Το Τρίτο Στεφάνι | Κριτική Παράστασης
Γράφτηκε τέλη της δεκαετίας του ’50 με αρχές της δεκαετίας του ’60. Η πρώτη του έκδοση έγινε 1962, με έξοδα του ίδιου του συγγραφέα, μιας και το είχαν απορρίψει τρεις εκδοτικοί οίκοι. Δεν έκανε επιτυχία και χρειάστηκε να έρθει η Χούντα, να γίνει γνωστό μέσω των πολιτικών κρατουμένων και να επανεκδοθεί, το 1970, από τις εκδόσεις Ερμής. Ακολούθησε η διασκευή στο ραδιόφωνο, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά η τηλεοπτική μεταφορά και το 2009, η πρώτη θεατρική υπό τις οδηγίες του Σταμάτη Φασουλή. Σήμερα, η παράσταση Το Τρίτο Στεφάνι, ανεβαίνει ξανά στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν – Σκηνή Φρυνίχου.
Αυτό το έργο του Κώστα Ταχτσή, το οποίο έχει γραφτεί με μορφή αυτομυθοπλασίας, εξιστορεί μέσω της γνωριμίας δυο γυναικών την ιστορία των οικογενειών τους που διαπερνά ιστορικές και κοινωνικές μνήμες μέσα από το Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς Πολέμους, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Βιωματικά στοιχεία που πλέκονται με φαντασία, δημιουργώντας ένα δυνατό, αμφιλεγόμενο αλλά βαθιά ελληνικό λογοτεχνικό κείμενο. Ένα κείμενο μαρτυρία ενός ολόκληρου συλλογικού ασυνειδήτου που πλέον κυλά μέσα σε όλους μας και μοιάζει εκκωφαντικά οικείο ακόμα και αν το γεγονότα είναι σχεδόν ή και έναν αιώνα μακριά μας. Μέσα στο έργο Το Τρίτο Στεφάνι, όλοι αντικρίζουμε ένα καθρέφτη που αντανακλά μέχρι και σήμερα την όψη μας που μοιάζει να μην έχει αλλάξει ριζικά αλλά και υπενθυμίζει ποια σκυτάλη κουβαλάμε ακόμα και σήμερα από τους προηγούμενους.
Μέσα στην τελευταία εικοσαετία, το έργο, έχει παρουσιαστεί πάνω από τρεις φορές. Σίγουρα αυτές που θυμάται το κοινό έντονα ήταν αυτές στο θέατρο REX, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή αλλά και εκείνη στο θέατρο Παλλάς λίγο μετά την πρώτη καραντίνα, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη. Σήμερα, ο Στάθης Λιβαθινός και η ομάδα του παρουσιάζουν την δική τους προσέγγιση σε αυτόν τον ελληνικό μύθο στη σκηνή της Φρυνίχου. Μέσα σε δυο ώρες και είκοσι λεπτά, η σκηνοθεσία του Λιβαθινού μέσω της διασκευής του Στρατή Πασχαλή, αφαίρει κάθε περιττή πληροφορία, εστιάζει στα πρόσωπα και σε αυτά που λέγονται ή δεν λέγονται αλλά εκφράζονται μέσω συναισθημάτων. Μοιάζει λες και φέρνει στη ζωή παλιές φωτογραφίες, δίνοντας μας την δυνατότητα να δούμε το τι έγινε, πριν ακουστεί το κλικ. Αυτά τα ”φαντάσματα” ενός συλλογικού παρελθόντος κινούνται και κυκλώνουν το κοινό, διατηρώντας την αίσθηση της ηχούς στο πέρασμα των δεκαετιών.
Ο θίασος μεγάλος όπως ορίζει και το κείμενο άλλωστε αλλά σαφώς οι ρόλοι της Νίνας και της Εκάβης, συγκεντρώνουν την μεγαλύτερη προσοχή. Δυστυχώς σε αυτή την παράσταση, αν και πάντα ο ρόλος της Εκάβης φαίνεται να μονοπωλεί το ενδιαφέρον, η ισορροπία ανάμεσα τους έχει διαρραγεί. Όχι από μέρος των ηθοποιών αλλά στο πως είναι η διασκευή και πως παρουσιάζεται σε αυτή την μορφή. Η Βιργινία Ταμπαροπούλου, κάνει ότι μπορεί περισσότερο με αυτό που της έχει δοθεί αλλά είναι από την αρχή πιο ”πετσοκομμένο” από όσο θα έπρεπε. Έτσι, αφήνει περισσότερο χώρο για να τον καλύψει η ήδη χειμαρρώδης παρουσία ενός ρόλου όπως αυτός της Εκάβης, από την Μαρία Σαββίδου. Η Σαββίδου, μοιάζει να μπαίνει δειλά στο ρόλο αλλά συνεχώς φορτσάρει σε ένα κρεσέντο ερμηνείας που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει αυτών που προηγήθηκαν στο παρελθόν. Αν η Εκάβη της Μεντή ήταν πιο επική και αυτή της Καβογιάννης πιο συναισθηματική, η Σαββίδου παρουσιάζει την πιο ανθρώπινη, άμεση Εκάβη που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.

Η παράσταση Το Τρίτο Στεφάνι του Λιβαθινού, δεν είναι μια αλάνθαστη αποτύπωση της ιστορίας του Ταχτσή. Κάποιες ιδέες ευδοκιμούν, άλλες μοιάζουν ξένο σώμα και πολλές τις κατανοείς ενώ σου έχουν γίνει βίωμα. Όπως άλλωστε και το ίδιο το έργο. Ένα έργο αντανάκλαση του Έλληνα, για το ποια είναι η ψυχή του, τι τον έφερε ως εδώ και τι κουβαλάει ακόμα επάνω του ως βάρος αλλά και ως προστασία. Συμπεριφορές, ενοχές, επιθυμίες και καημοί που οδηγούν την ζωή χωρίς να ξέρουμε αν τις δημιουργήσαμε εμείς ή είμαστε μαθημένοι να μην τις αποτινάξουμε ποτέ. Γι’ αυτό και θα γυρνάμε ξανά και ξανά, στα οικεία πρόσωπα της Νίνας, της Εκάβης, της Πολυξένης, του Αχιλλέα και τόσων άλλων. Για την παρηγοριά, την θύμηση και την σύνδεση με ένα βαθύτερο εγώ.
Για εισιτήρια εδώ.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
