One Battle After Another | Κριτική Ταινίας
Ανήκει στην γενιά των σκηνοθετών που γαλουχήθηκαν μέσα σε ένα βίντεο κλαμπ (ο πατέρας ήταν ιδιοκτήτης ενός τέτοιου καταστήματος) και έμαθαν να να γυρίζουν ταινίες και να τις μοντάρουν μέσα από την τεχνολογία της εποχής του ’80. Ο Paul Thomas Andreson έχει προταθεί έντεκα φορές για Oscar και δεν το έχει κερδίσει ποτέ. Φαίνεται ότι φέτος αυτό θα αλλάξει, αφού η νέα του ταινία One Battle After Another (⭐⭐⭐⭐⭐) είναι όχι μόνο η καλύτερη της χρονιάς αλλά ήδη συγκαταλέγεται στις καλύτερες αμερικάνικες ταινίες που έχουν βγει στη πρόσφατη ιστορία.
Ο Bob Ferguson (Leonardo DiCaprio) είναι πρώην επαναστάτης που κάποτε συμμετείχε ενεργά σε μια ριζοσπαστική οργάνωση, με έναν αντίπαλο, τον Col. Steven J. Lockjaw (Sean Penn), που δεν τον έχει ξεχάσει. Όταν η κόρη του Bob, η Willa (Chase Infiniti), απάγεται μετά από πολλά χρόνια καταδιώξεων και συγκρούσεων, ο Bob αναγκάζεται να ξεθάψει το παρελθόν του, να ξανασυναντήσει παλιούς συμμάχους και να αναμετρηθεί με τις συνέπειες των ιδανικών του.
Αυτή είναι μια συνοπτική και αρκετά λιτή περιγραφή της πλοκής μιας ταινίας που διαρκεί τρεις ώρες παρά είκοσι λεπτά και δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάει η ώρα. Η ταινία One Battle After Another είναι ένα νέο-αμερικάνικο έπος που περιγράφει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ποια είναι η ψυχή της Αμερικής σήμερα, τι βαθιά προβλήματα αντιμετωπίζει ως χώρα αλλά και οι πολίτες της. Η ταινία δείχνει ένα αδιάκοπο κύκλο συγκρούσεων, τόσο σωματικών όσο και ψυχολογικών, και χρησιμοποιεί την επαναληπτικότητα της μάχης για να σχολιάσει τη φθορά της ανθρώπινης θέλησης και την αβεβαιότητα της νίκης. Με ταινία βαθιά αλληγορική για τους μυημένους που καταφέρνουν να κάνουν τις συνδέσεις και να πάνε ένα βήμα παρακάτω την σκέψη τους αλλά και ουσιαστικά ψυχαγωγική για όλους, μιας και η δεμένη αφήγηση της και η έντονες σεκάνς των συγκρούσεων προσφέρουν ένα θέαμα που μόνο μεγάλοι σκηνοθέτες μπορούν να παραδώσουν.

Ο Paul Thomas Anderson είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης. Κάθε του ταινία είναι γεγονός και γίνεται αυτόματα σημείο αναφοράς. Από το There Will Be Blood του ’07, στο Phantom Thread του ’17 και από εκεί στο Licorice Pizza του ’21 που ήταν και η τελευταία του μέχρι σήμερα, ξέρει τι θέλει να πει, πως θέλει να το πει και με ποιον τρόπο. Η νέα του ταινία, ίσως είναι το σημαντικότερο δημιούργημα του μέχρι σήμερα. Αντανακλά της κοινωνικές ανησυχίες της εποχής μας: πόλωση, εξουσία, αντίσταση, γενεές που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του παρελθόντος. Όλα αυτά χωρίς να χάνει την θεατρική αίσθηση στο πως τραβάει τις σκηνές, την ένταση που διανθίζει με το μουσικό χαλί που κάνει το θεατή να στέκεται στην άκρη του καθίσματος του.
Όσο καλός είναι ο Anderson πίσω από τις κάμερες, τόσο αποκαλυπτικές είναι και οι ερμηνείες μπροστά από αυτές. Δυο είναι τα ονόματα που σίγουρα θα μας απασχολήσουν σε όλη την διαδρομή μέχρι τα βραβεία της Ακαδημίας: Leonardo Di Caprio και Sean Penn. Δυο ηθοποιοί διαφορετικών γενιών που έχουν εδραιώσει στη βιομηχανία του θεάματος την αξία τους αλλά για ακόμα μια φορά καταφέρνουν να πάνε ένα βήμα παραπέρα. O Sean Penn, διαχειρίζεται μοναδικά έναν ακραίο χαρακτήρα με τέτοια λεπτομέρεια που δυσκολεύεσαι να σκεφτείς την τελευταία φορά που ήταν τόσο πραγματικά καλός. Ενώ ο Di Caprio, που για κάποιους έχει φτάσει σε ένα status που έχει αρχίσει και τους κουράζει, είναι αποστομωτικός και δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς σε έναν ηθοποιό που για πάνω από τρεις δεκαετίες δεν έχει κάνει ούτε ένα λάθος. Είναι πραγματικά αδιανόητο το κωμικό timing που έχει σε σκηνές που από μόνες τους είναι εξωφρενικές αλλά εκείνος καταφέρνει να προσέχεις μόνο αυτόν. Φυσικά και το υπόλοιπο cast δεν υστερεί σε τίποτα.
Το One Battle After Another που απέφυγε να παρουσιαστεί σε κάποιο φεστιβάλ, παρόλο τους αναγνωρισμένους συντελεστές τους, έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία για το πόσο καλή ταινία είναι και εμβόλιμα πια μπαίνει στη συζήτηση για την κούρσα των βραβείων που ανοίγει μπροστά μας. Αλλά όντως αξίζει κάθε λέξη που έχει γραφτεί για αυτή την ταινία. Πρόκειται για την πρώτη, πραγματικά, μεγάλη ταινία της χρονιάς.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
