Ίσως της έφταιγε όλος της ο κόσμος | Πάστα Φλωρα

Γράφει η Βασιλική Βλαχογιώργου

Το ξυπνητήρι. Έξι. Αλλαγή πλευρό. Έξι και τέταρτο,εξίμιση. Αυτή η καθημερινή αφύπνιση την έχει τρελάνει. Νιώθει φαντάρος και φαντάρος δεν είναι. Νιώθει κουρασμένη και είναι. Ποτέ ο ύπνος της δεν ήταν καλός, μα τώρα τελευταία, παλεύει. Με όνειρα που γίνονται εφιάλτες, με καθημερινά πρέπει και κοινωνικές συμβάσεις. Παλεύει και πάντα χάνει. Εξημιση και κατακοπη ακουμπώντας τα πόδια στο πάτωμα αναρωτιέται “πώς θα την βγάλω και σήμερα;”
Φτιάχνει καφέ, βγάζει τον σκύλο στο μπαλκόνι και κάνει το πρώτο τσιγάρο της μέρας. Οι μόνες ώρες που απολαμβάνει. Καφές και τσιγάρο. Βάλσαμο η νικοτίνη, κατακαίει τα πνευμόνια της και της στερεί οξυγόνο. Είναι ώρες που νομίζει πως δεν χρειάζεται οξυγόνο, πως της κάνει κακό! Κάθε ανάσα κι ένα ακόμα “πάμε παρακάτω”, κι εκείνη δεν θέλει! Θέλει πεισματικά να μείνει στο εδώ, στο τώρα, στη στιγμή. Να μην γυρνούν οι δείκτες του ρολογιού, να μην υπάρχει παρελθόν και μέλλον. Μόνο το Τώρα. Εκείνη, ο καφές και το τσιγάρο της. “Τα παιδιά!”, σκέφτηκε κι έκανε να σβήσει το τσιγάρο που έπεσε πάνω στην χιλιοφορεμενη ρόμπα, αφήνοντας το πρωινό σημάδι απόλαυσης που έμελλε να μείνει εκεί για πάντα..
“Να ξυπνήσω τα παιδιά”, μονολογησε κι έτρεξε προς τα δωμάτιά τους. “Παιδάκια, παιδάκια, εφτά η ώρα σηκωθείτε!” Πάντα παιδάκια τα φώναζε από το νηπιαγωγείο, κι ας τελείωνε ο μεγάλος το λύκειο και η μικρή το γυμνάσιο. Μέσα στα ‘λίγο ακόμα…’,και ‘άσε ρε μάνα…’, την έπιασε πανικός!
Έτρεξε στην κουζίνα να ετοιμάσει πρωινό. Φρυγανιές με βούτυρο και μαρμελάδα δαμάσκηνο, που μόνη της είχε φτιάξει, χυμό πορτοκάλι και φέτες του τοστ με γαλοπούλα. Την βρίσκουν στην κουζίνα να εκτελεί καθήκοντα. Κι όμως στα παιδιά, έμοιαζε με φαντάρο! Γέλασαν. “Α, σηκωθηκατε; Ωραία, όλα έτοιμα! Αντε, να φάτε για να φύγετε σίγα- σιγά”. ‘Ρε μάνα, μήπως κάθε μέρα θέλεις να μας ξεφορτωθείς και πιο νωρίς; ‘, ειπε ο μεγάλος, γελώντας πονηρά. “Εγώ;;;; Να σας ξεφορτωθώ; Γιατί;;; ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣΜΟΥ!”.. ‘Ξέρω κι εγώ, έτσι όπως κάνεις σαν τρελή τις δουλειές κι όλη την ώρα βιάζεσαι, είναι σαν να περιμένεις… κάποιον, όταν φυγουμε’, της γύρισε τονίζοντας το κάποιον. “Κάποιον;;;; Ποιον Παναγιώτη;;;” ‘Ωχου ρε μάνα, είσαι στόκος άστο!’… Έμεινε να τουςκοιτάζει να τρώνε, να φοράνε παπούτσια, μπουφάν και να την χαιρετιζουν με ένα μακρόσυρτο’ γειάαααααα’.
Η πόρτα έκλεισε πίσω τους κι εκείνη μαρμαρωμενη στον πάγκο της κουζίνας. Είστε όλη μου η ζωή… Μήπως φέρνεις κάποιον… Ασφυκτιουσε! Ήθελε να σταματήσει να υπάρχει για κάποιο λόγο. Άρπαξε το πακέτο με τα τσιγάρα και τον καφέ που ευτυχώς ήταν ακόμα ζεστός και άναψε τσιγάρο. Πρώτη ρουφηξια στα καταβαθα της ψυχής της. Να φέρω κάποιον;;; Εγώ!!! Τι εννοούσε το παλιόπαιδο; Εγώ;; Νευριασμενη. Έσβησε το τσιγάρο και πήγε και στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Μια γυναίκα σαράντα χρόνων, μάνα σχεδόν από παιδί μα τα μεγάλα ελαφισια μάτια της και το θελκτικο της στόμα, αναλλοίωτα. Αν βαφοταν ποτέ… Αν έβγαινε έξω.. Ήταν νέα, πολύ νέα. Και πολύ κουρασμένη…
Θέλει θάρρος ν’ αποδεχτείς το τετελεσμενο, σκέφτηκε και αναθαρρησε, για να περάσει ακόμα μια μέρα σιωπής, με όλον της τον κόσμο.
© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top