Whalefall | Movie Review
Υπάρχουν ταινίες που βασίζονται σε μια ιδέα τόσο εξωφρενική, ώστε εύλογα αναρωτιέσαι αν μπορούν να την υποστηρίξουν για περισσότερα από μερικά λεπτά. Το Whalefall του Brian Duffield, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Daniel Kraus, ξεκινά ακριβώς από μια τέτοια συνθήκη.
Ο Jay Gardiner (Austin Abrams) είναι ένας νεαρός δύτης που, αναζητώντας τα λείψανα του νεκρού πατέρα του, καταλήγει μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας φυσητήρα. Με περίπου μία ώρα οξυγόνου στη διάθεσή του, η προσπάθεια επιβίωσης μετατρέπεται σε αγώνα δρόμου με τον χρόνο. Μόνο που, για να βγει ζωντανός από εκεί μέσα, δεν αρκεί να βρει τον τρόπο να ξεφύγει από το κήτος. Θα χρειαστεί να έρθει αντιμέτωπος με όσα τον στοιχειώνουν, με τις ενοχές του και, κυρίως, με τη σχέση του με έναν πατέρα που εξακολουθεί να καθορίζει τη ζωή του ακόμη και μετά τον θάνατό του.

Βλέποντας το τρέιλερ, περίμενα μια ταινία που θα εξαντλούσε το εύρημά της σε σκηνές ακραίου body horror, σωματικής φρίκης και διαδοχικών προσπαθειών να προκαλέσει το σοκ στον θεατή. Άλλωστε, η ιδέα ενός ανθρώπου παγιδευμένου μέσα σε μια φάλαινα προσφέρεται για κάθε είδους κινηματογραφική υπερβολή. Το Whalefall, ωστόσο, επιλέγει να μην περιοριστεί σε αυτό. Και κάπου εκεί κερδίζει το στοίχημα.
Ας είμαστε ειλικρινείς: ως concept, η ταινία δεν ανακαλύπτει κάτι καινούργιο. Η σύνδεση μιας ακραίας κατάστασης επιβίωσης με την αναμέτρηση ενός ήρωα με το παρελθόν του είναι ένα αφηγηματικό μοτίβο που έχουμε ξαναδεί. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως κάθε νέα προσέγγιση είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Ο Brian Duffield χρησιμοποιεί την παράλογη συνθήκη ως όχημα για να μιλήσει για κάτι πολύ πιο οικείο, μετατρέποντας την προσπάθεια του Jay να ξεφύγει από τη φάλαινα σε μια διαδρομή μέσα από τις αναμνήσεις, τις ενοχές και τα τραύματά του. Το παρελθόν δεν λειτουργεί απλώς ως συμπλήρωμα της περιπέτειας. Γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της επιβίωσής του στο παρόν.
Ακριβώς αυτή η συναισθηματική διάσταση που κάνει την ταινία να ξεπερνά τις προσδοκίες που δημιουργεί η αρχική της ιδέα. Γιατί η σχέση του Jay με τον πατέρα του δεν παρουσιάζεται ως μια απλή ιστορία συμφιλίωσης, ούτε ως μια εύκολη διαδρομή προς τη συναισθηματική λύτρωση. Είναι μια σχέση γεμάτη αντιφάσεις, θυμό, αγάπη και ενοχές. Μια σχέση που δεν μπορεί να διορθωθεί με μια τελευταία συζήτηση, αφού ο ένας από τους δύο δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Αυτό που απομένει στον γιο είναι να διαχειριστεί όσα έζησε, όσα δεν μπόρεσε να αλλάξει και όσα εξακολουθούν να τον βαραίνουν.
Εδώ βρίσκεται και το σημείο στο οποίο το Whalefall μπορεί να σε καταβάλει συναισθηματικά. Αν έχεις τα δικά σου άλυτα ζητήματα με τον πατέρα σου, αν έχεις προσπαθήσει να κερδίσεις την αποδοχή του ή αν έχεις αναρωτηθεί τι θα ήθελες να του είχες πει διαφορετικά, η ιστορία του Jay αποκτά μια διάσταση που ξεπερνά κατά πολύ την περιπέτεια επιβίωσης. Δεν χρειάζεται να έχεις ζήσει τις ίδιες καταστάσεις με τον ήρωα για να αναγνωρίσεις το συναίσθημα. Αρκεί να γνωρίζεις πως κάποιες σχέσεις εξακολουθούν να σε καθορίζουν ακόμη κι όταν δεν υπάρχει πια η δυνατότητα να αλλάξεις την έκβασή τους.
Καθοριστική σε αυτή τη συνθήκη είναι η ερμηνεία του Austin Abrams. Έχοντας ήδη ξεχωρίσει σε προηγούμενες δουλειές του, ο ηθοποιός επιβεβαιώνει εδώ πως διαθέτει όλα τα εχέγγυα για να εξελιχθεί στο next best thing της γενιάς του. Το απαιτητικό περιβάλλον της ταινίας θα μπορούσε εύκολα να τον εγκλωβίσει σε μια διαδοχή αντιδράσεων πανικού, φόβου και σωματικής εξάντλησης. Εκείνος, όμως, καταφέρνει να δώσει στον Jay μια εσωτερικότητα που δεν εξαντλείται στην αγωνία της επιβίωσης. Η ευαλωτότητα, η απόγνωση και η δυσκολία του να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του συνθέτουν έναν χαρακτήρα που δεν παρακολουθείς απλώς να παλεύει για τη ζωή του, αλλά θέλεις να δεις να καταφέρνει να ξεφύγει και από όσα τον έχουν σημαδέψει. Και αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά: ο Abrams δεν υπηρετεί μόνο τη σωματική δοκιμασία του ήρωα, αλλά και τη συναισθηματική του διαδρομή.

Υπάρχει, άλλωστε, κάτι στις σχέσεις πατέρα και γιου που η μυθοπλασία δεν έχει εξερευνήσει όσο θα έπρεπε, τουλάχιστον ως προς τις πιο σύνθετες και αντιφατικές εκφάνσεις τους. Η ανάγκη ενός γιου να κερδίσει την αποδοχή του πατέρα του, ο θυμός απέναντί του, η προσπάθεια να απομακρυνθεί από τη σκιά του και ο φόβος μήπως τελικά του μοιάσει αποτελούν ένα πεδίο γεμάτο συγκρούσεις. Και το δύσκολο σε αυτές τις σχέσεις είναι πως η αγάπη δεν αναιρεί απαραίτητα το τραύμα, όπως και η αναγνώριση των λαθών ενός γονιού δεν εξαφανίζει αυτομάτως την ανάγκη του παιδιού να έχει αγαπηθεί διαφορετικά. Το Whalefall βρίσκει σε αυτή την αντίφαση το ουσιαστικότερο συναισθηματικό του έρεισμα, χωρίς να χρειάζεται να προσποιηθεί ότι διαθέτει όλες τις απαντήσεις.
Το Whalefall μπορεί να σε παρασύρει σε μια ακραία κινηματογραφική περιπέτεια, όμως η πραγματική του δύναμη βρίσκεται σε όσα συμβαίνουν μέσα στον ήρωά του. Γιατί η επιβίωση δεν αφορά πάντοτε μόνο το να βρεις μια διέξοδο από μια κατάσταση που απειλεί τη ζωή σου. Μερικές φορές αφορά και το να πάψεις να κουβαλάς μια σχέση σαν να πρέπει, ακόμη και μετά το τέλος της, να αποδείξεις κάτι σε εκείνον που δεν είναι πια εκεί.
Και αυτό, όσο παράλογη κι αν είναι η διαδρομή που επιλέγει η ταινία για να το αφηγηθεί, είναι κάτι που μπορεί να αναγνωρίσει κανείς πολύ πιο εύκολα απ’ όσο θα ήθελε.
★★★★☆
Βασιλακόπουλος Χρήστος
