Το Σποτ | Κριτική Παράστασης
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στο θέατρο Γκλόρια, οι θεατές καλούνται να δουν τα γυρίσματα ενός σποτ για την διαφήμιση της Ελλάδας. Ένα σποτ που σκηνοθετεί ο πρόσφατα βραβευμένος με Oscar σκηνοθέτης, Ιωνάθαν Τσέτρης. Όμως τι μπορεί να πάει στραβά σε ένα γύρισμα με επικεφαλή έναν καταξιωμένο, στο εξωτερικό, σκηνοθέτη; Όλα θα απαντηθούν στην παράσταση που έχει τον τίτλο ΤΟ ΣΠΟΤ και την υπογραφή του Ζήση Ρούμπου.
Τρεις ηθοποιοί, ένας καταξιωμένος πειραματικός σκηνοθέτης, ο υπέρ-αγχωτικός βοηθός του και ο υπεύθυνος του θεάτρου, θα προσπαθήσουν να γυρίσουν ένα διαφημιστικό σποτ για την Ελλάδα. Αυτή είναι σε μια πρόταση, η ιδέα του Ζήση Ρούμπου που έγινε παράσταση και φέρει την υπογραφή της Σοφίας Πάσχου στην σκηνοθεσία. Όμως μια από τις βασικά χαρακτηριστικά της παράστασης είναι ότι δεν είναι μόνο αυτοί οι συντελεστές της αλλά και το ίδιο το κοινό. Ναι, στην παράσταση Το Σποτ όπου οι θεατές βρίσκονται στο χώρο γυρίσματος ενός σποτ, οι θεατές καλούνται να πάρουν και αυτοί μέρος σε αυτή, μιας και ο σκηνοθέτης σκέφτεται αντί συμβατικά και θέλει να τα κάνει όλα αλλιώς. Αντί κομπάρσων θέλει στη θέση του το κοινό, αντί φυσικών τοπιών και μνημείων θέλει τη σκηνή ενός θέατρου και αντί σκηνικών και κοστουμιών θέλει ότι σκεφτεί ο καθένας εκείνη την στιγμή. Πόσο στραβά μπορεί να πάει όλο αυτό;
Ίσως πολύ αλλά ίσως και όχι.
Αυτό που αναγνωρίζει κανείς με την πρώτη ματιά σε αυτή την παράσταση είναι ότι στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό και στην καλή επικοινωνία του κοινού με τους ηθοποιούς. Με τον Ζήση Ρούμπο επί σκηνής και τον Δημήτρη Μακάλια, ως δικλείδες ασφαλείας, κάποιος μπορεί να πει ότι η επικοινωνία με το κοινό και ο αυτοσχεδιασμός είναι εγγυημένες στην παράσταση. Άλλωστε έχουν αποδείξει πολλάκις και οι δυο ότι μπορούν να ”γεννήσουν” όποια ιδέα στη στιγμή και να ”σώσουν” όποια κατάσταση και αν παρουσιαστεί. Τόσο από το θρυλικό ΚΑΨΕ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ όσο και σε μεμονωμένες stand up παραστάσεις του καθενός. Ίσως και οι παρουσίας τους να είναι ο βασικός λόγος που κάποιος/α/ο θα βρεθεί ως θεατής στην παράσταση. Ειδικότερα, ο Ζήσης Ρούμπος, όπως φαίνεται ξεκάθαρα σε αυτή την παράσταση, έχει τον απόλυτο έλεγχο της κατάστασης και μπορεί να καθοδηγήσει το κοινό με έναν του μορφασμό. Ακόμα και όταν κάνει τα απολύτως απαραίτητα στη παράσταση, καταφέρνει να έχει το κοινό αγκιστρωμένο σε αυτόν, δείγματα ενός μεγάλου κωμικού που ίσως δεν μας έχει δείξει ακόμα το απόλυτο των δυνατοτήτων του.

Η παράσταση κυρίως χαρακτηρίζεται από τα εμπνευσμένα gag, κωμικές καταστάσεις, που είναι το σήμα κατατεθέν του Ρούμπου και που παρακινούν το κοινό τόσο στο να συμμετάσχει όσο και να γελά δυνατά και πολύ. Όμως, η παράσταση φαίνεται να χάνει τον βηματισμό της όταν προσπαθεί να γίνει πιο δραματική, να ακουμπήσει σε ένα κοινωνικό πρόσημο που δίνεται με την ευκολία ενός πρώτου επιπέδου και όχι σε μια εμβάθυνση τόσο στον χαρακτήρα όσο και στην κατάσταση. Αναμασούν διάφορα κοινωνικά/πολιτικά τσιτάτα που ναι μεν είναι γνωστά στο κοινό και δεν πρόκειται να τους προκαλέσει αλλά παράλληλα δεν μπορούν να συμπαρασύρουν το κοινό να ταυτιστούν περαιτέρω. Κάπως έτσι είναι και η ανατροπή στο τέλος. Περισσότερο μια ευκολία για να ολοκληρωθεί η ιδέα παρά η κορύφωση μιας διαδρομής που ήθελε να πει κάτι παραπάνω. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κοινό με ευκολία μπορεί να ταυτίσει πρόσωπα και καταστάσεις με ότι βλέπει επί σκηνής και να κάνει τις όποιες αναγωγές.
Πάνω σε αυτό και παρόλο που την σκηνοθεσία υπογράφει η Σοφία Πάσχου, φαίνεται ότι η γραφή του Ρούμπου έχει μεγαλύτερη δυναμική και η σκηνοθεσία περισσότερο ακολουθεί το πρόσταγμα του παρά είναι απελευθερωμένη να δημιουργήσει κάτι παράλληλο με τις ιδέες του. Σαν και η σύλληψη της παράστασης έγινε με τέτοιο τρόπο για να γίνουν οι σκηνές με το κοινό και να βγάλουν γέλιο και απλά έπρεπε όλο αυτό να μπει σε μια δραματουργική σειρά που έρχεται σε δεύτερη μοίρα.
Εκτός του Ζήση Ρούμπου και ο υπόλοιπος θίασος είναι ο κατάλληλος για την διεκπεραίωση όσων τους ζητήθηκαν αλλά με μια διαφορά. Ο Χάρης Χιώτης καταφέρνει και κάνει το τίποτα κάτι, ένας μορφασμός γίνεται ολόκληρος κωμικός μονόλογος και η παρουσία του αποτελεί μια ασφάλεια και ένα ακούμπισμα στο ώμο από την μεριά του κοινού. Ένας κωμικός που χωρίς να το προσπαθεί πολύ, βγάζει γνήσιο και αυθόρμητο γέλιο.
Η παράσταση Το Σποτ είναι μια επιλογή για να περάσεις καλά και το ξέρει. Δεν προδίδει τις απαιτήσεις αλλά τις επιβεβαιώνει και το κοινό φεύγει ανακουφισμένο ότι δεν τους κοροϊδέψαν παρά πέρασαν καλά το χρόνο τους ως σύνολο μιας παρέας που δημιούργησε κάτι. Γιατί ναι στο τέλος, ο κάθε θεατής θα πάρει στα χέρια του το σποτ στο οποίο έγινε μέρος του.
Για εισιτήρια εδώ.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
