Τακούνια στον βάλτο | Κριτική Παράστασης

Τακούνια στον Βάλτο

Στα Τακούνια στον βάλτο του Άκη Δήμου, μια κρεβατοκάμαρα γίνεται το κέντρο ενός πολύχρωμου και συχνά απολαυστικά παράλογου κόσμου. Ο κατεξοχήν ιδιωτικός χώρος μετατρέπεται σε τόπο συναντήσεων και αποκαλύψεων. Οι πόρτες ανοίγουν και κλείνουν και κάθε νέα είσοδος μπορεί να φέρει στην επιφάνεια κάτι που θα έπρεπε να έχει παραμείνει κρυφό.

Η παράσταση επιλέγει εξαρχής μια έντονα θεατρική αισθητική. Τα ζωηρά χρώματα του σκηνικού και των κοστουμιών συναντούν τους γκροτέσκους χαρακτήρες, τις διογκωμένες αντιδράσεις και τις εμμονές τους. Τίποτα δεν είναι διακριτικό σε αυτή την κρεβατοκάμαρα. Και αυτό μοιάζει απολύτως ταιριαστό με τους ανθρώπους που την κατοικούν και εισβάλλουν σε αυτή.

Οι ισορροπίες αλλάζουν συνεχώς. Οι συνομιλίες διακόπτονται και τα μυστικά περνούν από τον έναν στον άλλον, μέχρι που γίνεται όλο και δυσκολότερο να διατηρηθούν οι προσποιήσεις. Το κωμικό στοιχείο προκύπτει κυρίως από αυτές τις εναλλαγές και από τη διαφορά ανάμεσα σε όσα γνωρίζουν οι χαρακτήρες και σε όσα προσπαθούν να δείξουν ότι γνωρίζουν. Οι ερμηνείες ακολουθούν την ίδια λογική. Με ατακαδόρικο ύφος, γρήγορες λεκτικές ανταλλαγές και μια εξωστρέφεια που ταιριάζει στη γκροτέσκα φύση των προσώπων.

Μέσα σε όλα αυτά, όμως, τα τακούνια είναι κάτι περισσότερο από ένα επαναλαμβανόμενο αντικείμενο. Αποκτούν τη διάσταση του φετίχ. Μιας εμμονής που προσφέρει στιγμιαία απόλαυση και ταυτόχρονα έναν τρόπο διαφυγής. Όσο η πραγματικότητα γύρω από τους χαρακτήρες γίνεται πιο περίπλοκη, τόσο η προσκόλληση στα παπούτσια μοιάζει να προσφέρει έναν μικρό, ασφαλή κόσμο. Κάτι όμορφο που μπορείς να επιλέξεις, να αποκτήσεις, να φορέσεις και, κυρίως, να ελέγξεις.

Σε αυτό το επίπεδο, τα τακούνια λειτουργούν σχεδόν σαν αντίβαρο στον «βάλτο»

Από τη μία βρίσκεται μια πραγματικότητα γεμάτη σχέσεις, συμφέροντα, μυστικά και πράγματα που δεν μπορούν εύκολα να ελεγχθούν. Από την άλλη, ένα ζευγάρι παπούτσια μπορεί να γίνει μια μικρή προσωπική φαντασίωση. Ένας τρόπος να μετατοπιστεί το βλέμμα από όσα πιέζουν προς κάτι λαμπερό και επιθυμητό. Δεν προσφέρει πραγματική έξοδο από τον βάλτο. Προσφέρει όμως για λίγο την αίσθηση ότι υπάρχει κάπου αλλού να κοιτάξεις.

Γι’ αυτό και τα έντονα χρώματα αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν ιδωθούν μαζί με αυτή την εμμονή. Η επιφάνεια είναι φωτεινή, παιχνιδιάρικη, σχεδόν επίμονα χαρούμενη, ενώ από κάτω συσσωρεύονται όσα οι χαρακτήρες θα προτιμούσαν να μη συζητήσουν. Η κρεβατοκάμαρα γίνεται έτσι ένας χώρος όπου το ιδιωτικό εκτίθεται, οι βεβαιότητες δοκιμάζονται και το όμορφο συνυπάρχει με το άβολο.

Τα «Τακούνια στον βάλτο» βρίσκουν τις καλύτερες στιγμές τους σε αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην απόδραση από αυτήν. Η παράσταση δεν επιμένει να δώσει μεγαλύτερο βάρος σε όλα όσα υπαινίσσεται· προτιμά το χρώμα, την ατάκα, τις εναλλαγές και το παιχνίδι των αποκαλύψεων. Το αποτέλεσμα είναι μια ευχάριστη θεατρική εμπειρία, χωρίς να επιδιώκει απαραίτητα να γίνει κάτι περισσότερο. Και ίσως η πιο ενδιαφέρουσα εικόνα που αφήνει πίσω της να βρίσκεται ήδη στον τίτλο της: η πραγματικότητα μπορεί να παραμένει ένας βάλτος, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς, έστω για λίγο, να τον διασχίσεις φορώντας τα αγαπημένα σου τακούνια.