Κορίνα Βασειλιάδου | Συνέντευξη
Με αφορμή την παράσταση “We Are All Things”, που παρουσιάζεται στο Θέατρο Αμαλία, συνομιλήσαμε με τη σκηνοθέτιδα Κορίνα Βασειλιάδου, για τον μύθο του Τειρεσία, την ταυτότητα, τη μετάβαση και την ποιητική δύναμη του λόγου του Kae Tempest.
Στο “We Are All Things”, ο μύθος του Τειρεσία γίνεται όχημα για να μιλήσετε για την ταυτότητα και τη μετάβαση. Ποιο ήταν το προσωπικό σας σημείο εκκίνησης για να αφηγηθείτε αυτή την ιστορία;
Είναι σύνθετες οι διαδρομές που οδηγούν κάθε φορά στην επιλογή ενός έργου. Έτσι, δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν ήταν η δύναμη της ποίησης και η βαθιά θεατρικότητα του κειμένου του Kae Tempest ή η ματιά του πάνω στον μύθο του Τειρεσία, η οποία δημιουργεί μια νέα πρόταση για να ανακαλύψουμε εκ νέου το μυθολογικό υπόστρωμα και να ξανασκεφτούμε έννοιες όπως η ταυτότητα και η μετάβαση, που με οδήγησαν σε αυτή την επιλογή. Σίγουρα το πως εγγράφεται το φύλο μέσα σε αυτές τις διαρκείς μεταβάσεις του Τειρεσία – με την έννοια του κοινωνικού φύλου και τους ρόλους που η κάθεμια και ο καθένας μας καλείται να παίξει– είναι κάτι που με ενδιαφέρει πολύ.
Αν η σκηνοθεσία ήταν ένα σώμα, ποιο μέρος του θα ήταν η δραματουργία, ποιο η σκηνογραφία και ποιο η κίνηση; Πώς “συνομιλούν” μεταξύ τους στη δική σας δουλειά;
Ένας από τους στίχους του έργου που αγαπώ πολύ, λέει: “Τί είναι το σώμα σε καιρούς σαν κι αυτούς; Ή το μαντεύεις ή το ξέρεις”
Έτσι κι εγώ, “σε καιρούς σαν αυτούς” σκέφτομαι την έννοια του σώματος ως μια καθ’ ολοκληρία υπόσταση. Κάθε απόπειρα να ξεχωρίσω ένα μέρος με βάζει σε δρόμους φετιχοποίησης, που προτιμώ να μην ακολουθώ. Με τον ίδιο τρόπο και τα επί μέρους παραστασιακά στοιχεία λειτουργούν σε μια ενότητα – δεν θα μπορούσα να κάνω μια καθαρή αντιστοιχία. Η σκηνοθεσία, η δραματουργία, η σκηνογραφία, η κίνηση και οι φωτισμοί συνομιλούν υπόρρητα και δημιουργούν από κοινού τον κόσμο της παράστασης, φτιάχνοντας κάτι περισσότερο από το σύνολο των μελών του.
Η ποίηση του Kae Tempest είναι γεμάτη ρυθμό, ένταση και εσωτερικότητα. Πώς μεταφράζεται αυτό στη σκηνική γλώσσα; Υπάρχει κάποιο σημείο του έργου που σας συγκινεί κάθε φορά που το βλέπετε να ζωντανεύει;
Αυτό ήταν το μεγάλο ερώτημα από την αρχή των προβών: πως θα γίνει η μεταφορά στη σκηνή αυτού του έργου που είναι ένα εκτενές, ομοικατάληκτο και έμμετρο ποίημα και έχει από γραφής φοβερή δύναμη και ομορφιά. Εμένα η σκέψη μου πήγε κατευθείαν στο είδος της ραψωδίας, σε αυτά τα έπη που ως μόνο εργαλείο για να κρατήσουν την προσοχή του ακροατή είχαν το λόγο και τη μουσικότητά του. Και αυτό έγινε και η βάση της παράστασής μας: το κείμενο και ο ήχος. Και από αυτά με τρόπο κάπως μαγικό ξεπήδησαν και τα υπόλοιπα.
Επί σκηνής υπάρχουν δύο περφόρμερ, που εναλάσσονται σε ρόλους αφηγητών και του ίδιου του Τειρεσία. Καθώς ο Τειρεσίας περνάει από το ένα στο άλλο φύλο και από την μια στην άλλη κατάσταση, η δυναμική σχέση ανάμεσα στους δύο περφόρμερ, στα δύο φύλα, στο παρελθόν και στο μέλλον, στο ανθρώπινο και στο ένθεο, στο ένα και το άλλο σώμα ανασυντάσσεται διαρκώς. Με συγκινούν πολύ οι σκηνές όπου αυτά τα δύο σώματα βρίσκουν τελικά το ένα το άλλο.
Αν μπορούσατε να συνομιλήσετε με τον Τειρεσία, τι θα τον ρωτούσατε για τον κόσμο σήμερα.
Θα ήθελα να μας πει έναν αποτελεσματικό τρόπο να σταματήσει η γενοκτονία στη Γάζα.
