4 παράγραφοι κουλτούρας & καψούρας | Σταμάτης Παρασκευάς

Π1

Ανάμεσα στα δάχτυλά σου περνάει το σώμα μου σαν άμμος ή ήλιος όταν σηκώνεις χαλαρά την παλάμη σου να κάνεις σκιά. Αν με ρωτούσες με τι μοιάζεις, θα σου έλεγα πως μοιάζεις με αυτό το άνυδρο τοπίο και έχει μιαν όαση στη μέση ή με ένα πλαίσιο ανεξήγητο που μέσα του κουρνιάζει μια αποστομωτική εξήγηση ή με την πείνα που κουβαλά ένα πιάτο με το πιο τέλειο φαγητό. Είσαι το σκοτάδι του που μέσα του υπάρχουνε φαντάσματα ή μέσα του φιλιούνται οι εραστές. Είσαι ολόκληρη φιλί, και στο κέντρο σου ένας πυρήνας από στόματα που χάσκουνε σαν τη Χάρυβδη και τη Σκύλλα. Κρατώντας σου το χέρι είναι σαν να κρατώ τον κόσμο, σαν να κρατιέμαι από τον κόσμο και σαν να μην υπάρχεις. Σ’ έχω ήδη πενθήσει, μας έχω ήδη πενθήσει πριν σ’ ερωτευτώ. Κι είσαι μια θάλασσα που πάντα έρχεσαι κύμα με το κύμα, μα μένεις ανεξάντλητα απομακρυσμένη κι απροσπέλαστη. Αρκούμαι στη σταγόνα για τη δίψα. Στο ψίχουλο για την πείνα. Στο χάδι για την ασφάλεια. Μα για τον έρωτα τι αρκεί; Μα για όλα αυτά που σου γράφω, για κάθε λέξη, ανοίγονται λάκκοι μεγάλοι στην πίσω αυλή, σαν τάφοι ή σαν λουλούδια για φύτεμα. Ανεπίδοτο θα ‘ναι το γράμμα αυτό. Όσο περισσότερο σ’ αγαπώ τόσο πιο ιερή γίνεσαι. Σιγά σιγά θα σε ασπάζομαι σαν εικόνα, θα σου κρύβω το πρόσωπο για σεβασμό, θα είμαι δω να σε λατρεύω εν τη απουσία σου, χωρίς να έχεις σώμα. Φοβάμαι μην αγαπώντας σε, σε βάλω εκεί που δε θα μου επιτρέπεται να σ’ αγγίζω. Φοβάμαι μην αγαπώντας σε, πάω κάπου που δε θες, που δε μπορείς, δεν αγαπάς και πρέπει να σ’ αφήσω. Δε μ’ ένοιαξε που μας έδιωξαν από την Εδέμ, όσο αν χρειαζόταν να χωρίσουμε στα μισά του δρόμου.

Φοβάμαι μην αγαπώντας σε, αγαπήσω να φοβάμαι.

Π2

Και θα σου γράψω απόψε σαν να σου μιλάει η νύχτα μέσα από μένα και σαν να μιλάω εγώ μέσα από την νύχτα. Άκουσες τις λέξεις πώς έπεσαν σαν κέρματα στο δρόμο; Φαντάσου έναν κόσμο όπου ο ήχος που προκαλεί ένα πράγμα δε σταματούσε -από όσα λέμε, τα περισσότερα είναι από από φόβο μη και σταματώντας να τα λέμε, σταματήσουμε να υπάρχουμε. Ο ήχος των πραγμάτων να ήταν αιώνιος. Ο ήχος των λέξεων να ήταν αιώνιος. Η μνήμη συντηρεί αυτόν τον ήχο -από όσα λέμε, τα περισσότερα είναι από φόβο μη και σταματώντας να τα λέμε, σταματήσουμε να υπάρχουμε για αυτά, σταματήσουμε να υπάρχουμε έξω από αυτά κι αυτά υπάρξουν έξω από μας. Γι’ αυτό σου γράφω απόψε. Η μνήμη κρατάει ακόμη τον ήχο των τακουνιών σου στο δρόμο, το γέλιο σου στο κρεβάτι, τον ήχο του φτερνίσματός σου. Φαντάσου έναν κόσμο που ο ήχος των πραγμάτων να ήταν αιώνιος, οι ήχοι σου να ήταν αιώνιοι. Η μνήμη δε βοηθάει πολλές φορές να ακούς. Ζωντανεύει ολάκερη ορχήστρα, ολάκερη πλατεία κατάμεστη με κόσμο και φωνές και μουσικές την ώρα που ψιθυρίζεις το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο. Ο κόσμος μου εκμυστηρεύεται μέσα από τα λόγια σου. Απόψε σου γράφω για τις φωνές στο μυαλό μου που δε με αφήνουν να σε ακούω. Απόψε σου γράφω για την κατασκευή του αυτιού μου που δε μου επιτρέπει να ακούσω τη βλεφαρίδα σου να κλείνει, τη γλώσσα σου να γλείφει τα ξεραμένα χείλη σου. Απόψε η νύχτα σου μιλάει για την κατασκευή του κόσμου που δεν μας επιτρέπει να ακούσουμε με τα ίδια μας τα αυτιά το πώς ανατριχιάζουν οι τρίχες στο δέρμα από το χάδι. Από όσα λέμε, τα περισσότερα είναι από φόβο μη και σταματώντας να τα λέμε πάψουμε να υπάρχουμε. Να ακουστούν όσα περισσότερα γίνεται. Τεστ. Τεστ. Να ακούσεις όσα περισσότερα γίνεται. Να τα ξανακούς, σαν ο ήχος των λέξεων μου να ήταν αιώνιος.
Π3

Κι είναι ο αφαλός σου, ο ομφαλός του κόσμου κι όλες οι ιερές γεωγραφίες. Ένα δάσος με σαϊτιές από την νύχτα, σκιερό, σαν νύχτα κι αυτό, να κρατά το μελαχρινό από τη μάνα του και ένα ξέφωτο είναι η γύμνια σου. Ένας λύκος πλησιάζει ως τα πόδια σου -μες σ’ όνειρο- και σαν να του τραγουδάς -ονειρεύεσαι- χωρίς ν’ αναγνωρίζεις τη φωνή ως δική σου, είμαι γω, μ’ εξημερώνεις. Ξημερώνει. Οι σκιές μικραίνουν. Το δάσος θροΐζει στα μαλλιά σου. Η νύχτα κρύβεται στο στέρνο σου. Είναι αλήθεια. Είσαι στ’ αλήθεια. Ή έστω της μνήμης μου παιχνίδι. Ας είσαι. Ας είναι. Να ‘σαι συ η φωνή που δεν την νιώθεις για δική σου κι εγώ ο λύκος που κουρνιάζει σαν κουτάβι. Να ‘σαι συ η νύχτα κι εγώ ο λύκος που αλυχτάει στο σκοτάδι. Να ‘μαι μια τούφα τρίχες που μπλέχτηκαν στο φουστάνι σου.
Π4

Εσύ κοιμάσαι κι εγώ κρατάω τ’ όνειρο όπως ο Άτλαντας τον ουράνιο θόλο ή τα μήλα των Εσπερίδων πριν ξαναπιάσει στα χέρια τον ουρανό. Εσύ κοιμάσαι κι εγώ κρατώ τ όνειρο. Από δω και πέρα θα σωπάσω. Αφού με κοίταξες βαθιά μέσα στα μάτια, θα χαθώ, σαν Ευρυδίκη. Αφού με κοίταξες στα μάτια.
© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top