Καρδιά Από Σίδερο, Βλέμμα Από Πέτρα | Πάστα Φλώρα

Η Γοργώ είχε ένα κήπο γεμάτο λουλούδια. Πέρα ως πέρα, όσο έφτανε το μάτι, παντού φύτρωναν πανέμορφα τριαντάφυλλα, μαργαρίτες και γαρδένιες, που τα πότιζε και τα πρόσεχε σαν να ήταν παιδιά της. Καμιά φορά, ο όγκος γλιστερών σωμάτων που πλέον είχε στο κεφάλι της τινάζονταν προς τη μεριά τους, αλλά ποτέ δεν τα έβλαπταν. Η φύση δε βλάπτει τη φύση.

Πίεσε τα χείλη της μεταξύ τους, αγνοώντας τα κοφτερά δόντια που είχε πλέον συνηθίσει ανάμεσα, και έφερε το χέρι της μπροστά για να κόψει ένα τριαντάφυλλο, και να το στριφογυρίσει στο χλωμό της χέρι.

Από το μυαλό της πέρασε φευγαλέα μια πικρία, σαν τρύπημα αγκαθιού, η γνώση πως είχε χάσει τα μακριά καστανά μαλλιά της, και το γυαλιστερό δέρμα της, και τη χάρη με την οποία κινούνταν. Την έδιωξε αμέσως μόλις φύτρωσε σαν παράξενο ζιζάνιο στον κήπο των σκέψεών της. Ήταν και τώρα όμορφη. Μετέτρεπε άνδρες σε πέτρα. Απέπνεε φόβο, και μυστήριο, και παράξενη ανησυχία. Καμιά φορά η ομορφιά ήταν επιθετική.

Ζούσε συχνά με παράξενους φόβους και ανησυχίες, χτύπους στην πόρτα της που δεν έμοιαζαν να είναι από τον αέρα, ήχους από καλπασμό στο δρόμο που έκαναν το στόμα της να στεγνώνει, την εντύπωση πως κάποιος ή κάτι την άγγιζε, που την έκανε να ξυπνά μέσα στη νύχτα πνίγοντας ένα φοβισμένο ουρλιαχτό, και προσπαθώντας να ηρεμήσει το χτύπο της καρδιάς της. Δυστυχώς, δεν είχε καρδιά από πέτρα, μόνο βλέμμα. Θα της χρειαζόταν καμιά φορά. Ή πάντα.

Πέρασε προς τα αγάλματά της, με το φόρεμά της να σέρνεται στα πόδια της και να μαζεύει τους κόκκους της σκόνης.

Μπροστά της, βρισκόταν μαρμαρωμένοι ήρωες και πληρωμένοι δολοφόνοι, φρουροί και νεαροί που ήθελαν δόξα. Κάθε άτομο που είχε βεβηλώσει το μικρό της σπιτικό, κάθε καταραμένη φιγούρα που την είχε ενοχλήσει. Το χέρι της διέτρεξε τους πέτρινους μυς, τα σκληρά μα πλέον άκακα όπλα. Θα τρυπούσαν αυτά τα δόρατα την καρδιά της; Θα έκοβαν αυτά τα ξίφη το κεφάλι της; Φοβόταν το θάνατο πια; 

Άρχισε να γελάει. Ο κόσμος μπορούσε να προχωρήσει και χωρίς εκείνη, αν αυτό της επέτρεπε να είναι ήσυχη. Μέδουσα, την αποκαλούσαν, και ψιθύριζαν τρομαγμένα την ιστορία της. Λέγανε πως η θεά τη μετέτρεψε σε τέρας, για να μην προκαλέσει τον αληθινό εφιάλτη της, τον Ποσειδώνα. Δεν ήξεραν τίποτα.

Ο κόσμος  πάντα κατηγορούσε το θύμα, σωστά; Σφύριξε, και σχεδόν ακούστηκε σαν συριγμός καθώς η διχαλωτή της γλώσσα πέρασε ανάμεσα από τα δόντια της. Aφού δεν μπορούσε να πάρει δικαίωση, τη θέση της και την ψυχική της ευεξία, θα έπαιρνε τουλάχιστον φήμη, ακόμα και αν ο κόσμος δεν ήξερε τι έλεγε όταν πρόφερε το όνομά της, ακόμα και όταν την αφηγούνταν σαν μια κακιασμένη μέγαιρα που διασκέδαζε με το να προκαλεί πόνο.

Σχεδόν δεν αντιλήφθηκε την παρουσία του Περσέα, του ήρωα που ήταν καθορισμένο από τους μύθους να έρθει να τη σκοτώσει. Του γιου αυτού, που την είχε αγγίξει χωρίς τη θέλησή της, που δεν είχε δεχτεί καμία συνέπεια γιατί ήταν θεός, και άντρας, και είχε δύναμη.

«Τι θέλεις;» σύριξε στη θέα του γυαλιστερού του σπαθιού, της παράξενης ασπίδας του που καθρέπτιζε το φως, καθώς κρύφτηκε πίσω από τις σειρές αγαλμάτων. «Τι θέλεις;» αντήχησε η δική του φωνή, όχι απόλυτα γεμάτη γενναιότητα, περισσότερο γεμάτη αβεβαιότητα. Του είχαν φορτώσει και αυτού ένα ρόλο που δεν ήθελε, αλλά έτσι ήταν πάντα οι θρύλοι. Κάποιος ήταν ο ήρωας και κάποιος το τέρας.

«Το κεφάλι σου,» αποκρίθηκε εκείνος καθώς εκείνη πρόφερε «Την ησυχία μου.»

«Θα βάλω ένα τέλος στην τυραννία σου,» μουρμούρισε σαν να απήγγειλε λόγια εκ μνήμης. Ήταν απλά ένας νεαρός άνδρας, που θα έπρεπε να βάζει την ενέργειά του στο να προστατεύει, όχι να σκοτώνει. Το ίδιο δεν ίσχυε και για αυτή όμως; Γιατί μετέτρεπε το θυμό της σε όπλο;

«Έλα λοιπόν, αν τολμάς.» Ήρωας ή κακός, τέρας ή θεός, γεμάτος πόνο ή άγνοια, ό,τι και αν ήσουν, ο θρύλος ήταν θρύλος. Έμενες στην ιστορία ούτως ή άλλως, ελπίζοντας πως κάποιος θα την αναζητήσει. Είτε είχες καρδιά από σίδερο και βλέμμα από πέτρα, είτε κοφτερό σπαθί και ασπίδα καθρέφτη, ήλπιζες πως κάποιος θα σε γνωρίσει, και θα σε δικαιώσει.

Για όλους εκείνους που παλεύουν να είναι ήρωες, σκέφτηκε ο Περσέας πριν επιτεθεί.

Για όλους εκείνους που βαρέθηκαν ο κόσμος να αποφασίζει αν είναι θύτες ή θύματα, ήταν η σκέψη της Γοργώς πριν βγει από την κρυψώνα της για να αντεπιτεθεί.

Μαρία Επισκόπου

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top