Queen at Sea | Movie Review

Δεκαοκτώ χρόνια μετά το Ballast, το σκηνοθετικό του ντεμπούτο που ξεχώρισε στο Sundance, ο Λανς Χάμερ επιστρέφει με το Queen at Sea, μια ταινία που αποδεικνύει πως ορισμένες ιστορίες δεν χρειάζονται μεγάλες δηλώσεις για να σε φέρουν αντιμέτωπο με δύσκολα ερωτήματα. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης, με σπουδές αρχιτεκτονικής και μια μακρά αποχή από τη μεγάλου μήκους μυθοπλασία, επιλέγει να καταπιαστεί με την άνοια, τη φθορά του χρόνου και τα όρια της ανθρώπινης αυτοδιάθεσης. Όχι, όμως, μέσα από μια ακόμη ιστορία για τη δύσκολη καθημερινότητα της ασθένειας, αλλά μέσα από ένα ηθικό δίλημμα που δεν επιτρέπει εύκολες απαντήσεις.

Όταν η Αμάντα (Ζιλιέτ Μπινός) ανακαλύπτει τον ηλικιωμένο πατριό της, Μάρτιν, σε μια σεξουαλική στιγμή με τη μητέρα της, Λέσλι, η οποία πάσχει από προχωρημένη άνοια, αποφασίζει να παρέμβει. Αυτό που για εκείνη αποτελεί πιθανή σεξουαλική κακοποίηση, για τον Μάρτιν είναι μέρος μιας σχέσης που μετρά δεκαετίες και δεν ακυρώνεται αυτομάτως επειδή η γυναίκα του χάνει σταδιακά την επαφή με την πραγματικότητα. Η καταγγελία της Αμάντα ανοίγει έναν κύκλο παρεμβάσεων, με την οικογένεια να χάνει σταδιακά τον έλεγχο της κατάστασης και το ερώτημα της συναίνεσης να μετατρέπεται σε μια ευρύτερη σύγκρουση γύρω από το ποιος έχει τελικά το δικαίωμα να αποφασίζει για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Τομ Κόρτνεϊ, ένας ηθοποιός με σπουδαία διαδρομή, από το The Loneliness of the Long Distance Runner και το Doctor Zhivago μέχρι το 45 Years, που του χάρισε το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 2015. Η παρουσία του στο Queen at Sea είναι από μόνη της ένας λόγος να σταθεί κανείς στην ταινία. Στον ρόλο του Μάρτιν, ο Κόρτνεϊ δεν επιδιώκει να γίνει αρεστός ούτε να εξασφαλίσει τη συμπάθεια του θεατή. Ενσαρκώνει έναν άνθρωπο που βλέπει τη σύντροφό του να απομακρύνεται σταδιακά από τον κόσμο τους και αρνείται να αποδεχτεί ότι η κοινή τους ζωή μπορεί να ακυρωθεί από μια διάγνωση. Η τρυφερότητα, ο θυμός, η αξιοπρέπεια και η αδυναμία του συνυπάρχουν χωρίς να χρειάζονται επεξηγήσεις. Δίπλα του, η Άννα Κάλντερ-Μάρσαλ αποδίδει τη Λέσλι με μια σωματική και συναισθηματική αλήθεια που κάνει αισθητή την παρουσία ενός ανθρώπου ακόμη κι όταν η επικοινωνία μαζί του γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Η βράβευση και των δύο με την Αργυρή Άρκτο για τις ερμηνείες τους ήταν απολύτως δικαιολογημένη.

Εκεί, όμως, που η ταινία αποκτά το πραγματικό της βάρος είναι στον κοινωνικό προβληματισμό που αναπτύσσει. Η σεξουαλική κακοποίηση και η συναίνεση δεν είναι ζητήματα που επιδέχονται εκπτώσεις, αλλά τι συμβαίνει όταν η δυνατότητα ενός ανθρώπου να εκφράσει τις επιθυμίες του γίνεται αβέβαιη; Αρκεί η διάγνωση της άνοιας για να θεωρήσουμε ότι κάθε προηγούμενη επιθυμία, κάθε δεσμός και κάθε μορφή οικειότητας παύουν να έχουν σημασία; Και ποιος μπορεί να αποφασίσει πότε η προστασία ενός ανθρώπου είναι απαραίτητη και πότε μετατρέπεται σε αφαίρεση της ελευθερίας του;

Queen at Sea: a brutal masterpiece about the end of life - New Statesman

Ο Χάμερ δεν επιχειρεί να ξεπλύνει τις πράξεις κανενός, ούτε προσφέρει άλλοθι στο όνομα μιας μακρόχρονης σχέσης. Αντιθέτως, αναδεικνύει την πολυπλοκότητα μιας κατάστασης στην οποία οι βεβαιότητες δοκιμάζονται και οι καλές προθέσεις δεν εγγυώνται απαραίτητα το σωστό αποτέλεσμα. Γιατί υπάρχει και μια άλλη πλευρά στην ανάγκη μας να προστατεύσουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε: η ανάγκη να ελέγξουμε όσα μας φοβίζουν. Το δικαίωμα να αποφασίζουμε για κάποιον «για το καλό του» μπορεί να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνο όταν παύουμε να αναρωτιόμαστε αν προστατεύουμε εκείνον ή αν προσπαθούμε να καθησυχάσουμε τους δικούς μας φόβους. Η ταινία δεν εξισώνει την προστασία με την καταπίεση. Μας αναγκάζει, όμως, να αναγνωρίσουμε πόσο εύκολα μπορεί να περάσουμε από τη μία στην άλλη, όταν η αβεβαιότητα γίνεται δυσβάσταχτη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η παράλληλη ιστορία της Σάρα, της έφηβης κόρης της Αμάντα, η οποία ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά της και επιχειρεί τα πρώτα της βήματα στις σχέσεις με το άλλο φύλο. Από τη μία, ένα ζευγάρι που έχει μοιραστεί μια ολόκληρη ζωή παλεύει να διατηρήσει την οικειότητα και τον δεσμό του απέναντι στη φθορά. Από την άλλη, ένα κορίτσι βρίσκεται στην αρχή της διαδρομής του, ανακαλύπτοντας την επιθυμία, την έλξη και τα όρια που συνοδεύουν τις πρώτες εμπειρίες. Η αντιπαραβολή είναι εύστοχη, καθώς φέρνει δύο διαφορετικές ηλικίες αντιμέτωπες με το ίδιο θεμελιώδες ζήτημα: τη σεξουαλικότητα ως αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Ωστόσο, η ιστορία της Σάρα δεν αναπτύσσεται με την ίδια πληρότητα και ένταση, με αποτέλεσμα να λειτουργεί περισσότερο ως θεματικός αντίστιχος παρά ως ισότιμο αφηγηματικό σκέλος.

Το Queen at Sea απαιτεί υπομονή. Ο ρυθμός του είναι συγκεκριμένος, παρατηρητικός, χωρίς την ανάγκη να υπογραμμίζει κάθε συναισθηματική μετατόπιση ή να οδηγεί βιαστικά τον θεατή σε μια κορύφωση. Η ένταση, ωστόσο, συσσωρεύεται αθόρυβα. Οι σιωπές, οι μικρές χειρονομίες και οι επαναλαμβανόμενες καθημερινές κινήσεις αποκτούν σταδιακά μεγαλύτερο βάρος, μέχρι τη στιγμή που η ιστορία οδηγείται σε μια ανατροπή που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι όσα προηγήθηκαν. Είναι μια επιλογή που μπορεί να διχάσει, καθώς η τελική κορύφωση μοιάζει να επιμένει σε μια συναισθηματική συνθήκη που η ταινία έχει ήδη καταφέρει να οικοδομήσει. Παρ’ όλα αυτά, η επίδρασή της είναι αναμφισβήτητη.

Κι αυτό γιατί η ταινία δεν τελειώνει πραγματικά όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Σε ακολουθεί και την επόμενη μέρα, όχι επειδή σου προσφέρει μια συγκλονιστική απάντηση, αλλά επειδή σε αφήνει να αναμετρηθείς με τα ερωτήματα που απέφυγες όσο παρακολουθούσες. Πόσο εύκολο είναι να υπερασπίζεσαι την αυτοδιάθεση όταν δεν είσαι εσύ εκείνος που καλείται να πάρει μια αδύνατη απόφαση; Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η αγάπη όταν η φροντίδα γίνεται καθημερινή μάχη με την απώλεια; Και τι απομένει από μια κοινή ζωή όταν ο ένας άνθρωπος αρχίζει να χάνει όσα κάποτε τη συγκροτούσαν;

Δεν είναι μια ταινία χωρίς αδυναμίες, ούτε αξιοποιεί κάθε αφηγηματική της επιλογή με την ίδια επιτυχία. Είναι, όμως, μια ουσιαστική κινηματογραφική πρόταση, με σπουδαίες ερμηνείες και έναν προβληματισμό που δεν περιορίζεται στην άνοια, αλλά αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αξιοπρέπεια, την επιθυμία και το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία. Γιατί, τελικά, η αγάπη δεν δοκιμάζεται μόνο όταν καλούμαστε να κρατήσουμε κάποιον κοντά μας, αλλά και όταν πρέπει να αποδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να αποφασίζουμε για τα πάντα εκ μέρους του. Και ορισμένες φορές, όσο περισσότερο φοβόμαστε να χάσουμε έναν άνθρωπο, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αναγνωρίσουμε πότε εκείνος έχει ήδη αρχίσει να φεύγει.

Βαθμολογία: ★★★½☆

Βασιλακόπουλος Χρήστος