Resident Evil | Movie Review
Τι μπορεί να συμβεί αν ενώσεις έναν από τους ιστορικότερους τίτλους της gaming βιομηχανίας με τον ίσως πιο υποσχόμενο και ενδιαφέρον σκηνοθέτη της νεότερης γενιάς; Ίσως ότι, για πρώτη φορά από τη δημιουργία του franchise, δίνεται η κατάλληλη ευκαιρία για να δούμε το Resident Evil (⭐⭐⭐1/2) όπως πρέπει στη μεγάλη οθόνη.
Τριάντα χρόνια. Τόσα έχουν περάσει από εκείνη τη μέρα του 1996, όταν ένα παιχνίδι για το πρώτο PlayStation μάς άνοιξε τις πόρτες μιας έπαυλης στη μέση του πουθενά και, μαζί της, ενός ολόκληρου κόσμου γεμάτου zombies, μεταλλαγμένα πλάσματα, μυστικά εργαστήρια και την Umbrella. Το Resident Evil δεν ήταν απλώς ένα ακόμη video game. Έγινε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο αναγνωρίσιμα horror franchises της ποπ κουλτούρας, με αριθμημένα sequels, spin-offs και remakes, περνώντας από τον στατικό τρόμο του 1996 στη δράση του Resident Evil 4, από το first-person horror του Resident Evil 7 μέχρι το Village και, σήμερα, στο Resident Evil Requiem.
Η δυναμική του παιχνιδιού, φυσικά, γρήγορα πέρασε και στον κινηματογράφο. Το 2002, ο Paul W. S. Anderson συστήνει στο κοινό το franchise με αυτό που έμελλε να γίνει μια εξαλογία, με τη Milla Jovovich ως Alice, και ολοκληρώθηκε το 2017. Μια ανεκδιήγητη προσέγγιση πάνω στο lore του παιχνιδιού, που για κάποιον λόγο μακροημέρευσε περισσότερο ως ανέκδοτο παρά ως μια τίμια αποτύπωση της εμπειρίας του gamer. Ακολούθησε ένα reboot, το ’21, που προσπάθησε να φέρει το Resident Evil πιο κοντά στο σύμπαν των βιντεοπαιχνιδιών, αλλά ήταν πιο ευκολοχώνευτο απ’ όσο θα ήθελε να είναι. Άρα, κάποιος εύκολα μπορεί να υποθέσει ότι η μεγάλη οθόνη δεν έχει συμπεριφερθεί με τον καλύτερο τρόπο στο Resident Evil. Μέχρι σήμερα.
Μπορεί οι βάσεις του Zach Cregger να ήταν στην κωμωδία, αλλά με δύο μόλις ταινίες έχει γίνει το νέο μεγάλο όνομα στη horror σκηνή. Το πολλά υποσχόμενο Barbarian και το καθολικής αποδοχής Weapons υπήρξαν η κατάλληλη αφορμή για να δώσει η παγκόσμια κοινότητα την απαιτούμενη προσοχή στον Cregger. Έναν σκηνοθέτη που μοιάζει να έχει συγκεκριμένη θέση σε ό,τι αναλαμβάνει, λόγο και προσοχή στη λεπτομέρεια. Ξέρει να χειρίζεται τον τρόμο που καραδοκεί με την ίδια άνεση που αφήνει το αστείο που υπάρχει μέσα στον τρόμο να ξεδιπλώνεται απενοχοποιημένα. Άρα, όταν ο ίδιος είπε ότι ήθελε πραγματικά να κάνει τη δική του ταινία Resident Evil, όλοι αναθάρρησαν.
Το Resident Evil του Cregger ακολουθεί τον Bryan, έναν νεαρό courier που πρέπει να μεταφέρει ένα δέμα σε ένα απομακρυσμένο νοσοκομείο. Γρήγορα, στη διαδρομή, καλείται να αντιμετωπίσει κάποιες καταστάσεις που ξεφεύγουν από το συνηθισμένο και, όσο η νύχτα προχωρά, το υπερβολικό γίνεται κανονικό. Ο ίδιος παλεύει όχι μόνο να φέρει εις πέρας την αποστολή του, αλλά και να σώσει την ίδια του τη ζωή.
Ο Cregger έξυπνα τοποθετεί τη δράση της δικής του ταινίας, τουλάχιστον στο ήμισυ, παράλληλα με όσα γίνονται και είναι γνωστά στη Raccoon City. Δίνει χρόνο στον μέσο θεατή να γνωρίσει, να συμπαθήσει και να ταυτιστεί με τον ήρωα, ο οποίος σωστά δεν είναι αψεγάδιαστος, αλλά ένας συνηθισμένος τύπος που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με ό,τι βρίσκεται μπροστά του. Ο Austin Abrams έρχεται και κουμπώνει ιδανικά στον ρόλο, αφού είναι μια φυσιογνωμία προσιτή, με έμφυτη σωματική κωμικότητα, κάτι που η ταινία, όσο εξελίσσεται, αποδέχεται όλο και περισσότερο ως κεντρικό της στοιχείο. Με αυτά τα χαρακτηριστικά, η ταινία κερδίζει με ευκολία το να είναι προσιτή και να αποδίδει στον θεατή την αίσθηση ότι αυτό που βλέπει το βιώνει, παρά ότι στέκεται αμέτοχος απέναντί του.
Ναι, το Resident Evil είναι μια διαφορετική προσέγγιση και θέλει να μοιάζει με αυτόνομη ιστορία του franchise, χωρίς όμως να ξεχνά και τους gamers που μεγάλωσαν με το παιχνίδι και θέλουν να τους φαίνεται οικείο. Γι’ αυτό και η ταινία έχει πολλές αναφορές στην εμπειρία του παίκτη μέσα σε αυτά τα χρόνια, κάποιες αρκετά έξυπνες, άλλες όχι και τόσο. Κάποιες τις κατανοούν μόνο όσοι ξέρουν αρκετά καλά την ιστορία του παιχνιδιού και άλλες γίνονται εμφανείς σε όλους. Ενδεικτικότερο όλων, το σχόλιο που κάνει ο σκηνοθέτης για τη χρήση των κλειδαριών.
Η ταινία Resident Evil ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρέπει να πάρει στα σοβαρά τον εαυτό της. Ακουμπά περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς στην κωμωδία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει στιγμές που ανατριχιάζεις. Αποδέχεται και απενοχοποιεί το body horror και την υπερβολή που κρύβεται μέσα στα μεταλλαγμένα τέρατα, κάτι που είναι απολύτως λογικό στον χώρο των videogames. Σίγουρα, δεν είναι τέλεια, μιας και παραπατά σε αρκετά σημεία και ξεφεύγει τελείως στο τελευταίο κομμάτι. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να ακυρώσει όσα προηγήθηκαν και να σε εμποδίσει να πεις ότι αυτή η ταινία μπορεί να μην είναι η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη, αλλά σίγουρα είναι η καλύτερη Resident Evil ταινία μέχρι στιγμής.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
