Now Reading
Διαβάζουμε Κάποια Αποσπάσματα | Εκδόσεις Αντίποδες

Διαβάζουμε Κάποια Αποσπάσματα | Εκδόσεις Αντίποδες

Διαβάζουμε Κάποια Αποσπάσματα

Λίγο πριν φτάσουν στα βιβλιοπωλεία τα πρώτα βιβλία για το 2022, διαβάζουμε κάποια αποσπάσματα από τους πιο πρόσφατους τίτλους των αντιπόδων. Μπορείτε να βρείτε τα βιβλία των εκδόσεων σε όλα τα βιβλιοπωλεία, στην ιστοσελίδα των αντιπόδων (antipodes.gr), αλλά και στο χώρο μας στη Μαντζάρου 8.

  

«Στο καφενείο. Όλα τα τραπέζια πιασμένα. Όλα τα αστεία ειπωμένα. Όλες οι εφημερίδες διαβασμένες. Ξένες και εγχώριες. Οι σερβιτόροι χορεύουν. Ο αέρας ένα αναμμένο πούρο που καίει. Στο τραπέζι μου ένας Ρώσος, πιανίστας στα νιάτα του, μια ξεχασμένη διασημότητα. Έχει πια συμβιβαστεί. Μόσχα, Λονδίνο, Βιέννη. Όλες οι αποστάσεις μαζεμένες στο στίχο ενός ποιήματος, όλοι οι τόποι χωνεμένοι σε αινίγματα. Προσπάθησα να βρω τη φώτιση με καθαρό νου, όμως απέτυχα. Στο τέλος αντί για τις συναυλίες θυμάται κανείς τα δωμάτια των ξενοδοχείων. Μια υπερβολικά σφιχτή χειραψία. Ωραίες γυναίκες που σου χτυπάνε την πόρτα και μετά ζητάνε συγγνώμη γιατί έκαναν λάθος. Μια βαλίτσα με χαλασμένη κλειδαριά. Ο πύργος του Άιφελ στην ομίχλη, δυο μέρες δεν έβλεπες τίποτα. Και φυσικά και το ξέραμε: η τέχνη δεν μπορεί να κάνει τίποτα και δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό.
Είναι αδιανόητο πόσο άχρηστος μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος, ένας άνθρωπος σαν κι εμένα που στο τέλος γλιστράει σ’ ένα κενό μνήμης, χωρίς παπούτσια, χωρίς όνειρα. Το δεξί του χέρι, πόδι ζώου κάποτε, παίζει με το τσιγάρο που οι γιατροί τού απαγορεύουν να καπνίσει. Καρδιά. Το έχει και εγγράφως. Θα πεθάνετε. Αυτό ακριβώς εύχομαι, απαντάει. Και χωρίς μου­­σι­­­κή, χωρίς κανέναν ήχο. […]»

Βολφ Βόντρατσεκ, Αυτοπροσωπογραφία με ρώσικο πιάνο
μετάφραση: Ελίζα Παναγιωτάτου

«Αυτό δεν είναι θρήνος, είναι κραυγή αρπακτικού πουλιού. Ιριδωτού και ανήσυχου. Το φιλί στο νεκρό πρόσωπο. Γράφω σαν να ήταν για να σώσω κάποιου τη ζωή. Πιθανόν τη δική μου τη ζωή. Το να ζεις είναι μια τρέλα που την πλάθει ο θάνατος. Ζωή να ’χουν οι νεκροί για­­­τί μέσα τους ζούμε.

Ξάφνου τα πράγματα δεν είναι ανάγκη πια να βγάζουν νόημα. Να είμαι μου αρκεί. Είσαι; Σίγουρα ναι. Το μη νόημα των πραγμάτων με κάνει να χαμογελώ συ­­­γκαταβατικά. Σίγουρα καθετί πρέπει να συνεχίσει να είναι αυτό που είναι.

Σήμερα είναι μια μέρα του τίποτα. Σήμερα είναι η ώρα μηδέν. Υπάρχει άραγε ένας αριθμός που να μην είναι τίποτα; που είναι μικρότερος του μηδενός; και αρχίζει εκεί που δεν άρχισε ποτέ καθότι πάντα ήταν; και ήταν πριν το πάντα; Συνδέομαι με αυτή τη ζωτική απουσία και ξανανιώνω ολόκληρος, συγκρατημένος και την ίδια στιγμή πλήρης. Στρογγυλός δίχως αρχή και δίχως τέλος, είμαι το σημείο πριν το μηδέν και την τε­­­λεία. Απ’ το μηδέν στο άπειρο πορεύομαι χωρίς σταματημό.

Ταυτόχρονα όμως όλα είναι τόσο φευγαλέα. Πά­­ντοτε ήμουν και ξαφνικά δεν ήμουν πια. Η μέρα κυ­­­­­λάει άσκοπα εκεί έξω κι υπάρχουν μέσα μου άβυσσοι σιωπής. Ο ίσκιος της ψυχής μου είναι το σώμα. Το σώμα είναι ο ίσκιος της ψυχής μου. Το βιβλίο αυτό είναι ο ίσκιος μου. Με συγχωρείτε, μπορώ να περάσω; Νιώθω ένοχος όταν δεν σας υπακούω. Είμαι ευτυχισμένος τη λάθος στιγμή. Δυστυχισμένος όταν όλοι χορεύουν. Έχω ακουστά πως οι σακάτηδες αγάλλονται όπως έχω ακουστά ότι χαίρονται οι τυφλοί. Γιατί οι δυστυχισμένοι ανταμείβονται. […]»

Κλαρίσε Λισπέκτορ, Πνοή ζωής
μετάφραση-επίμετρο: Μάριος Χατζηπροκοπίου

«[…] Ωραία είναι και σήμερα τα βουνά και τα χω­­­ριά των βουνών με τα δάση τους, τις χαράδρες τους, τα τσουγκάνια, τις ψηλές χιονισμένες κορυφές, τις βαθύσκιες ρεματιές, τις ανηφοριές και τις κατηφοριές, όπου το περπάτημα κάνει πολύ καλό στο μυϊκό και το αναπνευστικό σύστημα και ρίχνει κιλά χωρίς δίαιτα. Δηλαδή εμείς τα βλέπουμε ωραία· τα ίδια δεν έχουν καμιά αυτοσυνειδησία, όπως έλεγε ο Χέγκελ. Αλλά είπαμε: «έχετε γεια ραχούλες, λόγγοι, βουνά, βρυσούλες».

Δεν χρειάζεται κανένας λυρισμός, καμιά νο­­­­­­­­σταλγία σ’ αυτόν τον αποχαιρετισμό, που θα ήταν ψεύτικος πενθισμός άλλωστε. Μπορεί ωστόσο να υπάρξει ένα είδος ρέμβης, ένα είδος αναστοχασμού για το χρόνο που χάθηκε και τις μορφές ζωής που παρήλθαν ανεπιστρεπτί.

Η ιστορία, όλων των ειδών τα ιστοριογραφή­μα­­­τα, έχουν ανάγκη αυτόν τον αναστοχασμό. Δεν μπορού­με να κατανοήσουμε αλλιώς αυτόν τον κό­­­σμο, ούτε να τον φανταστούμε. Το να ξαναπερπατήσουμε σήμερα ένα χαμένο από το δάσος ή τις νεροσυρμές μονοπάτι μοιάζει με τη διαδικασία της ψυχανάλυσης, γιατί πρέπει να ανακαλύ­­ψου­­­με αυτόν τον χαμένο δρόμο, να τον φτιάξου­­­με σχεδόν απ’ την αρχή, προσέχοντας τα ελάχιστα σωζόμενα ίχνη, σαν τα ελάχιστα θραύσματα μνήμης του ψυχαναλυόμενου, κι αυτά παρεφθαρ­­μέ­­­να.

Έτσι, μέσα απ’ το δικό μας λαχάνιασμα στο πέρασμα του μονοπατιού, ίσως μπορέσου­­με να νιώσουμε την ανάσα των ανθρώπων που φύ­­­λα­­­γαν κάποτε τα κοπάδια, πολεμούσαν, έσκαβαν, συνόδευαν τις σαμαρίνες και τις γιδοβίτσες. Είναι ένα τεράστιο αρχειοτάξιο ορεογνωσί­­ας όλα αυτά, καμιά φορά πιο εύγλωττο από τους σκονισμένους φακέλους των αρχείων. Μας βοηθάει κάπως ν’ ακούσουμε τις φωνές του σώματος, τα νοήματα του σώματος των άλλοτε ζωντανών, αλλά νεκρών πια, ανθρώπων. Γιατί το σώμα νοεί με τον πιο υλικό κι αναντίλεκτο τρόπο. […]»

Άγγελος Ελεφάντης, Τρία δοκίμια
επίμετρο: Διονύσης Καψάλης

 

Scroll To Top