Με το ίδιο μαχαίρι | Πάστα Φλώρα

Γράφει η Βασιλική Βλαχογιώργου

Προσπαθούσε να περπατήσει ανάμεσα στις πεσμενες καρέκλες και τα σπασμένα γυαλικά. Το σπίτι έμοιαζε χτυπημένο από τυφώνα. Έπιπλα, γυαλιά, κουρτίνες σχισμενες και αίμα. Αίμα παντού. Στο πάτωμα, τον καναπέ, σε ότι άγγιζε. «Κοίτα να δεις! Αυτή η λάμπα που μας είχε φέρει δώρο στο γάμο η θεία Κατίνα, αυτή που σιχαινομουνα κι έπρεπε λόγω.. νομοθεσίας, να κρατάω στο σαλόνι, άντεξε! Κοίτα βρε την θεία Κατίνα με τους χρυσούς κύκνους που φιλιούνται, άντεξε! Όπως άντεξε και τα τρία εγκεφαλικά και ζει ακόμα. Όλους τους έθαψε η θεία Κατίνα και η λάμπα της!» Την έπιασε ασταμάτητο γέλιο, γονατισμενη προσεχτικά πάνω στα σπασμένα για να μην… κοπεί.

Σηκώθηκε μ’ αυτό το γέλιο – λες μόνιμα- αποτυπωμένο στο πρόσωπό της. Πέρασε τον καναπέ δίχως να κοιτάξει και ισιωσε τον καθρέφτη που εγερνε δεξιά. Έφτυσε τον εαυτό της και τον κόρφο της. Φοβόταν την γλωσσοφαγια! Κι ήταν όμορφη, νέα και καλοπαντρεμενη, όλοι την ζήλευαν! Ειδικά το σόι του, όλες από το σόι του. Αν πεις για την αδερφή του; Άπαπα παπά! Αυτή, παπούτσια καινούρια έβλεπε στα πόδια της κι έτρεχε να αγοράσει τα ίδια! Η πεθερά της; Έσκασε στα γέλια καθώς σκεφτόταν. «Μα τι ωραία ζακέτα! Να την βάλω λίγο να δω αν μου πηγαίνει;» Μα, είναι πολύ νεανικό σχέδιο μητέρα! «Και; Δεν είμαι νέα εγώ; Χρήστο, ακούς τι λέει η γυναίκα σου;;;». Ο Χρήστος! Βέβαια άκουγε και φρόντιζε να την επιπληξει αμέσως μετά. Μόνο ο πεθερός της, ο στρατηγός, δεν της είχε πει ποτέ κουβέντα. Για μια στιγμή, μια μόνο, σκέφτηκε πόσο θα τον πληγωνε. Για κείνη, ποιος νοιαστηκε ποτέ;;;

Μπήκε στην κρεβατοκαμαρα τους. Έβγαλε ένα καλοκαιρινό φλοραλ φουστάνι και το φόρεσε. Έβαλε και στα μαλλιά της ένα λουλούδι από λεπτό πλεξιγκλάς, μωβ. Το χρώμα που αγαπούσε. Το βαθύ μωβ του πένθους.. Έβγαλε κι ένα λευκό κοστούμι με γαλάζιο πουκάμισο για τον Χρήστο. «Θα έρθεις καμιά ώρα να ντυθείς; Θα αργήσουμε!», φώναξε. Καμία απάντηση. Ξάπλωσε στο κρεββάτι, πρώτη φορά από τη μεριά του. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στην στεφανοθηκη του γάμου. Σήκωσε το τηλέφωνο και πληκτρολογησε έναν αριθμό. «Ναι, Φιλολαου 24 σας είπα. Στον τρίτο όροφο…Ναι εγώ, η ίδια.. Ευχαριστω». Έκλεισε το τηλέφωνο κι έμεινε ξαπλωμένη στο κρεβάτι τους.

Έτσι την βρήκαν οι αστυνομικοί μία ώρα μετά. Ο Χρήστος στον καναπέ, μαχαιρωμενος πάνω από δέκα φορές. Εκείνη ξαπλωμένη με τα στέφανα του γάμου στο κεφάλι της κι ένα μόνιμο χαμόγελο. «Με το ίδιο μαχαίρι που είχαμε αγοράσει στο γαμήλιο ταξίδι, στην Βενετία. Τόσο όμορφο! Εγώ το έκανα», είπε χαμογελώντας. Ο Χρήστος το διάλεξε. Αυτό. Το ίδιο μαχαίρι. Δεν είναι πολύ όμορφο; την άκουσαν να λέει οι γείτονες, την ώρα που την οδηγούσαν στο περιπολικό.

Τόσο όμορφο!

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top