Η ιστορία έχει αποδείξει αρκετές φορές πως πίσω από τις μεγαλύτερες πολιτικές αποφάσεις κρύβονται άνθρωποι που φροντίζουν να παραμείνουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Το καλοκαίρι του 1973, στη Χιλή, η πολιτική αστάθεια έχει ήδη αρχίσει να προετοιμάζει το έδαφος για το στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοσέτ και την ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου Σαλβαδόρ Αλιέντε. Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον, δύο πράκτορες της CIA, ο βετεράνος Chris Carlisle (John Malkovich) και ο νεότερος συνεργάτης του Lee Chesterfield (Sam Rockwell), βρίσκονται στο Σαντιάγο συμμετέχοντας στις μυστικές επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης της χώρας. Λίγο πριν από την κρίσιμη στιγμή, οι δυο τους αποστέλλονται στο απομακρυσμένο Νησί του Πάσχα, με μια αποστολή που αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη από μια απλή υπηρεσιακή μετακίνηση. Κάπου εκεί ορίζεται η αρχή της ταινίας Wild Horse Nine.

Ο Chris, βαριά άρρωστος, εξαρτημένος από τη μορφίνη και με την πρόθεση να καταγράψει τα απομνημονεύματά του, μοιάζει να έχει αρχίσει να χάνει κάθε διάθεση να προστατεύσει τα μυστικά μιας υπηρεσίας στην οποία έχει αφιερώσει τη ζωή του. Ο Lee καλείται να τον προσέχει, αλλά και να ανακαλύψει τι ακριβώς κρύβει ο παλιός του συνεργάτης, την ώρα που η γνωριμία τους με δύο νεαρές Χιλιανές φοιτήτριες περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα.
Ο Martin McDonagh είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού. Από το In Bruges και το Seven Psychopaths μέχρι το Three Billboards Outside Ebbing, Missouri και το The Banshees of Inisherin, έχει καταφέρει να διαμορφώσει μια κινηματογραφική ταυτότητα που αναγνωρίζεται σχεδόν αμέσως. Η προσωπική του υπογραφή, ωστόσο, βρίσκεται πρωτίστως στο σενάριο. Στην ικανότητά του να γράφει διαλόγους που γίνονται οι πραγματικές κολώνες μιας ταινίας, ακόμη κι όταν για αρκετή ώρα δεν συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό ως προς την εξέλιξη της πλοκής. Δεν χρειάζεται διαρκώς μια ανατροπή, μια αποκάλυψη ή ένα εντυπωσιακό γεγονός για να κρατήσει τον θεατή σε εγρήγορση. Του αρκεί μια συζήτηση, μια ατάκα ή μια φαινομενικά ασήμαντη ανταλλαγή κουβέντας για να δημιουργήσει προσμονή για το τι θα ειπωθεί στη συνέχεια.
Αυτό είναι και το μεγάλο του πλεονέκτημα ως σεναριογράφου. Μέσα από τη φυσικότητα των διαλόγων του μεταφέρει όσα θέλει να σχολιάσει, να αναδείξει και να τονίσει, χωρίς οι χαρακτήρες του να μοιάζουν με απλά φερέφωνα των απόψεών του. Μιλούν, διαφωνούν, ειρωνεύονται, αυτοαναιρούνται και, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνονται, αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελαν. Ταυτόχρονα, αυτή η γραφή προσφέρει στους ηθοποιούς μια εξαιρετικά ασφαλή διαδρομή για να χτίσουν τους ρόλους τους. Δεν χρειάζονται τεχνητές ερμηνευτικές κορυφώσεις ούτε περιττές υπερβολές. Οι χαρακτήρες αποκτούν υπόσταση μέσα από τις ίδιες τους τις λέξεις και εξελίσσονται με έναν τρόπο φυσικό, σχεδόν αβίαστο, από την αρχή μέχρι το τέλος.
Στο Wild Horse Nine, μάλιστα, αυτή η σεναριακή προσέγγιση συναντά δύο ηθοποιούς που ξέρουν πολύ καλά πώς να αξιοποιήσουν τέτοιου είδους υλικό. Ο Sam Rockwell λειτουργεί εξαιρετικά απέναντι στον συμπρωταγωνιστή του, δημιουργώντας μια χημεία που στηρίζει μεγάλο μέρος της ταινίας. Είναι όμως ο John Malkovich εκείνος που κλέβει την παράσταση. Ένας ηθοποιός που εδώ και δεκαετίες θεωρείται δικαίως ένας από τους σημαντικούς της γενιάς του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι περισσότεροι μπορούν πάντα να θυμηθούν με την ίδια ευκολία σε ποιες ακριβώς ταινίες τον έχουν παρακολουθήσει. Εδώ, όμως, δύσκολα θα συμβεί κάτι τέτοιο. Στα 72 του χρόνια παραδίδει ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας, χωρίς μανιέρες, χωρίς περιττές εξάρσεις και χωρίς τη βαρυγδουπία που συχνά συνοδεύει ρόλους οι οποίοι μοιάζουν σχεδιασμένοι για να αποδείξουν το ερμηνευτικό μεγαλείο ενός ηθοποιού. Ο Malkovich δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Αφήνει τον χαρακτήρα να αναπνεύσει, αξιοποιεί κάθε παύση, κάθε βλέμμα και κάθε λέξη, ισορροπώντας ανάμεσα στον κυνισμό, την ειρωνεία, την ευαλωτότητα και τη συνειδητοποίηση ενός ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με το τέλος της ζωής του. Δεν ζητά τη συγχώρεση του θεατή για όσα έχει κάνει ο Chris, ούτε προσπαθεί να τον μετατρέψει σε έναν ξαφνικά συμπαθή ήρωα. Απλώς του δίνει ανθρώπινη υπόσταση. Αυτό είναι πολύ δυσκολότερο.
Υπάρχει, βέβαια, και μια ακόμη ενδιαφέρουσα αντίφαση στην ταινία. Ενώ στη βάση της διαπραγματεύεται ένα σκοτεινό ιστορικό γεγονός, την αμερικανική παρέμβαση στη Χιλή, την πολιτική βία και την ηθική ευθύνη όσων εκτελούν εντολές στο όνομα μιας υποτιθέμενης μεγαλύτερης αποστολής, είναι κυριολεκτικά αστεία. Όχι, δεν πρόκειται για κωμωδία με την παραδοσιακή έννοια, ούτε επιχειρεί να ελαφρύνει όσα πραγματεύεται. Ο McDonagh γνωρίζει πολύ καλά ότι η μαύρη κωμωδία δεν χρειάζεται να κατασκευάσει το αστείο. Αρκεί να αφήσει τις ίδιες τις καταστάσεις να μιλήσουν. Ο παραλογισμός, η αμηχανία, οι αντιδράσεις των ανθρώπων και η αντίφαση ανάμεσα στη σοβαρότητα όσων συμβαίνουν και στον τρόπο με τον οποίο οι ήρωες τα αντιμετωπίζουν δημιουργούν το κωμικό στοιχείο. Ακόμη και η σχεδόν αδιάφορη αντιμετώπιση της ανθρώπινης ζωής από ανθρώπους που έχουν αφιερώσει τη δική τους επαγγελματική πορεία στην αφαίρεσή της αποκτά μια απολαυστικά παράλογη διάσταση. Γελάς, ακόμη κι όταν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που βρίσκεται πίσω από το γέλιο κάθε άλλο παρά ευχάριστο είναι.
Το Wild Horse Nine δεν προσπαθεί να ανακαλύψει ξανά τον Martin McDonagh, ούτε χρειάζεται να το κάνει. Είναι μια ταινία που αναγνωρίζει τη δύναμη της δικής του κινηματογραφικής γλώσσας και την αξιοποιεί με συνέπεια, συνδυάζοντας πολιτικό σχόλιο, μαύρο χιούμορ και μια ιστορία ανδρικής φιλίας που αποκτά σταδιακά πολύ μεγαλύτερο συναισθηματικό βάρος. Και αν υπάρχει κάτι που αξίζει να κρατήσουμε από αυτή την κινηματογραφική συνάντηση, είναι πως ο John Malkovich ενδέχεται να βρίσκεται μπροστά σε μια από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του.
Το Όσκαρ που μοιάζει να έρχεται καθυστερημένα δεν θα αποτελέσει απλώς μια αναγνώριση για τα χρόνια που πέρασαν, αλλά μια επιβράβευση για έναν ηθοποιό που εξακολουθεί να έχει πολλά να δώσει. Και αν τελικά η Ακαδημία χρειάστηκε να περιμένει μέχρι τα 72 του για να τον κοιτάξει ξανά με τη δέουσα προσοχή, αυτό είναι μάλλον δικό της πρόβλημα. Για τον Martin McDonagh, από την άλλη, τα πράγματα είναι απλούστερα: όσο συνεχίζει να γράφει χαρακτήρες που θέλεις να ακούς ακόμη κι όταν δεν κάνουν απολύτως τίποτα, μπορείς να υπολογίζεις σε μια καλή κινηματογραφική εμπειρία. Αυτό, στις μέρες μας, δεν είναι καθόλου μικρό πράγμα.
★★★★☆
Βασιλακόπουλος Χρήστος

