Sense and Sensibility | Movie Review
Υπάρχουν κάποια βιβλία που ο κινηματογράφος επιστρέφει σε αυτά ξανά και ξανά, όχι επειδή δεν κατάφερε ποτέ να τα αποδώσει σωστά, αλλά επειδή κάθε εποχή θέλει να τα κοιτάξει μέσα από τα δικά της μάτια. Το Sense and Sensibility (⭐⭐⭐) της Τζέιν Όστεν, που εκδόθηκε το 1811, ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία. Και αν η κινηματογραφική της ιστορία έχει συνδεθεί σχεδόν αναπόφευκτα με την εμβληματική μεταφορά του Άνγκ Λι το 1995 και το σενάριο της Έμα Τόμσον, η νέα εκδοχή της Τζόρτζια Όκλεϊ, τριάντα και πλέον χρόνια μετά, επιχειρεί να κοιτάξει την ίδια ιστορία από μια πιο γήινη και εσωτερική πλευρά.
Στον πυρήνα της βρίσκονται, φυσικά, οι αδελφές Ντάσγουντ. Η Έλινορ και η Μαριάν είναι δύο διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου συναισθηματικού κόσμου: η μία μαθαίνει να κρύβει όσα αισθάνεται και η άλλη να τα αφήνει να την καταπιούν. Και η ταινία ενδιαφέρεται περισσότερο γι’ αυτή τη διαδρομή παρά για το προφανές ρομαντικό σκέλος της ιστορίας. Δεν βιάζεται να φτάσει εκεί που ξέρουμε ότι θα φτάσει, αλλά επιμένει στις μικρές μετατοπίσεις των χαρακτήρων, στις σιωπές και σε όλα όσα συμβαίνουν ανάμεσα στις γραμμές της Όστεν.
Η Daisy Edgar-Jones είναι πραγματικά εξαιρετική. Ως Έλινορ, καταφέρνει να κάνει την καταπίεση του συναισθήματος ορατή χωρίς ποτέ να την υπερτονίζει. Είναι μια ερμηνεία που βασίζεται στα βλέμματα, στις παύσεις και κυρίως σε αυτά που δεν λέγονται. Η Edgar-Jones έχει αυτή την πολύ ιδιαίτερη ικανότητα να γεμίζει ένα πλάνο ακόμη κι όταν απλώς στέκεται μέσα σε αυτό, και εδώ βρίσκει έναν ρόλο που της επιτρέπει να το κάνει με τον καλύτερο τρόπο. Δεν προσπαθεί να σου αποδείξει πόσο καλή είναι. Απλώς είναι.
Η Esmé Creed-Miles, από την άλλη, δίνει στη Μαριάν μια περισσότερο αυθόρμητη, νευρώδη ενέργεια και λειτουργεί ως το απαραίτητο αντίβαρο στην Έλινορ. Οι δυο τους έχουν μια σχέση που δεν εξαντλείται στην αντίθεση «λογική εναντίον ευαισθησίας», αλλά μοιάζει περισσότερο με μια αργή διαδικασία αλληλοκατανόησης. Και ίσως εκεί βρίσκεται ένα από τα πιο όμορφα στοιχεία της ταινίας: στο ότι τελικά δεν χρειάζεται να διαλέξεις ανάμεσα στις δύο.

Μετά υπάρχει η Fiona Shaw, η οποία μοιάζει να έχει καταλάβει ότι μια ταινία τόσο συγκρατημένη χρειάζεται επειγόντως κάποιον να πατήσει το κουμπί του «ας γελάσουμε λίγο». Ως Mrs. Jennings, είναι απολαυστική. Το κωμικό relief που χρειάζεται η ταινία, χωρίς να γίνεται ποτέ καρικατούρα. Η Shaw ξέρει πότε να τραβήξει λίγο περισσότερο μια ατάκα, πότε να αφήσει ένα βλέμμα να κάνει τη δουλειά και κυρίως πότε να μην πάρει καθόλου στα σοβαρά τον εαυτό της. Και κάθε φορά που εμφανίζεται, η ταινία αποκτά μια ανάσα που της είναι απολύτως απαραίτητη.
Εκεί που έχω τις περισσότερες ενστάσεις είναι στη σκηνοθεσία της Georgia Oakley. Όχι γιατί η ταινία είναι κακοσκηνοθετημένη, κάθε άλλο. Είναι όμορφη, ατμοσφαιρική, προσεγμένη και έχει μια πολύ συγκεκριμένη αίσθηση εποχής. Απλώς περίμενα περισσότερα από την Oakley. Γιατί μετά το Blue Jean, μια ταινία στην οποία η σκηνοθέτις είχε καταφέρει να κάνει το προσωπικό της βλέμμα σχεδόν αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης, εδώ περίμενα να δω κάτι που να λέει πιο καθαρά αυτή είναι η δική μου Όστεν. Αντί γι’ αυτό, αρκετές φορές έχω την αίσθηση ότι βλέπω μια πολύ καλή σκηνοθέτιδα να υπηρετεί ένα πολύ καλό υλικό, χωρίς να τολμά να το υπογράψει πραγματικά. Η δική της ματιά υπάρχει, αλλά είναι περισσότερο υπόγεια απ’ όσο θα ήθελα.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πρόβλημα της ταινίας συνολικά: δεν κάνει ποτέ κάτι πραγματικά λάθος, αλλά ούτε και βιάζεται να σου αποδείξει ότι πρέπει να τη θυμάσαι. Είναι μια ταινία που επιλέγει τη συγκράτηση αντί της εντυπωσιοθηρίας, τη λεπτομέρεια αντί της μεγάλης χειρονομίας και το συναίσθημα που χτίζεται αργά αντί για το συναίσθημα που απαιτεί άμεση ανταπόκριση.
Δεν είναι το Sense and Sensibility του ’95 και ευτυχώς δεν προσπαθεί να γίνει. Είναι όμως δύσκολο να μην το έχεις κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού σου, ειδικά όταν η προηγούμενη εκδοχή έχει αφήσει τόσο έντονο αποτύπωμα. Η νέα ταινία δεν το σβήνει. Απλώς προσθέτει ακόμη μία εκδοχή σε μια ιστορία που, όπως αποδεικνύεται, αντέχει να ξαναλέγεται. Τελικά, ίσως αυτό να είναι και το πιο δίκαιο που μπορείς να της αναγνωρίσεις. Δεν είναι μια ταινία που σε αρπάζει από τον γιακά από το πρώτο λεπτό. Θέλει χρόνο. Θέλει να κάτσεις μαζί της, να παρατηρήσεις, να περιμένεις τις σχέσεις να αποκτήσουν βάρος και τα συναισθήματα να βρουν μόνα τους τον δρόμο προς την επιφάνεια.
Η ταινία Sense and Sensibility είναι τελικά για όσους έχουν καταλάβει κάτι πολύ απλό: ο κινηματογράφος δεν είναι πάντα υποχρεωμένος να σε κερδίσει αμέσως. Μερικές φορές πρέπει απλώς να του δώσεις λίγο χρόνο για να το κάνει.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
