Για μια φέτα καρπούζι | Πάστα Φλώρα

Γράφει η Βασιλική Βλαχογιώργου

Σαράντα βαθμοί Κελσίου, καίει ο τόπος. Οι νοικοκυρές έχουν βγει στις αυλές και ρίχνουν νερό με το λάστιχο. Ρίχνουν και στα μικρά χωμάτινα δρομάκια, να μην σηκώνεται σκόνη. Ένα μάτσο παιδιά με ποδήλατα και τρεχαλητά, ξεγελούν την ζέστη. Ξυπόλητα περπατούν στα πεζουλακια του χωριού και οι πατούσες τους δεν νιώθουν τη ζέστη που λιώνει θαρρείς και την πέτρα.

Ξάφνου, από κάποια αυλή ανοίγει μια πόρτα και ακούγεται το μαγικό κάλεσμα, «Ελάτε! Καρπούζι!». Τα ποδήλατα σταματούν κι όλοι τρέχουν στην αυλή της προσφοράς. Μια γυναίκα βγαίνει κρατώντας ένα μεγάλο καρπούζι. «Το ‘χα στο βαρέλι με τον πάγο» τους λέει, κι αρχίζει να κόβει φέτες. Μια, δύο, τρεις….πέντε…οχτώ. Δέκα. Δέκα παγωμένες φέτες καρπούζι.

Ποτέ ξανά η λαχτάρα δεν είχε πρόσωπο. Δέκα αναψοκοκκινισμένα παιδικά πρόσωπα. Όλα φοράνε άσπρες φανέλες και σορτσάκια. Παπούτσι, κανείς. «Σιγά, σιγά, θα πνιγείτε!», είπε η γυναίκα κοιτάζοντας τα να τρώνε λαίμαργα. Οι άσπρες φανέλες, άρχισαν να κοκκινίζουν από το καρπουζοζουμο. Τα δάχτυλα, άρχισαν να κολλάνε από τη γλυκιά ζάχαρη και τα χαμόγελα πιο κόκκινα από ποτέ να πλημμυρίζουν τη μικρή αυλή για το ‘ποιος θα φάει τα περισσότερα κουκούτσια’. Όποιος στο τέλος θα είχε τα περισσότερα στο πιάτο του, θα ήταν ο υπηρέτης των άλλων για μια βδομάδα. Καθόλου δεν άρεσε το παιχνίδι αυτό στην γυναίκα, «Βρε, θα πάθετε σκουληκωειδιτιτα, θα φυτρώσει καρπούζι μέσα σας! Φτύστε τα κουκούτσια, κακορίζικα!» Και δωσ’ του φωνές και κινήσεις καράτε για να διώξει τη μύγα που είχε μαζευτεί. Κι ο μικρότερος και ζωηρότερος της παρέας, λουσμένος στο καρπούζι, άρχισε να μιμείται την γυναίκα κι εκείνη να τον κυνηγάει με μια σκούπα γύρω στην αυλή!!!

Τελειώνοντας την καρπουζοκατανυξη, άρχισαν πάλι τα τρεχαλητά. Ένα σμήνος μύγες τους ακολουθούσε. Η Πόπη στο ποδήλατο, έφαγε και μια! Τίποτα όμως δεν τους ένοιαζε. Μέχρι που νύχτωνε, δώδεκα η ώρα, ήταν στους δρόμους. Ματωμένα γόνατα, βρωμιά και σκόνη κι ένα χέρι ξύλο πριν το μπάνιο και τον ύπνο, στο τσεπάκι από τα σορτσάκια τους. Μα και πάλι, τίποτα δεν τους ένοιαζε.

Ξαπλωμένοι στο χορτάρι όλοι στη σειρά, μετρούσαν τα αστέρια και έδιναν υπόσχεση πριν χωριστούν πως, ‘αύριο θα εξερευνούσαν την δρακοσπηλια στο βουνό’. Βλέφαρα βαριά και νοτισμένα σεντόνια. Κι ένας ύπνος γλυκός, με γέλια και ζάχαρη. Για μια φέτα καρπούζι, κάποτε κερδίζαμε έναν κόσμο. Για μια φέτα καρπούζι, δίναμε όρκους για μια ζωή….

Αυτή τη γλυκά θυμήθηκα σήμερα που έκοψα μια φέτα καρπούζι και την καθάριζα προσεχτικά στο πιάτο, λέγοντας στην κόρη μου, «μην φας τα κουκούτσια, θα πονέσει η κοιλίτσα»…. Και πόσο ήθελα να της πω Θεέ μου για την καρπουζιά που φυτρώνει μέσα μας!!

Γλυκιά σαν το καρπούζι και η θύμηση. Τίποτα δεν χάθηκε στην λησμονιά. Και το μισοφέγγαρο στον ουρανό, μισό καρπούζι κι αυτό.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top