Νερό στις φλέβες του | Πάστα Φλώρα

Γράφει η Βασιλική Βλαχογιώργου

Άριστος επιχειρηματίας. Εξαιρετικός στις διαπραγματεύσεις, στην αύξηση τζίρου και την επίτευξη κάθε στόχου. Ένα υπερλειτουργικο ρομπότ τελευταίας τεχνολογίας. Όλοι είχανε να λένε! Όλοι οι αυλοκολακες του, τους οποίους λάτρευε να ακούει να υμνουν την παντοδυναμία του. Κι εκείνος βέβαια τους αποζημίωνε.

Με απαράμιλλης χλιδης πάρτυ, με λίτρα της ακριβότερης σαμπάνιας και των πιο ιδιαίτερων εδεσμάτων, συνοδευόμενα βέβαια από καλλονές, wannabe μοντέλα ή κυρίες υψηλής κοινωνικής τάξης (με συμβόλαιο γάμου κι όχι την ολοκλήρωση ενός παθιασμένου έρωτα), με διάσημους καλεσμένους από το εξωτερικό σε γιωτ, βίλες, luxury spa. Χωρις καμια αμφιβολία ο Δημήτρης ήταν το όνειρο κάθε νέας και καλλίγραμμης εστεμμενης, ηθοποιού, τραγουδιστριας, νοικοκυράς που τηγανιζεκεφτέδες και δίπλα στη φωτιά ρουφουσε λαίμαργα τις φωτογραφίες από το περιοδικό.

Μόνο που ο Δημήτρης, είχε κάνει το ΤΕΡΑΣΤΙΟ λάθος να παντρευτεί στα δεκαοχτώ του, πριν ακόμα χτίσει την αυτοκρατορία του. Ένα κορίτσι που είχε αγαπήσει (;) από το σχολείο. Τόσο νέοι και οι δύο! Τόσο νέος, Εκείνος! Άκου παντρεμένος και με τρία παιδιά! Στις κοσμικές εκδηλώσεις και τα πάρτυ του, ποτέ δεν εμφανιζόταν η γυναίκα του. Σαν να μην υπήρχε, σαν φάντασμα. Άλλοι εκλαμβαναν την απουσία της σαν καπρίτσιο σνομπισμου, άλλοι πάλι μιλούσαν για κάποια ασθένεια κι άλλοι είχαν αυτό το ερωτηματικό πάντα.Ένα ερωτηματικό που πρώτος θα έπρεπε να είχε ο Δημήτρης, μάταια..

Εκείνη ήταν κλεισμένη σε ένα τεράστιο σπίτι, με δεκάδες δωμάτια, υπηρετικο προσωπικό και τρία παιδιά, που ποτέ δεν δέχτηκε καμία νταντά να τα μεγαλωσει. Ο μόνος όρος που του είχε βάλει. Εκείνη θα ήταν εξολοκλήρου υπεύθυνη για την ανατροφή τους. Γι’ αυτό και η Εβελινα, ο Μάριος και ο Ορέστης, ήταν παιδιά χαμηλών τόνων. Τίποτα στην συμπεριφορά τους δεν προεδιδε ότι ήταν τα παιδιά ενός μεγιστάνα. Όσες φορές είχαν προσπαθήσει να μοιραστούν με τον πατέρα τους τις ανησυχίες τους, τις επιτυχίες τους, είχαν για απάντηση κάποιο μήνυμα στον τηλεφωνητή, ένα ψυχρό “μπράβο”, γραμμένο μάλλον από τη γραμματέα του κι ένα μάτσο ευρώ κάτω από το μαξιλάρι τους. Έτσι “εξαγοραζε” την αγάπη τους, νόμιζε… Την αγκαλιά του δεν την γνώριζαν, ούτε καν τη μυρωδιά του.

Τα Σαββατοκύριακα έλειπε ή ήταν κλεισμένος στο γραφείο του. Ποτέ δεν είχε παίξει μαζί τους, ποτέ δεν είχε πάει στις γιορτές των σχολείων τους, παρά ταύτα αποτελούσε πρότυπο πατέρα με τις δωρεές από το γεμάτο πορτοφόλι του. “Άξιος γονιός” και καμαρώνε ο Δημήτρης τη στιγμή που τα παιδιά του ζούσαν με την απουσία του.

Κι εκείνη! Αχ, εκείνη, τον αγαπούσε πολύ. Τον αγάπησε από την πρώτη στιγμή που τον είδε και σήμερα αναρωτιέται. Σήμερα που είναι τα γενέθλιά της, αναρωτιέται. Είναι αγάπη ή μίσος αυτό που νιώθει για τον άνθρωπο που έκανε μαζί του τρία παιδιά… Η αγάπη και το μίσος βαδίζουν χέρι χέρι, της είχε πει κάποτε η μάνα της. Έκλαψε πολύ εκείνη την μέρα των γενεθλίων που ο Δημήτρης για πρώτη φορά, είχε ξεχάσει να της δώσει τον καθιερωμένο φάκελο με ένα ομολογουμένως μεγάλο χρηματικό ποσό. Με δωροδοκεί, σκέφτηκε. Μου δίνει τον μισθό μου.. Κι έκλαψε πολύ. Έκλεινε τα 48 της σήμερα και τα πράσινα μάτια της, πιο πράσινα κι από κυπαρίσσι ελαμπαν.

Τις σκέψεις τις διέλυσαν ομιλίες. Ο Δημήτρης είχε έρθει για τη βαλίτσα του. Τρεις εβδομάδες θα ήταν για δουλειές στο Μόντε Κάρλο. Μόλις μπήκε δύο άτομα έτρεξαν να πάρουν το σακάκι και τον Hermes χαρτοφύλακα του. Γύρισε και την είδε στη μέση της σκάλας. “Εδώ είσαι;” ρώτησε. “Γιατί, έλειψα ποτέ;” του αντιγύρισε. “Εεε, σε ήθελα”, είπε λιγάκι αμήχανος. Εβγαλε από το πορτοφόλι του έναν φάκελο και της τον έδωσε. Εκείνη τον άνοιξε νευρικά. Μετραγε και μετραγε και μετραγε τα χρήματα. Την κοίταξε. Τα μάτια της έλαμπαν περισσότερο από ποτέ.” Λοιπόν; ” είπε κραταιος με ένα πλατύ χαμόγελο. Κι εκείνη…. Εκείνη, τίγρη που της άνοιξες το κλουβί. Μπροστά στα εκπληκτα μάτια του, έκανε τον φάκελο χαρτοπολεμο.

“Είσαι ΤΡΕΛΗ!”, της ούρλιαξε. “Όχι!”, του είπε γελώντας. “Είμαι ΖΩΝΤΑΝΗ. Είχα ξεχάσει ότι μπορώ να κλάψω και σήμερα το έκανα. Για όλα τα ‘χρόνια πολλα’ που ποτέ δεν άκουσα, για το ένα μονάκριβο τριαντάφυλλο που ποτέ δεν πήρα, για ένα χάδι στις κόκκινες μπούκλες που έλεγες πως λατρευες παλιά! Θυμάσαι Δημήτρη;”

Την κοιτούσε μαρμαρωμενος. Δεν θυμόταν τίποτα….” Αίμα δεν κυλάει στις φλέβες σου; ” ούρλιαξε και ανέβηκε τρέχοντας την σκάλα.

Εκείνος ανάμεσα σε σκισμένα χαρτονόμισματα, έσκυψε. Κοίταξε τις παλάμες του. Πρώτη φορά που δεν κρατούσε κάτι. Κοίταξε τις φλέβες του. Λευκό. Είχε δίκιο…. Λευκό, όπως η σιωπή. Λευκό, όπως το τίποτα. Λευκό, όπως το τέλος.

© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top