Hamnet | Κριτική Ταινίας
Το ιστορικό μυθιστόρημα της Maggie O’Farrell κυκλοφόρησε το 2020. Πέντε χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 2025, μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη, με την πρώτη του προβολή να πραγματοποιείται στο Telluride Film Festival. Σταδιακά και με σταθερά βήματα, η φήμη της ταινίας άρχισε να μεγαλώνει, φτάνοντας σήμερα να θεωρείται ένα από τα ισχυρά φαβορί για τα Όσκαρ σε αρκετές κατηγορίες. Το Hamnet (⭐⭐⭐⭐) είναι από εκείνες τις ταινίες που, μόλις τη δεις, δύσκολα σε εγκαταλείπουν.
Τόσο το μυθιστόρημα όσο και η ταινία, με το σενάριο να συνυπογράφουν η Maggie O’Farrell και η Chloé Zhao, εστιάζουν στο πένθος που βιώνουν ο William Shakespeare και η σύζυγός του, Anne Hathaway, μετά τον θάνατο του 11χρονου γιου τους, Hamnet, από βουβωνική πανώλη, στην Αγγλία του 16ου αιώνα. Η γνωριμία του ζευγαριού, η γέννηση των παιδιών τους, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκαν την απώλεια του γιου τους, συντίθενται σε μια αφήγηση που συνδυάζει ιστορικά τεκμήρια με αστικούς μύθους γύρω από τον ίδιο τον Shakespeare και αποτελούν τον πυρήνα της πλοκής της ταινίας.
Η Chloé Zhao παρουσίασε την πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία μόλις το 2015. Πέντε χρόνια αργότερα κατέκτησε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, η πρώτη γυναίκα ασιατικής καταγωγής που το πετυχαίνει, για το Nomadland, μαζί και με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Μετά το Eternals της Marvel, επιστρέφει στο Hamnet για να μας υπενθυμίσει τον λόγο που η κινηματογραφική της ματιά ξεχώρισε εξαρχής.
Η Zhao δουλεύει με μια ακατέργαστη ωμότητα, έναν φυσικό ρεαλισμό που δεν επιδιώκει την αισθητική εξιδανίκευση, αλλά τη βιωματική εμπλοκή του θεατή από το πρώτο λεπτό. Η φύση, παρούσα σχεδόν διαρκώς στο κάδρο, δεν λειτουργεί ως ωραιοποιητικό φόντο· γίνεται οργανικό κομμάτι του χώρου και της ψυχικής κατάστασης των ηρώων, φορτισμένη με ζωή και υλικότητα. Η σκηνοθεσία της δεν αποφεύγει τις αιχμηρές γωνίες των συναισθημάτων· αντίθετα, τις παρακολουθεί με υπομονή, αφήνοντας τις εκρήξεις να έρθουν όταν πραγματικά έχουν λόγο ύπαρξης.

Στο Hamnet, το πένθος δεν αντιμετωπίζεται ως δραματουργικό τέχνασμα, αλλά ως μια μακρά, επώδυνη διαδρομή μέσα από το σκοτάδι, την απόγνωση και την υπαρξιακή αποσάθρωση. Μόνο στα τελευταία λεπτά η ταινία επιτρέπει μια αίσθηση ψυχικής ολοκλήρωσης, μια ανακούφιση που λειτουργεί σχεδόν καθαρτικά, όχι μόνο για τους χαρακτήρες, αλλά και για τον ίδιο τον θεατή.
Εδώ συναντάμε έναν καθοριστικό άξονα της εμπειρίας που προσφέρει το Hamnet. Όποιος έχει έρθει αντιμέτωπος με το πένθος, σε οποιαδήποτε μορφή του, δύσκολα θα παραμείνει απλός θεατής· η ταινία τον απορροφά, τον εγκλωβίζει συναισθηματικά. Σε σημεία, η θέασή της γίνεται σχεδόν δυσβάσταχτη, καθώς ορισμένες σκηνές λειτουργούν σαν καρφιά που καρφώνονται σε πληγές ακόμη ανοιχτές. Η ταύτιση είναι βαθιά και ολοκληρωτική, ιδίως όταν η απώλεια έχει οδηγήσει σε μια ψυχική κατηφόρα αντίστοιχη με εκείνη των κεντρικών χαρακτήρων.
Το Hamnet λειτουργεί σε ένα βαθύτερο, υπόγειο επίπεδο, αποδεικνύοντας ότι γνωρίζει ακριβώς το βάρος και το έδαφος πάνω στο οποίο πατά. Μέσα στο παράλογο της απώλειας, όλα μοιάζουν οδυνηρά λογικά, ενώ ο επίλογός του συνιστά έναν από τους πιο ουσιαστικά ολοκληρωμένους που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, για θεατές που δεν έχουν βιώσει κάποια μορφή απώλειας, αυτό το συναισθηματικό φορτίο ενδέχεται να φανεί επιφανειακό ή ακόμη και εκβιαστικό από πλευράς σκηνοθεσίας. Από την άλλη, ίσως αυτή ακριβώς η αδυναμία πλήρους ταύτισης να αποτελεί και μια μορφή τύχης: μια ένδειξη ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, στη ζωή τους όλα παραμένουν ολόκληρα.
Η Jessie Buckley κέρδισε το 2022 την πρώτη της υποψηφιότητα για Όσκαρ, για το The Lost Daughter, μπαίνοντας από εκείνη τη στιγμή στο ραντάρ ως μια παρουσία που απαιτεί προσοχή. Και όχι άδικα. Τέσσερα χρόνια αργότερα επιστρέφει με το Hamnet, διεκδικώντας βάσιμα μια νέα υποψηφιότητα, και γιατί όχι, μια νίκη, στην κατηγορία Α’ Γυναικείου Ρόλου. Τουλάχιστον, η ερμηνεία της υπερασπίζεται απόλυτα αυτή τη συζήτηση.
Η Buckley έχει αποδείξει ότι μπορεί να υπηρετήσει με συνέπεια και ευκολία διαφορετικά είδη, από τον κινηματογράφο μέχρι και τα video games. Στο Hamnet παραδίδει μια ερμηνεία σπαρακτική και αποκαρδιωτική, ταυτόχρονα ευμετάβλητη και βαθιά γειωμένη στις ρίζες του ρόλου της όσο ποτέ άλλοτε. Με κάθε εκφραστικό της μέσο διοχετεύει την απόγνωση, τον πόνο και την ψυχική παράδοση που γεννά το πένθος μετά από μια απώλεια. Παρότι φέτος καλείται να σταθεί απέναντι σε ιδιαίτερα ισχυρές ερμηνείες, η Buckley δεν αποστρέφει το βλέμμα· τις κοιτά ευθεία στα μάτια, με αξιώσεις ισάξιες όλων για την κορυφή.

Δεν είναι, βέβαια, η μόνη ερμηνεία που ξεχωρίζει. Τanto ο Paul Mescal όσο και ο Jacobi Jupe αποτελούν από μόνοι τους σοβαρούς λόγους για να σταθεί κανείς στην ταινία. Ο Mescal, σε σαφώς ηπιότερους τόνους, παραδίδει μια εσωτερική και μετρημένη ερμηνεία, επιβεβαιώνοντας τον λόγο για τον οποίο το όνομά του συνοδεύεται σταθερά από προσδοκίες. Χωρίς εξάρσεις, λειτουργεί ως ήσυχη συναισθηματική σταθερά απέναντι στο χάος που εκτυλίσσεται γύρω του.
Ο μικρός Jacobi Jupe, από την άλλη, διαθέτει μια σπάνια φυσικότητα που δεν μοιάζει μαθημένη ή επιτηδευμένη. Σε κάθε του εμφάνιση καταφέρνει να κλέβει την προσοχή, όχι μέσα από δραματουργικές υπερβολές, αλλά μέσα από την αφοπλιστική αλήθεια της παρουσίας του. Η ερμηνεία του λειτουργεί ως συναισθηματικός καταλύτης για όσα ακολουθούν, καθιστώντας την απώλειά του ακόμη πιο επώδυνη και ουσιαστική για τον θεατή.
Αυτή η προσωπική τραγωδία του Shakespeare και της οικογένειάς του, που ξορκίστηκε από τον ίδιο μέσα στο έργο του Άμλετ, μας δίνεται σήμερα, έστω και μέσα από μια πιο χαλαρή προσέγγιση στο τι πραγματικά συνέβη, ως μια ταινία που δεν ζητά απλώς να τη δεις· ζητά να την αντέξεις. Και αν στο τέλος νιώσεις πως κάτι μέσα σου έχει ραγίσει, τότε η ταινία έχει πετύχει ακριβώς αυτό που υποσχέθηκε: να μετατρέψει την απώλεια σε εμπειρία που δεν ξεχνιέται, αλλά κουβαλιέται.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
