Μέργεμ Ελ Μεγντάτι | Συνέντευξη

Μέργεμ Ελ Μεγντάτι

Με αφορμή το βιβλίο της Σουπερόσαυρος, το οποίο κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις (πολύ αγαπημένες) εκδόσεις Carnivora, η Συλβάνα Παπαϊωάννου έκανε μερικές ερωτήσεις στην συγγραφεά Μέργεμ Ελ Μεγντάτι.

Το βιβλίο σου έχει ένα πολύ οξυδερκές και ιδιαίτερο χιούμορ. Στη λέσχη βιβλίου όπου το διαβάσαμε, συζητούσαμε αν αυτό το χιούμορ προκύπτει αυθόρμητα κατά τη συγγραφή ή αν είναι αποτέλεσμα συνειδητής δουλειάς και συγγραφικού σχεδιασμού. Πώς το βιώνεις εσύ ως συγγραφέας;

Φυσικά, πίσω από το βιβλίο υπάρχει πολλή δουλειά επιμέλειας και επεξεργασίας, όμως το μυθιστόρημα σχεδιάστηκε εξαρχής σαν ένα είδος αστείου. Επομένως, το χιούμορ ήταν πάντα η βάση από την οποία ξεκίνησα. Πιστεύω πως, διαφορετικά, η ιστορία θα ήταν δύσκολο να τη χωνέψει κανείς, κυρίως επειδή η πρωταγωνίστρια είναι ένας άνθρωπος ιδιαίτερα επικριτικός και απαισιόδοξος.

Η ηρωίδα μοιάζει να παρατηρεί τους πάντες χωρίς ποτέ να χαρίζεται ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό της. Πώς χτίζεται μια αφηγήτρια που είναι ταυτόχρονα τόσο ειρωνική και τόσο ευάλωτη;

Παραφράζοντας την ίδια την πρωταγωνίστρια, η Σακίρα λέει σε ένα από τα τραγούδια της πως, για να μιλήσει κανείς για δύο ανθρώπους, πρέπει να ξεκινήσει από τον εαυτό του. Με άλλα λόγια, για να μπορεί η πρωταγωνίστρια του Supersaurio να ασκεί τόσο σκληρή κριτική σε όλους γύρω της, επιτίθεται πρώτα στον ίδιο της τον εαυτό. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργεί το πλαίσιο, ή το βάθρο, από το οποίο παρατηρεί τους άλλους. Νομίζω πως γι’ αυτό το τέλος ενόχλησε τόσο πολλούς αναγνώστες: επειδή την είχαν πιστέψει από την αρχή.

Το βιβλίο αποδεικνύει ότι ακόμη και η πιο κοινότοπη μέρα μπορεί να γίνει λογοτεχνία. Τι είναι αυτό που σε κάνει να ξεχωρίζεις μια «συνηθισμένη» ιστορία από μια ιστορία που αξίζει να γραφτεί;

Δεν πιστεύω ότι μια ιστορία αξίζει ή δεν αξίζει να ειπωθεί. Πιστεύω πως οποιοδήποτε γεγονός, όσο ασήμαντο κι αν φαίνεται, μπορεί να μετατραπεί σε ιστορία. Το μόνο που χρειάζεται είναι να παρατηρεί κανείς προσεκτικά.

Υπάρχει κάποιο θέμα που δεν τόλμησες να αγγίξεις στο Supersaurio και θα ήθελες να εξερευνήσεις στο μέλλον;

Όχι. Το Supersaurio καταπιάνεται με όλα τα θέματα που είναι απαραίτητα για να δείξει πώς η δουλειά μπορεί σταδιακά να απορροφήσει έναν άνθρωπο που κάποτε είχε πολύ ξεκάθαρες ιδέες, μέχρι να τον μετατρέψει σε ένα ακόμη γρανάζι της καπιταλιστικής μηχανής.

Υπάρχει κάτι που θα ήθελες ο αναγνώστης να αφήσει πίσω του όταν κλείσει το Supersaurio;

Την ψευδαίσθηση ότι είναι ασφαλής μόνο και μόνο επειδή καταλαβαίνει πώς λειτουργεί ο κόσμος γύρω του.

Η αφηγήτριά σου μοιάζει να σκέφτεται με τον ρυθμό του διαδικτύου: γρήγορες εικόνες, ειρωνεία, πολιτισμικές αναφορές. Ήταν συνειδητή προσπάθεια να αποτυπώσεις τον τρόπο που σκέφτεται μια ολόκληρη γενιά;

Ναι, ήθελα να την τοποθετήσω σε μια πολύ συγκεκριμένη εποχή και σε ένα ξεκάθαρο πλαίσιο, χωρίς να αφήσω περιθώρια αμφιβολίας. Είναι μια νέα γυναίκα που μεγάλωσε την εποχή που το διαδίκτυο ήταν ένας φυσικός χώρος στον οποίο πήγαινες (ένας επιτραπέζιος υπολογιστής σε μια γωνιά του υπνοδωματίου σου) και όχι μια συσκευή που μας συνοδεύει κάθε στιγμή και παντού (το κινητό τηλέφωνο).

Το fan fiction του βιβλίου μοιάζει να έχει επίτηδες διαφορετική «φωνή» από την υπόλοιπη αφήγηση. Ήταν μια συνειδητή συγγραφική επιλογή να διαφοροποιηθεί ακόμη και το ύφος ή ο τρόπος γραφής του, ώστε να θυμίζει αυθεντικό fan fiction;

Ναι, φυσικά. Δεν είχε νόημα για μένα να αναφέρω ότι η πρωταγωνίστρια ήταν ένας άνθρωπος που διάβαζε και έγραφε fan fiction, χωρίς να εμφανίζονται τα δικά της κείμενα στην πορεία του μυθιστορήματος. Μάλιστα, όσο περισσότερο αποκτά εμμονή με τη δουλειά της, τόσο περισσότερο αλλάζουν και τα κείμενά της. Σταματά να γράφει για τα fandoms που την ενδιέφεραν και αρχίζει να γράφει για τους συναδέλφους της στο γραφείο.

Ως αναγνώστριες, θα θέλαμε πρώτα να ευχαριστήσουμε τις Εκδόσεις Carnívora για την εξαιρετική δουλειά τους. Η μετάφραση του Supersaurio αποδίδει με μεγάλη ακρίβεια τόσο τη γλώσσα όσο και τις πολιτισμικές αποχρώσεις του πρωτοτύπου. Πώς νιώθεις βλέποντας το βιβλίο σου να ταξιδεύει σε μια άλλη γλώσσα μέσα από μια τόσο προσεγμένη μετάφραση και να συναντά τις Ελληνίδες και τους Έλληνες αναγνώστες;

 Είναι πάντα ευχάριστο να ανακαλύπτεις ότι οι προβληματισμοί σου, ή τουλάχιστον τα ζητήματα στα οποία έχεις αφιερώσει πολύ χρόνο και σκέψη, απασχολούν και τόσους άλλους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η μισθωτή εργασία, ο έρωτας, η φιλία είναι οικουμενικά θέματα. Αυτό, όμως, δεν κάνει λιγότερο ικανοποιητικό το να βλέπεις μια τόσο θετική υποδοχή.

Και για να κλείσουμε: πόσο απόλαυσες την επίσκεψή σου στην Ελλάδα; Ελπίζουμε να πέρασες όμορφα — και να ξέρεις ότι έχουμε κι εμείς εδώ αρκετές… «Γιολάντες», αν ποτέ χρειαστείς έμπνευση για κάποιο επόμενο βιβλίο!

Στον κόσμο υπάρχουν τόσες Γιολάντες όσοι και Ματίκις, Ομάρ, Οτέρο, Μέριεμ ή Γουασιμάρα. Κάπως έτσι είναι η ζωή!

 


Ακολουθεί η συνέντευξη στα Ισπανικά.

Tu novela tiene un humor muy agudo y particular. En el club de lectura donde la leímos surgió un debate muy interesante: ¿ese humor nace de forma espontánea mientras escribes o es el resultado de un trabajo consciente y de una construcción literaria muy pensada? ¿Cómo lo vives tú como escritora?

Hay por supuesto un gran trabajo de edición y ajuste detrás, pero la novela fue concebida como una especie de broma, por lo que el humor siempre fue la base de la que partí. Creo que de lo contrario la historia se habría hecho difícil de digerir, sobre todo porque la protagonista es una criatura muy crítica y pesimista.

La protagonista parece observar a todo el mundo sin ser indulgente ni con los demás ni consigo misma. ¿Cómo se construye una narradora capaz de ser, al mismo tiempo, tan irónica y tan vulnerable?

Parafraseando a la propia protagonista, Shakira establece en una de sus canciones que para hablar de dos uno ha de empezar con uno mismo. Es decir, para poder permitirse ser tan crítica con todos los que la rodean, la protagonista de Supersaurio se ataca a sí misma y establece de esta manera el marco o el pedestal desde el que observa. Creo que por eso a tantas personas les disgustó el final, porque se la creyeron desde el principio.

Tu novela demuestra que incluso el día más cotidiano puede convertirse en literatura. ¿Qué hace que una historia aparentemente «normal» merezca ser contada?

No creo que una historia merezca o no ser contada, creo que cualquier suceso por muy nimio que sea puede convertirse en una historia. Lo único que hace falta es mirar bien.

¿Hay algún tema que no te atrevieras a abordar en Supersaurio y que te gustaría explorar en el futuro?

No, Supersaurio aborda todos los temas necesarios para explicar cómo el trabajo puede ir absorbiendo poco a poco a una persona que tenía las ideas muy claras hasta convertirla en un engranaje más de la maquinaria capitalista.

¿Hay algo que te gustaría que el lector dejara atrás al cerrar Supersaurio?

La idea de que está a salvo solo porque entiende cómo funciona el mundo que le rodea.

Tu narradora parece pensar al ritmo de internet: imágenes rápidas, ironía y referencias culturales constantes. ¿Fue una decisión consciente intentar reflejar la forma de pensar de toda una generación?

Sí, quise ubicarla en una época y un contexto muy claro sin dejar espacio para la duda. Es una mujer joven que creció durante en los que Internet era un lugar físico al que uno acudía (un ordenador de sobremesa en una esquina de su dormitorio) y no un objeto que nos acompaña a todas horas y a todas partes (el móvil).

El fan fiction que aparece en la novela tiene una «voz» claramente distinta del resto de la narración. ¿Fue una decisión literaria consciente diferenciar incluso el estilo o la forma de escribir para que sonara como un auténtico fan fiction?

Sí, claro. No tenía sentido para mí explicar que la protagonista era una persona que leía y escribía fanfiction sin que aparecieran sus escritos en el trascurso de la novela. De hecho, cuando más se obsesiona con el trabajo más cambian sus textos y deja de dedicarse a los fandoms que le interesaban para pasar a escribir sobre sus compañeros de oficina.

Como lectoras, nos gustaría empezar agradeciendo a la editorial Carnívora por su excelente trabajo. La traducción griega de Supersaurio transmite con gran precisión tanto la lengua como los matices culturales del original. ¿Cómo te hace sentir ver que tu novela viaja a otra lengua gracias a una traducción tan cuidada y llega a las lectoras y los lectores griegos?

Siempre es placentero descubrir que tus preocupaciones, o al menos aquellas cosas a las que has dedicado mucho tiempo de reflexión, son las mismas que las de tantas personas alrededor del mundo. El trabajo asalariado, el amor, la amistad, son temas universales, pero no por ello es menos satisfactorio ver este recibimiento tan positivo.

Y para terminar: ¿qué tal ha sido tu experiencia en Grecia? Esperamos que hayas disfrutado mucho de tu visita. Y que sepas que aquí también tenemos unas cuantas «Yolandas», por si alguna vez necesitas inspiración para tu próxima novela.

En el mundo hay tantas Yolandas como Matiquis, Omares u Oteros como Meryems o Guacimaras. ¡La vida va un poco de eso!