Sirât | Κριτική Ταινίας
Από το Φεστιβάλ Καννών του 2025, η ταινία απέσπασε τέσσερα βραβεία, ανάμεσά τους και εκείνο της Κριτικής Επιτροπής. Ακολούθησε μία υποψηφιότητα για BAFTA και δύο για Όσκαρ, ενώ δεν θα ήταν υπερβολή να έχει αποσπάσει ακόμη μία. Το Sirât (⭐⭐⭐½) χαρακτηρίστηκε ως «η ταινία που σόκαρε τις Κάννες» αι είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου ο χαρακτηρισμός δεν μοιάζει υπερβολικός.
Ένας πατέρας, μαζί με τον γιο του, αναζητούν την κόρη του στα παράνομα υπαίθρια rave parties της μαροκινής Σαχάρας. Όταν αποτυγχάνουν να τη βρουν σε ακόμη μία τέτοια διοργάνωση, αποφασίζουν να ακολουθήσουν μια παρέα μέσα στην έρημο, ελπίζοντας ότι το επόμενο party θα τους φέρει πιο κοντά της. Αυτή η οδύσσεια στην καρδιά της ερήμου, μια αναζήτηση που ξεκινά ως ανάγκη για απαντήσεις, θα μετατραπεί σταδιακά σε μια σκληρή διαδρομή επιβίωσης.

Στην τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Oliver Laxe επιβεβαιώνει τη σταθερά ανοδική πορεία της φιλμογραφίας του με ένα έργο που αρνείται πεισματικά την ευκολία. Το Sirât δεν χαϊδεύει τον θεατή ούτε του προσφέρει έτοιμες ερμηνείες· απορρίπτει κάθε ανάγκη επεξήγησης, απαιτώντας πλήρη συμμετοχή και αντοχές, μακριά από αφηγηματικά δεκανίκια και «μασημένη» πληροφορία.
Υποψήφιο για Όσκαρ στην κατηγορία Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας, το Sirât λειτουργεί ως ένα εναλλακτικό, σχεδόν παραισθητικό road movie αργής καύσης. Η αφήγησή του δεν εξελίσσεται γραμμικά, αλλά βυθίζεται σταδιακά στις καταστάσεις, όπως η άμμος υποχωρεί κάτω από τα πόδια των ηρώων του, απομακρυνόμενο συνειδητά από κάθε καθαρή δομή. Εκεί όπου η ταινία του Laxe υπερισχύει ξεκάθαρα είναι στο στιλιστικό της οπλοστάσιο: ένα σφιχτό σκηνοθετικό στήσιμο και ένα soundtrack που δεν συνοδεύει απλώς τις εικόνες, αλλά παγιδεύει τον θεατή σε μια εμπειρία από την οποία δύσκολα αποστασιοποιείται. Αυτό είναι και το στοιχείο που τελικά μένει: όχι η αφήγηση, αλλά η αίσθηση.
Αυτό το «διαφορετικό» κινηματογραφικό ταξίδι διακόπτεται βίαια από αιφνίδιες ανατροπές που δεν προκύπτουν οργανικά και δεν προετοιμάζονται δραματουργικά. Εμφανίζονται σαν ωμά κινηματογραφικά χαστούκια, τα οποία δύσκολα υπερασπίζονται αφηγηματικά και αφήνουν στον θεατή την αίσθηση ότι λειτουργούν περισσότερο ως φθηνό shock value παρά ως ουσιαστική εξέλιξη. Σαν μια απέλπιδα προσπάθεια να αποσπαστεί η προσοχή από μια πορεία που, μέχρι εκείνο το σημείο, μοιάζει να μη συγκλίνει πουθενά.
Εκεί ακριβώς το Sirât ρισκάρει, και σε μεγάλο βαθμό χάνει, ένα κομμάτι του κοινού που επέδειξε υπομονή, περιμένοντας να δει πού τελικά θέλει να οδηγήσει ο Laxe αυτή την εμπειρία. Οι ανατροπές αυτές δεν ενισχύουν το όποιο θεματικό βάθος· αντίθετα, λειτουργούν σαν τρικλοποδιές που ο σκηνοθέτης βάζει συνειδητά στον ίδιο του τον βηματισμό, υπονομεύοντας τη συνοχή και αποδυναμώνοντας το ήδη εύθραυστο αφηγηματικό του στοίχημα.

Το Sirât αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η κριτική κοινότητα μπορεί να εκθειάζει ένα κινηματογραφικό αποτέλεσμα, την ώρα που το ευρύτερο κοινό βγαίνει από την αίθουσα αδυνατώντας να καταλάβει είτε γιατί του άρεσε είτε γιατί προκλήθηκε όλος αυτός ο θόρυβος γύρω από την ταινία. Μια περίπτωση όπου ο ενθουσιασμός της θεωρίας υπερκαλύπτει την εμπειρία της θέασης, αφήνοντας πίσω του περισσότερη σύγχυση παρά ουσιαστικό απόηχο.
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που ενώνει φίλους και επικριτές, αυτό είναι το υποδειγματικό soundtrack, ένα ηχητικό επίτευγμα που, παρά την απουσία του από την πεντάδα των Όσκαρ, δεν έχει τίποτα να αποδείξει. Είναι, τελικά, το μοναδικό κομμάτι της ταινίας που διεκδικεί δικαίως υστεροφημία, σε αντίθεση με ένα φιλμ που μοιάζει να έχει χτιστεί περισσότερο για να συζητηθεί παρά για να αντέξει.
Το Sirât είναι μια ταινία που διχάζει περισσότερο απ’ όσο εξηγεί τον εαυτό της, επιλέγοντας τη βιωματική ένταση αντί για τη σαφή αφήγηση. Το αν αυτή η επιλογή δικαιώνεται ή εξαντλείται στο στιλ, επαφίεται τελικά στην αντοχή και τις προσδοκίες του κάθε θεατή.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
