Άραγε, ψηλαφίζεται η ανάμνηση; | Πάστα Φλώρα

Γράφει η Βασιλική Βλαχογιώργου

Αφιερωμένο.

Όραση. Τον βλέπω να φοράει λευκό λινό παντελόνι κι ένα καφέ πουκάμισο. Είναι καλοκαίρι. Καθισμένος με την καρέκλα γυρτή στο μπαλκόνι, ακούγοντας συνεχώς μουσική. Ακόμα κι όταν διαβάζει! Ή όταν υπογράμμισε και σημείωσε κάτι.

Όσφρηση. Περνάει από δίπλα μου, χαμογελάει και γεμίζει ο τόπος μυρωδιά από γιασεμί και φρεσκοπλυμένο ρούχο. Κανένας δεν έχει αυτό το άρωμα. Κανένας ποτέ δεν μύρισε έτσι. Ούτε καν, βρε μπας και;;;; Ποτέ!

Αφή. Τα χέρια του. Λεπτά, ευθύγραμμα δάχτυλα. Κρατούν γερά το τιμόνι του ανοιχτού αυτοκινήτου. Τα μαλλιά του στο χρώμα από το πρώιμο στάχυ, τα μάτια του ένας ουρανός. Όχι αυτό το βαθύ γαλάζιο. Το σιέλ, αυτό που κρύβει δύο, τρία σύννεφα. Το σπίτι του. Ένα δωμάτιο γεμάτο βινύλια, ένα παλιό πικάπ, δύο αφίσες στους τοίχους, από ρωσικό θεατρικό έργο (νομίζω) κι από μια περασμένη συναυλία. Μια μικρή κουζίνα. Μ’ ακούμπησε μόνο ένα δευτερόλεπτο, όσο να πεις ‘πάρε λίγο νερό να ξεδιψάσεις’, μα σαν να σφράγισε το δέρμα μου!

Ακοή. Τον ακούω να μιλάει, κάπου στο βάθος ακούγονται οι Χειμερινοί Κολυμβητές. Δεν τον ακούω να μιλάει, μαραζώνω. Ακόμα και τώρα, τώρα αυτή τη στιγμή, τον ακούω. Απαγγέλει κάτι από Καββαδία. Όλα νότες, δίπλα του.

Γεύση. Πορτοκαλάδα με… γρεναδινη. Το καλοκαιρινό μου κοκτέιλ! Χωρίς αλκοόλ, «είσαι λίγο μικρή ακόμα»… Γεύση γλυκόπικρη. Είμαι δίπλα σου, κοίτα με, μη μου υπενθυμίζεις μια διαφορά που οι αστείες ανθρώπινες ηθικές προτάσσουν!

Ανάμνηση μια και μόνη, χορεύει με τις πέντε αισθήσεις μου. Ακόμα με στοιχειώνει το ανέφικτο που έδωσε τη θέση του στο θυμικό και σ’ ένα ξέφτι από απωθημένο όνειρο. Μπορεί να ζήσεις μια ολόκληρη ζωή σκέφτομαι, και να σε κυνηγάει σαν λύκος το θήραμά του, μια σκέψη. Κι όταν η σκέψη δεν σε βασανίζει, τιμωρός βλέπεις, περνάει ο καιρός με αραχνιασμένα συναισθήματα. Όταν όμως την ξυπνάς, την τρέφεις κι εκείνη γιγαντώνεται, έρχεται για το αντίτιμο. Γιατί είδες, μύρισες, άγγιξες, άκουσες, γεύτηκες, μα ποτέ, ΠΟΤΕ δεν μίλησες!

Γυρίζει ο χρόνος, μάτια μου; Ποιος τον γύρισε ποτέ;

Αυτό το, απωθημένο, μένει τέτοιο μέχρι να τελειώσει η βόλτα; Γέλασε σαρκαστικά η συνείδηση, «και γιατί νομίζεις μωρό μου, το λένε έτσι; Η ματαίωση το κάνει κραταιό!» Κι αν.. Κι αν το πω; Αν το ομολογήσω; Αν του πω… Γέλασε και πάλι πιο δυνατά αυτή τη φορά, ματώνοντας τα νύχια της με το αίμα μου. Γελάς;;; Κι όμως, ξέρω ανθρώπους που ανέτρεψαν μια ολόκληρη ζωή για έναν έρωτα, ούρλιαξα!!! «Αμφίδρομο, μικρή μου. Αμφίδρομο!», και κάρφωσε το μαχαίρι.

Ξάπλωσα.. Σ’ ένα μονό, ξύλινο, παλιό κρεβάτι. Πάνω σε αραχνούφαντα σεντόνια, με δαντέλα στο τελείωμα. Έκανα κούνια με τα πόδια ενωμένα στο πλάι, όπως το συνηθίζω όταν προσπαθώ να κοιμηθώ. Κι είχα ανοιχτά τα μάτια μου που κοίταζαν μια παλιά ξύλινη ντουλάπα με καθρέφτη. Δεν άκουσα θόρυβο. Ένιωσα όμως ένα χέρι να σφίγγεται γύρω από την κοιλιά μου. Κι ένα πόδι να σταματάει το ρυθμικό μου λίκνισμα. Μύρισε γιασεμί και… «σσσσσς, κοιμήσου. Εγώ είμαι εδώ!» Είσαι εδώ; Πως; Γιατί; «Για να καθησυχάσω τον φόβο σου, να κάνω την τρικυμία σου μπουνάτσα, να σου δείξω πως δεν υπάρχει ΑΠΟΛΥΤΟ».

Συνέχισε να με σφίγγει πάνω του. Σ’ εκείνο το μονό, ξύλινο κρεβάτι, ψηλάφισα σχεδόν αγκάλιασα την ανάμνησή μου. Συμφιλιωθήκαμε. Ήξερα και ήξερε. Και το απόλυτο, το απωθημένο πια δεν υπήρχε.

Μόνο μυρωδιά από γιασεμί και φρεσκοπλυμένο ρούχο.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top