The Social Reckoning | Movie Review

Το Facebook δημιουργήθηκε το 2004. Σήμερα, περισσότερα από είκοσι χρόνια μετά, έχει ξεπεράσει τα τρία δισεκατομμύρια μηνιαίους χρήστες. Από μια φοιτητική ιδέα σε ένα δωμάτιο του Χάρβαρντ, σε μια από τις μεγαλύτερες πλατφόρμες του πλανήτη. Κι αν αυτό ακούγεται πλέον σαν μια ιστορία που την έχουμε ακούσει εκατό φορές, είναι επειδή πράγματι την έχουμε ακούσει. Ή, τουλάχιστον, νομίζουμε ότι την έχουμε ακούσει. Γιατί το The Social Reckoning κάνει πρεμιέρα για να σου θυμίσει, όσο θα έπρεπε να ήξερες ήδη.

Το 2010, το The Social Network έκανε ακριβώς αυτό. Πήρε τη γέννηση του Facebook και την έκανε κινηματογράφο. Ο Άαρον Σόρκιν έγραψε μια ιστορία για φιλοδοξία, προδοσία, χρήμα και εξουσία, ο Ντέιβιντ Φίντσερ την έκανε ψυχρή, κομψή και δηλητηριώδη και, κάπως έτσι, η δημιουργία ενός social network απέκτησε το βάρος μιας σύγχρονης origin story. Η ταινία άφησε το αποτύπωμά της όχι μόνο στο σινεμά αλλά και στην ποπ κουλτούρα. Ο Zuckerberg του Jesse Eisenberg έγινε σχεδόν αρχέτυπο, οι ατάκες του Sorkin έγιναν αναγνωρίσιμες ακόμη και σε ανθρώπους που δεν είχαν δει την ταινία και το Facebook απέκτησε, έστω για λίγο, τη δική του κινηματογραφική μυθολογία.

Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το The Social Reckoning επιστρέφει στην ίδια εταιρεία, αλλά με μια σημαντική διαφορά: αυτή τη φορά δεν μιλά για κάτι που συνέβη τότε. Μιλά για κάτι που συμβαίνει τώρα. Και αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της νέας ταινίας.

Ο Sorkin παίρνει την υπόθεση των Facebook Files, τις αποκαλύψεις της Frances Haugen και την έρευνα του δημοσιογράφου Jeff Horwitz και κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Παίρνει έναν τεράστιο όγκο πληροφορίας, τον βάζει σε τάξη, τον συμπυκνώνει και τον σερβίρει στον θεατή έτσι ώστε να καταλάβει μέσα σε δύο ώρες πράγματα που πιθανότατα δεν είχε ψάξει ποτέ να μάθει στην ολότητά τους.

Ανάμεσα σε αυτά βρίσκεται ίσως το πιο δυσοίωνο κομμάτι της ιστορίας. Η ταινία χρησιμοποιεί τις αποκαλύψεις για το πώς η πλατφόρμα μπορούσε να κατευθύνει ένα σημαντικό κομμάτι των χρηστών της προς ολοένα πιο σκληροπυρηνικές και εξτρεμιστικές δεξιές κοινότητες, δημιουργώντας έναν αλγόριθμο όπου η ανεπιβεβαίωτη φήμη μπορούσε να αποκτήσει την ίδια, ή και μεγαλύτερη, δύναμη από την ελεγμένη αλήθεια. Ο Sorkin συνδέει αυτή τη διαδικασία με την εξέγερση στο Καπιτώλιο, όχι ως ένα απομονωμένο πολιτικό γεγονός, αλλά ως το φυσικό αποτέλεσμα μιας διαδικτυακής κοινότητας που έχει χτιστεί πάνω στον φόβο, το μίσος και την παραπληροφόρηση. Αυτό που συμβαίνει στην οθόνη είναι τελικά η μετάβαση από τον ψηφιακό κόσμο στον πραγματικό: οι άνθρωποι που για χρόνια καταναλώνουν και αναπαράγουν ψέματα μέσα σε έναν κλειστό κύκλο δεν μένουν για πάντα πίσω από μια οθόνη. Κάποια στιγμή βγαίνουν από αυτήν. Και τότε κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια τι μπορεί να ακολουθήσει.

Αυτό είναι ταυτόχρονα το μεγάλο προσόν και ο βασικός περιορισμός του Sorkin. Δεν ενδιαφέρεται τόσο να ανακαλύψει εκ νέου την πραγματικότητα όσο να την κάνει κατανοητή. Και στο The Social Reckoning αυτή η ικανότητα βρίσκεται ξανά σε πλήρη λειτουργία. Το αποτέλεσμα είναι ένα στιβαρό δράμα που δεν χρειάζεται να σου αποδείξει ότι το Facebook είναι κακό. Χρειάζεται περισσότερο να σου θυμίσει πόσο πολύ έχουμε συνηθίσει όσα κάποτε θα θεωρούσαμε σοκαριστικά.

Γιατί εδώ βρίσκεται και η διαφορά από την πρώτη ταινία. Το The Social Network κοιτούσε τη γέννηση μιας αυτοκρατορίας. Το The Social Reckoning κοιτάζει τις συνέπειές της. Δεν υπάρχει πλέον το συναρπαστικό «πώς φτιάχτηκε όλο αυτό». Υπάρχει το πολύ λιγότερο ρομαντικό «τι κάναμε τελικά με αυτό που φτιάξαμε».

Φυσικά, δεν λείπει η χαρακτηριστική ροπή του Sorkin προς ένα θετικό μήνυμα. Όσο δυστοπικό κι αν είναι το παρόν που περιγράφει, εξακολουθεί να πιστεύει στη δύναμη της δημοσιογραφίας, της αποκάλυψης, της προσωπικής ευθύνης και στην ιδέα ότι η αλήθεια, όταν βγει στο φως, μπορεί κάπως να αλλάξει τα πράγματα. Είναι μια αισιοδοξία που σήμερα μοιάζει σχεδόν αφελής. Ίσως γι’ αυτό και έχει ακόμη ενδιαφέρον.

Οι ερμηνείες λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση. Η Mikey Madison δίνει στη Frances Haugen μια συγκρατημένη, καθόλου ηρωοποιημένη παρουσία, ενώ ο Jeremy Allen White ως Jeff Horwitz αποφεύγει την παγίδα του «δημοσιογράφου-ήρωα» που τα βάζει μόνος του με το σύστημα. Και ο Jeremy Strong, ως Mark Zuckerberg, έχει ίσως το πιο δύσκολο έργο, ακριβώς επειδή καλείται να σταθεί δίπλα σε μια ερμηνεία που έχει ήδη γίνει μέρος της κινηματογραφικής ποπ κουλτούρας. Ο Zuckerberg του Strong δεν προσπαθεί να γίνει συμπαθής. Ευτυχώς. Γίνεται ένας ψυχρός, κυνικός κακός που όταν σκεφτείς ότι δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας, τότε ανατριχιάζεις ακόμα περισσότερο.

The Social Reckoning | Showtimes & Tickets | The Light Cinema Sittingbourne

Το μόνο που δεν μπορεί να αποφύγει η ταινία είναι η σύγκριση με το The Social Network. Και εκεί χάνει. Όχι επειδή είναι κακή, αλλά επειδή η πρώτη ταινία είχε τον Fincher, είχε την αίσθηση ότι παρακολουθούμε τη γέννηση κάτι τεράστιου και, κυρίως, είχε το πλεονέκτημα ότι κανείς δεν ήξερε ακόμη πού θα κατέληγε αυτή η ιστορία. Εμείς το ξέρουμε πλέον.

Και ίσως γι’ αυτό το The Social Reckoning είναι λιγότερο συναρπαστικό αλλά περισσότερο χρήσιμο.

Δεν είναι η ταινία που θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το Facebook. Είναι μια κλασική, καλοφτιαγμένη μορφή κινηματογραφικού δράματος που δεν απογοητεύει κανέναν: έχει καλές ερμηνείες, καθαρή αφήγηση, αρκετή πληροφορία και ένα μήνυμα που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αποκωδικοποίηση.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο που προσφέρει. Όχι μια καινούργια αποκάλυψη, αλλά μια συνειδητοποίηση της πραγματικότητας.

Γιατί απέναντι στον διαφημιστικό ρομαντισμό μιας εταιρείας που μας πούλησε την ιδέα ότι απλώς «συνδέει τον κόσμο», η ταινία θυμίζει κάτι πολύ λιγότερο όμορφο: ότι κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξεις τι ακριβώς δημιούργησε αυτή η σύνδεση.

★★★☆☆

Βασιλακόπουλος Χρήστος