Βαγγέλης Ιωσηφίδης: Οι μεγαλύτερες εμπνεύσεις έρχονται από πράγματα ή καταστάσεις που σε κάνουν να νιώθεις | Πάστα Φλώρα

 Στις 2 Ιουλίου 2020 βρέθηκα σε ένα καφέ με τον Δραμινό συγγραφέα Ευάγγελο Ιωσηφίδη! Είχα την χαρά να συζητήσω μαζί του για διάφορα θέματα που μας απασχολούσαν από κοινού και επί ευκαιρίας δέχτηκε να του πάρω μια συνέντευξη 10 ερωτήσεων. 

  Λίγα λόγια για τον συγγραφέα που συνεργάζεται με τις Εκδόσεις Ελκυστής, όπως παρατίθενται στην ίδια την ιστοσελίδα των εκδόσεων:

‘‘Ο Βαγγέλης Ιωσηφίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1990. Μεγάλωσε σε ένα χωριό της Δράμας, τους Σιταγρούς, και έχει αποφοιτήσει από τη σχολή Ελληνικής Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στον ιδιωτικό τομέα, ενώ παράλληλα ασχολείται με το σκάκι ως αθλητής και προπονητής. Ενδιαφέροντά του είναι τα ταξίδια, η λογοτεχνία και η στιχουργική και του αρέσει να ανακαλύπτει νέους κόσμους μέσα από βιβλία και ταινίες. Αντλεί έμπνευση από φυσικά τοπία, απ’ την τέχνη και από την –διαδικτυακή συνήθως− έρευνα σε ανεξήγητες υποθέσεις μυστηρίου. -Διατηρεί ιστολόγιο στο διαδίκτυο, όπου αρθρογραφεί τακτικά (www.skylosofies.blogspot.com).’’

  Αφού γνωρίσατε τον νέο αυτό συγγραφέα, ήρθε η ώρα να σας παραθέσω την συνέντευξη!

Τι είναι για σένα η συγγραφή; Τι σε ώθησε να γράψεις βιβλίο;

Η συγγραφή πρώτα απ’όλα είναι έκφραση όσων νιώθεις. Είναι ο εσωτερικός σου κόσμος, ο οποίος μπορεί να εκφραστεί καλά με λέξεις. Να κάνεις, δηλαδή, εικονοπλασία, να φτιάξεις ιστορίες από πράγματα που είναι ίσως προσωπικά δικά σου, αλλά χωρίς να τα αναφέρεις σαν δικά σου. Θα φτιάξεις αντ’αυτού έναν φανταστικό χαρακτήρα, ο οποίος ζει τα βιώματά σου και τα ζει με διαφορετικό τρόπο, μυθοπλαστικό. Στην ουσία, όμως, είσαι εσύ. Πίσω από κάθε γωνιά ενός βιβλίου κρύβεται ο συγγραφέας. Άρα για μένα η συγγραφή είναι προφανώς ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, είναι η έκφραση των προβλημάτων μου, των επιθυμιών μου, των φόβων μου και συνεπώς πιστεύω ότι όποιος διαβάζει το βιβλίο μου, μαθαίνει για εμένα. Και είναι μια πολύ ωραία διαδικασία, αμφίδρομη συνήθως με τον αναγνώστη.

Από πού αντλείς την έμπνευσή σου;

Λοιπόν, η έμπνευση αντλείται από τα πάντα. Δηλαδή ο συγγραφέας πρέπει να είναι πάνω απ’όλα παρατηρητικός. Αν είσαι παρατηρητικός θα αντλήσεις έμπνευση από κάθε άνθρωπο όσο απλός και «βαρετός» κι αν είναι, από το κάθε τοπίο, ακόμα και από ένα απόγευμα που περιμένεις στη στάση λεωφορείου. Οι μεγαλύτερες εμπνεύσεις έρχονται από πράγματα ή καταστάσεις που σε κάνουν να νιώθεις. Όσο περισσότερο νιώθεις, τόσο καλύτερη είναι η έμπνευση. Ακόμα και για αρνητικά πράγματα, πράγματα που σε βασανίζουν. Για παράδειγμα, ένας πολύ μεγάλος συγγραφέας, ο Μιχάλης Κατράκης, όταν τον ρώτησα κάποτε αν τον εμπνέει η πραγματικότητα, απάντησε: «Η πραγματικότητα με συντρίβει. Γι’αυτό γράφω». Κι εμένα μου’χει μείνει αυτό. Εγώ είμαι πιο πολύ του συναισθήματος, της εικονοπλασίας και με εμπνέουν τοπία, άνθρωποι και καταστάσεις-μπορώ να πω. Παντοιοτρόπως, όμως.

Τα λες σαν να τα’χεις σημειωμένα, πραγματικά. Που και να σου έλεγα από πριν τις ερωτησεις!

Ναι, δεν ξέρω. Έτσι μου βγαίνει!

Θεωρείς ότι είναι το επάγγελμα ή το χόμπι σου; Βιοπορίζεσαι μέσω αυτού;

Όποιον συγγραφέα κι αν ρωτήσεις, θα ήθελε να ζει από αυτό. Όλοι μας θέλουμε να ζούμε απ’αυτό.

Να κάνουμε τη μεγάλη ζωή, να ταξιδεύουμε με ένα σημειωματάριο, να κρατάμε σημειώσεις, να μας λατρεύει όλος ο κόσμος, να γεμίζουμε αίθουσες με παρουσιάσεις. Ναι, αυτό είναι το όνειρο. Αλλά, στην πραγματικότητα, ο αληθινός συγγραφέας είναι αυτός που του αρέσει να γράφει. Όχι αυτός που του αρέσει να διαφημίζεται, όχι ο καλός πωλητής. Εκεί μιλάμε για άλλα πράγματα. Ο συγγραφέας είναι αυτός που θέλει να γράφει. Κι αν μπορώ να βγάζω λεφτά από αυτό, καλώς.

Το πρόβλημα είναι ότι μετά το 10ο, το 15ο βιβλίο γίνεται πλέον συνήθεια. Αυτό που θα ήθελες να πεις γίνεται αυτό που πρέπει να πεις. Αυτό που θα ήθελες να γράψεις γίνεται αυτό που πρέπει να γράψεις. Οπότε, από την μία είναι μια πολύ ωραία ιδέα και ένα πολύ ελπιδοφόρο μέλλον το να γράφεις και να ζεις από αυτό, από την άλλη όμως έχει την γλύκα και τον ρομαντισμό του το να το έχεις χόμπι. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Ίσως μετά από χρόνια να βρω την απάντηση. Μπορεί να είμαι ένας ευτυχισμένος χομπίστας! (εδώ γελάσαμε)

Γράφεις με πρόγραμμα ή όποτε έχεις έμπνευση;

Όποτε έχω έμπνευση. Μου έχουν πει πολλοί να γράφω με πρόγραμμα, όπως ο Γιάννης Ρίτσος κάθε πρωί ξυπνούσε, έγραφε κάποιες ώρες και απλώς μετά τα έκρινε και τα έσβηνε. Δε μπορώ. Εγώ θέλω να γράφω μόνο όταν έχω κάτι να πω. Υπάρχουν κάποια πρωινά που ξυπνάω και λέω: «Σήμερα είμαι εντελώς αντιπαραγωγικός. Το ξέρω». Τότε δε θα γράψω ούτε λέξη. Άλλες μέρες ξυπνάω και είμαι φουλ παραγωγικός, το νιώθω. Θέλω να γράψω 1.000 λέξεις, 5.000, 10.000, όσες μου έρθουν. Το τι θα γίνει στην κριτική, θα το δούμε μετά.

Κατά πόσο ταυτίζεσαι με τους χαρακτήρες των βιβλίων σου;

Κοίτα, από την άποψη ότι ο χαρακτήρας είναι κομμάτι σου, ταυτίζομαι πολύ. Για παράδειγμα στις 7 καταραμένες ιστορίες έχω 7 χαρακτήρες, οι οποίοι είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους ως προς τη νοοτροπία. Αλλά είναι όλοι κομμάτι μου. Το πιο δύσκολο είναι το πώς ταυτίζεσαι με τους ανταγωνιστές. Διότι, ακόμα και ο κατά συρροήν δολοφόνος, ο βιαστής, ο οποιοσδήποτε είναι μέσα στο βιβλίο σου είναι δημιούργημά σου, είναι κομμάτι σου. Και θέλει πολύ θάρρος να μπορείς να ξεγυμνώσεις την άσχημη πλευρά του εαυτού σου και να ταυτιστείς και με αυτόν τον χαρακτήρα. Να τολμήσεις να ταυτιστείς με την σκοτεινή πλευρά σου.

Γιατί οι περισσότεροι βάζουν τον κακό χαρακτήρα στο βιβλίο τους ως κάτι ξένο. Και καταλήγει να είναι ένας πολύ επιφανειακός χαρακτήρας, ένα αρχέτυπο κακού, που δεν πείθει κανέναν. Αλλά αν βάλεις έναν σκοτεινό χαρακτήρα, ο οποίος έχει λόγο γι’αυτά που κάνει, έχει βασανιστεί και ο χαρακτήρας μπορεί να κάνει τον αναγνώστη να δεθεί με αυτόν και να καταλάβει τους λόγους του, τότε σίγουρα είναι η σκοτεινή πλευρά του εαυτού σου που την έχεις δουλέψει πάρα πολύ και την έχεις εκφράσει.

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει, κατά τη γνώμη σου, ένας νέος συγγραφέας στη σημερινή εποχή;

Η πρώτη δυσκολία έχει να κάνει με τον εαυτό σου. Η ιδέα είναι μόνο η αρχή. Το θέμα είναι πώς θα την υλοποιήσεις. Δε γίνεται να ξυπνάς κάθε μέρα και να γράφεις. Πολλές φορές νιώθεις ότι αυτό που γράφεις είναι χαζομάρα, ότι θέλεις να το σταματήσεις, ότι δεν είναι καθόλου καλό, ότι ο εαυτός σου έχει αρχίσει και γίνεται ο χειρότερος εχθρός σου. Αλλά κάποια στιγμή τελειώνεις το βιβλίο και υπάρχει το θέμα της έκδοσης. Εκέι υπάρχει ένα χάος.

Εκδοτικοί οίκοι που θα σε εκμεταλλευτούν, θα σε απορρίψουν, δε θα σου απαντήσουν καθόλου και θα σε κάνουν να νιώσεις χάλια με το ήδη τελειωμένο έργο σου. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Δηλαδή ο δρόμος για την έκδοση είναι πάρα πολύ δύσκολος. Και αφού εκδοθείς και χαρείς πάρα πολύ, έρχεται η κριτική, η οποία επίσης είναι αμείλικτη και πρέπει να’ ναι αμείλικτη και τσακίζει τους περισσότερους νέους συγγραφείς, γιατί δεν είναι έτοιμοι. Νομίζουν, δηλαδή, ότι όλοι θα αγκαλιάσουν το έργο τους, ότι θα το δουν με την ίδια αγάπη που το είδαν αυτοί.

Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι ο περισσότερος κόσμος βλέπει απλώς ένα βιβλίο, χωρίς να σκεφτεί το πόσος κόπος έχει γίνει πίσω, πόσες δυσκολίες υπήρχαν, χωρίς να δει όλο αυτό το παρελθόν του συγγραφέα. Και αυτό ένας συγγραφέας το αισθάνεται ως αδικία και ενοχλείται. Αν ξεπεράσει αυτά τα τρία στάδια, δηλαδή ο εαυτός μου, έκδοση και κριτική, έχει μέλλον.

Χαχα, ελπιδοφόρο!

Ποιο θα έπρεπε να είναι το πρώτο μέλημα ενός συγγραφέα;

Το πρώτο μέλημα ενός συγγραφέα.. Χμ.. Να γράψει το βιβλίο που θα’θελε να διαβάσει. Να μη γίνει σκλάβος του κοινού του. Να μη προσπαθήσει να το κάνει ούτε για τα λεφτά, ούτε για την επιτυχία και να είναι περήφανος για το αποτέλεσμα του βιβλίου του. Δηλαδή να μπορεί μετά από 10 χρόνια να κοιτάξει το βιβλίο και να πει: «Είναι αυτό που ήθελα, έχει μέσα του τον εαυτό μου»!

Θα εξέδιδες ποτέ ποιητική συλλογή;

Κοίταξε, το έχω σκεφτεί. Έχω πολλά ποιήματα. Έχοντας ωριμάσει και δεδομένου ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που έγραφα ποίηση, μπορώ να πω ότι τα περισσότερα είναι μόνο για προσωπική κατανάλωση και δεν αξίζει να τα εκδώσω. Ίσως κάποτε να τα εκδώσω για να μη χαθούν, όχι όμως επειδή πιστεύω ότι είναι κάτι ιδιαίτερο και τρομερό. Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι είναι η ποίηση, έχοντας γράψει πάνω από 120 ποιήματα και έχοντας κάνει τραγούδι ένα από αυτά (Οι σειρήνες- Κώστας Μυλώσης).

Σε τελική ανάλυση, δεν ξέρω αν θα άξιζε, αλλά θα το έκανα ενσυνείδητα. Δε θα πετούσα στο κοινό ποιήματα περιμένοντας να τους ξαφνιάσω με την ποιητική μου αδεία και να πω: «Όποιος δε κατάλαβε, δε κατάλαβε». Έτσι; Γιατί οι περισσότεροι αυτό κάνουν. Γράφουν ποιήματα και θεωρούν πως ότι κι αν γράψουν είναι ποιητική αδεία. Είναι αυτή η βασική δικαιολογία και ,όχι, δεν την θέλω εγώ αυτή τη δικαιολογία.

 

Έχουμε διαβάσει δύο έργα σου: Φιλήμων ο ερευνητής του μεταφυσικού και 7 Καταραμένες ιστορίες. Τι ακολουθεί;

Σίγουρα θα γράφω για πάρα πολλά χρόνια ακόμα, καλά να είμαι να γράφω. Ακολουθεί μια τριλογία καθαρής φαντασίας, σε έναν κόσμο δικό μου, με μαγεία που ακολουθεί τους δικούς μου κανόνες, δική μου γλώσσα, δικά μου βασίλεια. Ακολουθούμε νεαρούς μάγους, οι οποίοι θέλουν να εξελιχθούν, να γνωρίσουν τον κόσμο και τον εαυτό τους. Εκεί, όμως, που είχα σκεφτεί να γίνει τριλογία, ο κόσμος μεγάλωσε και θα γίνει τετραλογία.

Όντως;; (εμφανώς έκπληκτη!)

Ναι! Και αργότερα θα γράψω και αρκετά στοιχεία σε handbook, στο οποίο θα δίνω σημειώσεις στην ουσία από εκείνον τον κόσμο ή μικρές ιστορίες από αυτούς. Σκοπεύω, δηλαδή, να το αναπτύξω πάρα πολύ αυτό το κομμάτι. Κατά τ’άλλα, ετοιμάζεται ένα 2ο μέρος του Φιλήμονα με πολύ μεγαλύτερες και βαθύτερες ιστορίες, στις οποίες θα μάθουμε πράγματα γι’αυτόν. Τα υπόλοιπα θα φανερωθούν στην πορεία.

Έχεις να πεις κάτι στους αναγνώστες σου και, γενικά, στους βιβλιόφιλους;

Αυτό που θα ήθελα να πω στους αναγνώστες είναι να διαβάζουν με πάθος, να κάνουν τις επιλογές τους και να μη ντρέπονται ακόμα και να αφήσουν κάποιο βιβλίο αν δεν τους ικανοποιεί, αρκεί να το κάνουν έχοντας δώσει τις ευκαιρίες του στον συγγραφέα. Να ξέρουν, με άλλα λόγια, ότι και το χειρότερο βιβλίο που θα πιάσουν στα χέρια τους, κρύβει μέσα την ψυχή ενός συγγραφέα, τους κόπους και τις ελπίδες του. Από εκεί και πέρα, αν κάποιο βιβλίο δεν είναι καλογραμμένο, πρέπει να έχουν το θάρρος να το πουν στον συγγραφέα και να είναι ειλικρινείς στην κριτική τους, ώστε να τον βελτιώσουν.

Να μη φοβούνται ότι θα τον πληγώσουν. Πάντα με ευγένεια, να είναι πολύ ακριβείς στην κριτική τους, γιατί αυτό θα χαρίσει στον συγγραφέα ένα δεύτερο, καλύτερο έργο. Κατά τ’άλλα, να μην ξεχάσουν ότι το βιβλίο και η ανάγνωση είναι κάτι πολύ όμορφο, το οποίο δεν πρέπει ποτέ να γίνει υποχρέωση. Αν πας από το «Θέλω να διαβάσω» στο «Πρέπει να διαβάσω», κάπου έχει χαθεί η μαγεία.

Σε ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συνέντευξη!

Ευχαριστώ κι εγώ!

Αυτή λοιπόν ήταν η συνέντευξη με τον Ευάγγελο Ιωσηφίδη. Δε ξέρω για εσάς, αλλά εγώ την απόλαυσα πολύ! 

Αναστασία Τζημαγιώργη

See Also
© 2019 PASTAFLORAMAG.GR. ALL RIGHTS RESERVED | WEB DESIGNSELIDAMOU.GR
Scroll To Top