Το The Play That Goes Wrong των Henry Lewis, Jonathan Sayer και Henry Shields πρωτοπαρουσιάστηκε το 2012 στο Λονδίνο, για να εξελιχθεί σταδιακά σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα κωμικά θεατρικά έργα των τελευταίων ετών. Στην Ελλάδα, η πρώτη του εκδοχή ήρθε το 2014, στο Θέατρο Κιβωτός, με τον τίτλο «Πρεμιέρα εξ αμελείας» σε σκηνοθεσία Στράτου Λύκου. Έκτοτε, το έργο φαίνεται να έχει βρει το δικό του κοινό, με το ελληνικό θεατρόφιλο κοινό να δείχνει ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτό το είδος κωμωδίας, που μετατρέπει το ίδιο το θέατρο σε πεδίο καταστροφής και γέλιου. Τώρα, παρουσιάζεται για τρίτη χρονιά, στο θέατρο Αθηνά, ως Όλα…λάθος!.
Η ιστορία ξεκινά με έναν ερασιτεχνικό θίασο που επιχειρεί να ανεβάσει ένα αστυνομικό έργο μυστηρίου. Το πρόβλημα είναι πως τίποτα δεν πηγαίνει σύμφωνα με το σχέδιο: σκηνικά καταρρέουν, αντικείμενα δεν συνεργάζονται, ατάκες χάνονται και οι ηθοποιοί προσπαθούν απεγνωσμένα να διασώσουν μια παράσταση που μοιάζει να καταρρέει μπροστά στα μάτια τους. Πίσω, ωστόσο, από αυτήν τη διαδοχή ατυχημάτων βρίσκεται ένας εξαιρετικά απαιτητικός μηχανισμός, που βασίζεται στον συγχρονισμό, στη σωματική κωμωδία και στην ακρίβεια της εκτέλεσης. Το αστείο δεν βρίσκεται απλώς στο λάθος, αλλά στην προσπάθεια να συνεχιστεί η παράσταση σαν να μη συμβαίνει απολύτως τίποτα.
Στο φετινό ανέβασμα του Όλα…λάθος!, στο Θέατρο Αθηνά, σε απόδοση και σκηνοθεσία της Θέμιδος Μαρσέλλου, η έκπληξη είναι ευχάριστη. Παρά τις επιμέρους αδυναμίες του, το έργο καταφέρνει να διατηρήσει το γέλιο ζωντανό σχεδόν σε όλη τη διάρκειά του. Η παράσταση γνωρίζει καλά τον κωμικό μηχανισμό που υπηρετεί και, ακόμη κι όταν δεν πετυχαίνει κάθε επιμέρους εύρημα με την ίδια αποτελεσματικότητα, βρίσκει τον τρόπο να κρατά το κοινό σε εγρήγορση.

Έχουν υπάρξει ενδεχομένως πιο ευρηματικές σκηνοθετικές προσεγγίσεις στο παρελθόν, με μεγαλύτερη τόλμη στη διαχείριση του χάους και της σκηνικής αποδόμησης. Εδώ, όμως, έχουμε να κάνουμε με ένα τίμιο ανέβασμα, που γνωρίζει τι θέλει να προσφέρει και δεν επιχειρεί να εξαπατήσει τον θεατή ως προς αυτό. Δεν υπόσχεται μια διαφορετική θεατρική εμπειρία ούτε διεκδικεί περισσότερα από όσα μπορεί να υποστηρίξει. Προσφέρει μια κωμωδία που λειτουργεί, με τις αρετές και τις αδυναμίες της, χωρίς να υποτιμά την ανάγκη του κοινού να περάσει καλά.
Ερμηνευτικά, ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιλογή του Χάρη Ασημακόπουλου να προσεγγίσει τον ρόλο του μέσα από ένα διαφορετικό κωμικό τέμπο σε σχέση με τους υπόλοιπους. Η πιο συγκρατημένη, σχεδόν αποστασιοποιημένη προσέγγισή του δεν κερδίζει αμέσως όλες τις εντυπώσεις, σταδιακά, όμως, βρίσκει τη θέση της μέσα στο σύνολο και αποδεικνύεται λειτουργική. Ο Τζερόμ Καλούτα, από την άλλη, αξιοποιεί την ενέργειά του για να σωματοποιήσει κάθε κατάσταση, μετατρέποντας την κίνηση και την εκφραστικότητά του σε βασικά εργαλεία της κωμωδίας. Με μια σκηνική παρουσία που δεν μένει ποτέ στάσιμη, καταφέρνει να συμπαρασύρει το κοινό και να ενισχύσει τη δυναμική των σκηνών στις οποίες συμμετέχει. Αντίστοιχα, ο Γεράσιμος Παπικινός, προερχόμενος από τον χώρο του TikTok, ανταποκρίνεται με αξιοσημείωτη άνεση στις απαιτήσεις μιας κατά κύριο λόγο σωματικής κωμωδίας. Η παρουσία του δεν μοιάζει να ξεφεύγει από τα όρια του ρόλου, ενώ καταφέρνει να ενταχθεί σε έναν σκηνικό κόσμο που απαιτεί ακρίβεια, αντανακλαστικά και έλεγχο της κίνησης.
Το πρόβλημα εντοπίζεται σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις του θιάσου, όπου οι ερμηνείες δεν δείχνουν να έχουν βρει την ίδια ισορροπία. Σε ένα έργο που στηρίζεται τόσο πολύ στον ρυθμό και στον συντονισμό, οι επιμέρους αδυναμίες δεν παραμένουν μεμονωμένες. Γίνονται μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού, επηρεάζοντας τη συνοχή και τη διάρκεια των σκηνών. Κάπως έτσι, το εσκεμμένο χάος κινδυνεύει σε ορισμένα σημεία να μετατραπεί σε πραγματική φασαρία, με τον ρυθμό να ξεφεύγει και την κωμική ένταση να χάνει προσωρινά την ακρίβειά της.
Το Όλα…λάθος! δεν ανακαλύπτει ξανά τον τροχό, ούτε αποφεύγει τις αστοχίες του. Καταφέρνει, όμως, να προσφέρει αυτό που υπόσχεται: γέλιο, χωρίς να ζητά από τον θεατή να προσποιηθεί ότι παρακολουθεί κάτι σπουδαιότερο απ’ αυτό που πραγματικά είναι. Κι αν κάπου η σκηνοθετική ακρίβεια υποχωρεί μπροστά στη φασαρία, τουλάχιστον εδώ το λάθος βρίσκεται εντός προγράμματος. Σε αντίθεση με ορισμένες ερμηνείες, που μοιάζουν να έχουν παρεξηγήσει το ίδιο το έργο. Μπορεί να μην ανακαλύπτει ξανά τον τροχό, τουλάχιστον, όμως, φροντίζει να μη σου τον πετάξει στο κεφάλι.
Βασιλακόπουλος Χρήστος

