Ένας Κάποιος, Τέτοιος Καιρός | Σκέψεις

Και κάπως έτσι, σβήνουν οι στιγμές από δυο μνήμες. Δυο κορμιά από μια σελίδα που γράφτηκε, αλλά αφέθηκε μισή. Τα κομμάτια μένουν στο ίδιο tempo με πριν. Κι οι έρωτες χαμένοι σε ένα βαλς. Mέρες μοναξιάς, σε ένα σπίτι, που δεν έχει αίσθηση του χρόνου. Μια καρδιά σπασμένη σε κομμάτια που δεν ενώνονται και δυο μάτια, σαν πλοία που ναυάγησαν σαν νούφαρα που μάδησαν, στης λίμνης το θολό νερό. Μόνιμα ένα κενό. Ένα κενό, μιας έντονης απουσίας, με ελπίδες λιγοστές έστω και απατηλές να γίνει ξανά παρουσία κι ας βρίσκεται μακριά.

Έχεις την αίσθηση πως, ακόμα και η επιστροφή, η παρουσία, δεν θα είναι όπως η πρώτη εκείνο το πρωινό. Δεν χρειάστηκαν λόγια, μόνο μια στιγμή, μια κοινή στιγμή κι ένα βλέμμα, αγνό χωρίς πολλές περιγραφές. Το «τυχαία σε γνώρισα, τυχαία σε αγάπησα γιατί ήταν μοιραίο». Την μοίρα δεν ξέρω αν μπορείς να την αλλάξεις, σίγουρα όμως δεν μπορείς να την εμποδίζεις, να φέρει δυο ανθρώπους κοντά, διότι δεν σε ρωτά. Είναι κάτι σαν τον έρωτα. Άλλοι πιστεύουν σε αυτόν, άλλοι όχι.

Εγώ πιστεύω στον έρωτα που γίνεται αγάπη. Αυτή δεν μένει εν τέλει; Όλα τα μπορεί, κι όταν μας πληγώνει, μας μεγαλώνει. Το αν υπάρχει μας το έχει διδάξει η  ιστορία. Μας το  έχει προσδιορίζει αυτό άλλωστε με πολλούς τρόπους. Ο έρωτας, είναι ένας κινούμενος, ανυπεράσπιστος φόβος με φτερά σπασμένα και μια μνήμη έντονα πνιγμένη σε σκέψεις και πόθους φυλακισμένους. Τώρα, ανάμεσα σε δυο νησιά. Δυο θάλασσες που περιμένουν πότε θα συναντηθούν ξανά για να ενώσουν την μοίρα τους από την αρχή. Αυτή δεν τα έφερε έτσι; Αυτή η μοίρα που πήρε ζωές, όπως τις έδωσε.

Οι θάλασσες, λένε ότι είναι απέραντες και μοναδικές, σαν δυο νύχτες έρωτα που μας στερήθηκαν, σαν δυο χείλη, που κάτι τα εμποδίζει να αγγιχτούν, σαν δυο σώματα μοναχικά που ένας άνεμος τα χώρισε, σαν τον ήχο ενός πλοίου κι ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Ένα εισιτήριο, που από την μια μέρα στην άλλη έγινε ένα ταξίδι, σε δειλινά  που συνοδεύονταν από κύματα δακρύων και εικόνες αποχαιρετισμού. Εικόνες από ένα άδειο δωμάτιο, δυο άδεια σώματα και δυο μισές ψυχές. Δυο ψυχές που τις νύχτες, γίνονταν ένα κι τώρα ψάχνουν, ψάχνουν μέσα στα όνειρα μια συντροφιά να τις σκεπάσει. Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν‘αγγίζουν πάλι, αυτές οι ψυχές θα βρίσκονται ξανά κοντά ως κι οι θάλασσες.

Μαργαρίτα Στάντλερ

See Also
View Comments (0)

Leave a Reply

Your email address will not be published.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top