροπαιδαγωγός.

Επόμενη παράσταση: Σάββατο, 2 Οκτωβρίου – Ηρώδειο
https://www.viva.gr/tickets/theatre/periodeia/vakxes-evripidis/

 

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top