Obsession | Movie Review

Ο Μάιος αποδείχθηκε ένας εξαιρετικός μήνας για το θρίλερ, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στην τηλεόραση. Το Widow’s Bay χαρακτηρίζεται ήδη ως μία από τις καλύτερες σειρές της χρονιάς, ενώ στις αίθουσες ζήσαμε κάτι που το Hollywood έχει ξεχάσει να βλέπει συχνά: δύο ταινίες έφεραν τα πάνω κάτω χωρίς να κουβαλούν πίσω τους κάποιο franchise δεκαετιών ή μια στρατιά από marketeers. Η μία ήταν το Backrooms και η άλλη κυκλοφορεί σήμερα στις ελληνικές αίθουσες με τον τίτλο OBSESSION (⭐⭐⭐⭐).

Επειδή η ταινία λειτουργεί καλύτερα όσο λιγότερα γνωρίζει κανείς γι’ αυτήν, θα περιοριστώ στα απολύτως απαραίτητα. Στα πρώτα λεπτά, ένας νεαρός κάνει πρόβα μαζί με τον κολλητό του και μια υπάλληλο καταστήματος την ερωτική εξομολόγηση που θέλει να κάνει σε μια κοπέλα της παρέας τους. Η πρόβα δεν πηγαίνει ιδιαίτερα καλά, όμως εκείνος είναι αποφασισμένος να κάνει το βήμα. Ο φίλος του προσπαθεί να τον μεταπείσει, προτρέποντάς τον να το αφήσει για άλλη στιγμή και να μη χαλάσει τη βραδιά των παιχνιδιών γνώσεων που έχουν κανονίσει όλοι μαζί.

ΕΜΜΟΝΗ // Obsession – Pallas 5 Cinemas center

Αυτό που αρχικά μοιάζει με ένα ρομάντζο, όπως σχολιάζει και η ίδια η ταινία, ίσως να είναι μια ιστορία αγάπης. Μόνο που η αγάπη έχει πολλές εκδοχές. Και κάποιες από αυτές δεν είναι καθόλου όμορφες.

Μία από αυτές τις εκδοχές φαίνεται πως απασχόλησε τον Curry Barker. Ο 26χρονος δημιουργός πραγματοποιεί το κινηματογραφικό του ντεμπούτο τον ίδιο μήνα με τον κατά έξι χρόνια νεότερό του Kane Parsons του Backrooms. Δεν είναι όμως μόνο αυτό που τους συνδέει. Και οι δύο μεταπηδούν από τον κόσμο του YouTube στη μεγάλη οθόνη, εκπροσωπώντας μια γενιά δημιουργών που έμαθε διαφορετικά την εικόνα, μεγάλωσε με άλλους κώδικες και τώρα διεκδικεί τη θέση της στο mainstream θέαμα. Το πιο ενδιαφέρον; Δεν έρχονται απλώς για να συμμετάσχουν. Έρχονται για να γράψουν ιστορία.

Και στην περίπτωση του Barker, οι αριθμοί μοιάζουν σχεδόν παράλογοι.

Πριν από τρία χρόνια δημιούργησε μια μικρού μήκους ταινία στο YouTube που ξεπέρασε τα 10 εκατομμύρια προβολές. Όταν του προτάθηκε να την επεκτείνει σε μεγάλου μήκους παραγωγή, εκείνος απάντησε με μια διαφορετική ιδέα: το Obsession. Το σχέδιο δεν προχώρησε και το 2024, με μόλις 800 δολάρια, γύρισε το Milk & Serial. Έπειτα από έναν χρόνο αναζήτησης διανομής, αποφάσισε να το ανεβάσει δωρεάν στο YouTube. Η ταινία έγινε viral, ο Barker απέκτησε εκπροσώπηση από μεγάλο πρακτορείο και τα υπόλοιπα είναι η αγαπημένη ιστορία του Hollywood: αυτή που συνήθως αφηγείται στους άλλους αλλά σπανίως συμβαίνει στην πραγματικότητα.

Με προϋπολογισμό μόλις 750.000 δολάρια, το Obsession έχει ξεπεράσει τα 270 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box office, καταγράφοντας μία από τις πιο εντυπωσιακές εμπορικές πορείες που έχουμε δει εδώ και δεκαετίες. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι, πέντε εβδομάδες μετά την πρεμιέρα του, συνεχίζει να κόβει περισσότερα εισιτήρια από όσα έκοψε την πρώτη εβδομάδα προβολής του. Αν αυτό δεν είναι εμμονή, τότε ίσως ο τίτλος της ταινίας να χρειάζεται αναθεώρηση.

Όμως τι είναι τελικά το Obsession και γιατί το κοινό φαίνεται να επιβεβαιώνει καθημερινά τον τίτλο του;

Πρόκειται για ένα θρίλερ που ισορροπεί εντυπωσιακά ανάμεσα σε διαφορετικούς τόνους. Ακροβατεί με άνεση ανάμεσα στην κωμωδία και τον τρόμο, δεν φοβάται να λερώσει τα χέρια του με splatter και gore στοιχεία όταν χρειάζεται, αλλά γνωρίζει ακριβώς πότε να σταματήσει. Κυρίως όμως καταλαβαίνει ότι ο πραγματικός τρόμος δεν βρίσκεται στο σοκ, αλλά στην αναμονή του.

Υπάρχει μια ολόκληρη σεκάνς στο σπίτι του ζευγαριού όπου ο Barker αποδεικνύει πόσο απόλυτα ελέγχει το κάδρο, τον ρυθμό και την πληροφορία που δίνει στον θεατή. Ναι, αναφέρομαι στη σκηνή όπου η Nikki στέκεται ακίνητη στη σκοτεινή γωνία του δωματίου. Είναι από εκείνες τις στιγμές που ξέρεις ακριβώς τι έρχεται και παρ’ όλα αυτά νιώθεις τις τρίχες στον σβέρκο σου να σηκώνονται.

Prime Video: Obsession (2026)

Αν το μεγάλο ατού της ταινίας είναι το ταλέντο του Barker ως σκηνοθέτη και σεναριογράφου, η μεγάλη αποκάλυψη είναι η Inde Navarrette.

Η 25χρονη ηθοποιός δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στην οθόνη. Από το 2018 μέχρι σήμερα έχει περάσει από μικρού μήκους ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και κινηματογραφικές παραγωγές, ενώ μέχρι πρόσφατα διατηρούσε και παρουσία στο Twitch, όπου συγκέντρωνε δεκάδες χιλιάδες ακολούθους. Όλα αυτά όμως μοιάζουν πλέον με υποσημείωση.

Η ερμηνεία της στο Obsession είναι εκείνη που την εκτοξεύει. Η Navarrette κάνει σχεδόν τα πάντα μέσα στην ταινία χωρίς να πατά ποτέ στο εύκολο ή στο γελοίο. Διαχειρίζεται με αξιοθαύμαστη ακρίβεια μια τεράστια γκάμα συναισθημάτων και τελικά καταφέρνει κάτι σπάνιο: να κουβαλά στους ώμους της ολόκληρη την ταινία και να μην μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Δεν είναι τυχαίο ότι η Focus έχει ήδη ξεκινήσει οσκαρική καμπάνια για την υποψηφιότητά της στον Β’ Γυναικείο Ρόλο.

Ο δεύτερος κανόνας που έδωσε το Τζίνι στον Αλαντίν ήταν απλός: δεν μπορείς να αναγκάσεις κανέναν να σε ερωτευτεί.

Κάτι που ο Bear μάλλον αγνοεί.

Και κάπου εκεί ο Barker χτίζει ολόκληρη την ταινία του. Πάνω στην ιδέα του τι μπορεί να συμβεί όταν κάποιος επιχειρήσει να παρακάμψει αυτόν τον κανόνα.

Το Obsession, όπως και το Backrooms, μοιάζει να σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας γενιάς δημιουργών που κάνουν τον κινηματογράφο ξανά ενδιαφέρον για ανθρώπους που δεν μεγάλωσαν με τη μυθολογία της μεγάλης οθόνης. Υπενθυμίζουν κάτι που τα στούντιο μοιάζουν να ξεχνούν συστηματικά: το κοινό δεν έχει κουραστεί από τον κινηματογράφο. Έχει κουραστεί από τα ατελείωτα sequels, τα ανακυκλωμένα IPs και τα νοσταλγικά remakes που ζεσταίνονται ξανά και ξανά μέχρι να εξατμιστεί κάθε ίχνος ζωής.

Ίσως να βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα φουρνιά δημιουργών που κάποτε θα μνημονεύεται όπως μνημονεύουμε σήμερα τη γενιά των ’70s. Αυτό μένει να αποδειχθεί.

Αυτό που ήδη φαίνεται, όμως, είναι ένα κύμα αντίδρασης απέναντι σε μια βιομηχανία που εδώ και χρόνια κοιτάζει κυρίως spreadsheets, προβλέψεις εσόδων και αλγορίθμους.

Και, όπως συμβαίνει συχνά στο σινεμά, η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία ίσως τελικά να βρίσκεται πίσω από την ίδια την ταινία.

Βασιλακόπουλος Χρήστος