Άρνηση | Δανάη Καρδαρά

 


Κι εδώ που φτάσαμε, λίγο δεν είναι –
άλλωστε, σε τέτοια εποχή τι άλλο να κάνουμε;

μου είπες μια φορά και θυμάμαι, πέταξες με φόρα το ποτήρι που κρατούσες στον απέναντι τοίχο.
Γυαλιά στο πάτωμα, ένας πανηγυρικός λεκές στους σοβάδες.
Καφέ σκέτο πίναμε.
Εγώ, φίλε μου, τσιμουδιά. Ψυχραιμία. Ούτε που βλεφάρισα.
Την ένιωσα όμως την οργή σου, την κατάλαβα.
Δεν μ’άρεσε που την έπνιγες.
Δε θέλω να το ξεχάσεις ποτέ αυτό, συνέχισες εσύ
κι έπιασες με τα χέρια σου το πρόσωπό μου.
Ήτανε σημαντική στιγμή.
Με κοίταξες με θέρμη κι εγώ το τόλμησα
και δεν κατέβασα τα βλέμμα μου στιγμή.
Το’θελα βέβαια. Πως το’θελα…
Μετά σηκώθηκες να φύγεις. Το πανωφόρι σου στα χέρια.
Δεύτερη ματιά δεν μου’ριξες.
Εκεί τρόμαξα, να, σαν να’μου ρθε απότομα και ρώτησα αν θα σε ξαναδώ.
Γέλασες εσύ, όμοιος ξαφνικά με Μάιο μήνα κι έγνευσες.
Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας, με βεβαίωσες κι ύστερα χάθηκες.
Νοέμβριος ήτανε.

Από τότε δε σε ξαναείδα.

Τα λόγια σου τα κράτησα,
παράξενο και πολύτιμο φυλαχτό.
Τα επαναλάμβανα κάθε τόσο μέσα μου
και τις νύχτες, καμιά φορά, με παρηγορούσαν.
Ήταν και οι φορές που δεν κατάφερναν τίποτα
γιατί υπήρχαν όλα αυτά που με στοίχειωναν.
Ακόμα και τώρα με στοιχειώνουν.
Τα όνειρα που έθαψα, οι υποσχέσεις που δεν τήρησα,
όλα αυτά που δεν μπόρεσα τελικά να κάνω –
κι όλα εκείνα που έκανα.
Με ενοχοποιούν.
Αν το σκεφτείς λίγο καλύτερα, με ενοχοποιεί ακόμα
και η ίδια μου η συνείδηση
για όλα αυτά που της χρωστάω.
Αυτή περισσότερο από όλα και όλους.

Κι έτσι, τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Μονάχα σκέφτομαι, γράφω και διαγράφω
κάνω σχέδια, τα ακυρώνω
συλλογίζομαι όλα αυτά που είναι φορτωμένα επάνω μου,
όσα οι άλλοι περιμένουν από εμένα
κι ύστερα εκείνα που περιμένω εγώ.
Συλλογίζομαι, έπειτα, τα λόγια σου και αναρωτιέμαι αν είχες δίκιο
και φοβάμαι μήπως τα παρατήσαμε εύκολα.
Μήπως συμβιβαστήκαμε για το τίποτα.
Τι άλλο να σου πω; Στην τελική, με αηδιάζω
γιατί επιτρέπω στην εποχή και σε κάτι τύπους σαν εσένα
να με μεταμορφώνουν.
Γίνομαι κάτι που στην πραγματικότητα δεν είμαι –
κι όλο αυτό μοιάζει αφύσικο.

Κι εδώ που φτάσαμε λίγο δεν είναι, είπες
μα δεν είναι και αρκετό.
Ξέχασες πως έπρεπε να προχωρήσουμε παρακάτω.
Εμείς χτίσαμε τη φωλιά μας, τακτοποιήσαμε τη ζωή μας.
Τίποτ’άλλο.
Τα παρατήσαμε.
Και τώρα το βλέπω καθαρά –
ήτανε λάθος να επαναπαυτούμε.
Να σου πω την αλήθεια,
ούτε που με νοιάζει η κακιά η εποχή και οι δυσκολίες της,
τα κοινωνικά φαινόμενα, οι αριθμοί και τα διαγράμματα.
Στο κάτω-κάτω δεν μου λένε τίποτα και δε θέλω να τα καταλάβω.
Γιατί τούτη εδώ είναι η ευκαιρία μας
και όσες αναλύσεις κι αν μελετήσουμε
αυτό δεν αλλάζει.

Φοβάμαι μόνο πως όλα αυτά θα με νικήσουν.
Θα γίνω σύγχρονη και αποστειρωμένη.
Μουγκή και τρομαγμένη.
Δεκτική και κομματιασμένη.
Απελπισμένη και σκουριασμένη.
Θα βολευτώ, θα περιμένω να γίνει από άλλους η αρχή
θα παρακολουθώ τις εκπτώσεις, θα μαζεύω κουπόνια
θα διασκεδάζω, θα γκρινιάζω
θα παζαρεύομαι, θα κατηγορώ τη τύχη μου.
Στο τέλος, θα στηριχτώ μόνο σε αυτή.
Θα’μαι μέρος μιας αιχμάλωτης γενιάς.
Δε θα καταφέρω τίποτα, αλλά θα νομίζω ότι έχω κάνει τα πάντα.
Θα σου μοιάσω. Θα σου μοιάσω.

Κι ύστερα, το μυαλό μου
συνδεδεμένο ήδη με εκατοντάδες καλώδια
θα υπακούει μόνο σε συγκεκριμένες εντολές,
θα ακολουθεί προκαθορισμένες πορείες.
Τέλος.

Ξέρεις, αν είχα τα κότσια θα’χα δώσει ήδη μία σε όλα.
Σου’πε κανείς ότι δε δειλιάζω;
Να’ξερες πως τρέμω νιώθοντας την πίεση του να γίνουμε όλοι ίδιοι.
Να πιστεύουμε στα ίδια, να βαδίζουμε προς την ίδια κατεύθυνση
να τα παρατάμε εύκολα, να μην προσπαθούμε
να μην αγωνιζόμαστε.
Το μυαλό μου μεταμορφώνεται σε αποθήκη αχρήστων υλικών
και νιώθω πως ο οργανισμός μου αντιδρά
γιατί το ξέρει πως κάτι δεν πάει καλά.
Γι’αυτό οι αϋπνίες, τα νεύρα – η κατάρρευση.

Άκου, τίποτα δεν κάναμε, πουθενά δε φτάσαμε.
Μπορεί η δικιά σου η συνείδησή σου να ησυχάζει ακόμη με κάτι τέτοια
αλλά μη ψάχνεις για παρηγοριές.
Σαπίζουμε, όπως θα σαπίζαμε σε έναν τάφο.
Κι έτσι, περνάνε τα χρόνια.

Εγώ θα φύγω απ’όλο αυτό, τελικά. Μ’όποιο κόστος.
Όχι φυγή – οπισθοχώρηση.
Φυγή – αλλαγή.
Θέλω να κόψω τις περίεργες συνδέσεις –
όλα αυτά που με κάνουν να τρέμω και να περιμένω.
Δεν έχω τίποτα να περιμένω και το πεπρωμένο μου είναι εδώ –
σε τούτη την πατρίδα, σε αυτόν εδώ το χρόνο
και σε όλα εκείνα που θέλω να προστατεύσω.
Είναι χρέος μου να πολεμήσω
-την εποχή, το βόλεμα, τους γραβατωμένους,
τους αριθμούς, τις στατιστικές, το φόβο.-
Να’χω να πω μια ωραία ιστορία στα παιδιά –
στο μέλλον που έρχεται.
Δεν είμαι σοφή και μόνο τούτο κατάλαβα:
η ζωή είναι στους δρόμους. Στο θάρρος και την αλήθεια.

Ελπίζω μια μέρα να σε συναντήσω εκεί.

Θα σε βάλω τότε να σκεφτείς και να μου πεις τι είναι η Ελευθερία.
Μην ανησυχείς.
Θα’χουμε όλο τον καιρό μπροστά μας για να μου απαντήσεις.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top