Backrooms | Movie Review

Ο Μάιος μάς προϊδέασε πως θα ήταν αφιερωμένος στον τρόμο και έτσι έγινε. Οι κυκλοφορίες του είδους ήταν πολλές, όμως ο μήνας κλείνει ίσως με την πιο πολυαναμενόμενη από όλες. Το Backrooms (⭐⭐⭐) μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ένα από τα πιο γνωστά urban legends του διαδικτύου, μέσα από τη ματιά του 20χρονου σκηνοθέτη του.

Πριν από επτά χρόνια, ένας ανώνυμος χρήστης ξεκίνησε ένα thread στο 4chan ζητώντας από άλλους χρήστες να μοιραστούν εικόνες που προκαλούν ανησυχία ή την αίσθηση πως «κάτι δεν πάει καλά». Ο ίδιος ανέβασε μια φωτογραφία που κυκλοφορούσε ήδη στο ίντερνετ από το 2011. Κάπου εκεί, ένας άλλος χρήστης έδωσε τον βασικό ορισμό αυτού που αργότερα θα ονομάζαμε Backrooms:

«Αν δεν προσέξεις και κάνεις noclip (όρος από videogames όταν περνάς μέσα από τοίχους λόγω glitch) έξω από την πραγματικότητα στα λάθος σημεία, θα καταλήξεις στα Backrooms, όπου υπάρχει μόνο η βρόμα από παλιό, υγρό χαλί, η παράνοια του μονότονου κίτρινου, ο ατελείωτος θόρυβος από φθορίζοντα φώτα που βουίζουν στο μέγιστο και περίπου εξακόσια εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια από τυχαία διαχωρισμένα άδεια δωμάτια για να παγιδευτείς. Ο Θεός να σε λυπηθεί αν ακούσεις κάτι να περιπλανιέται κάπου κοντά, γιατί να είσαι σίγουρος πως σε έχει ήδη ακούσει.»

Έτσι γεννήθηκε ένα creepypasta, σύντομες ιστορίες τρόμου, θρύλοι ή εικόνες φτιαγμένες αποκλειστικά για να εξαπλώνονται μέσω του διαδικτύου, που απλώθηκε σαν φωτιά σε κάθε γωνιά του ίντερνετ. Μια ατελείωτη έκταση από άδεια, επαναλαμβανόμενα δωμάτια, με κιτρινωπούς τοίχους, μοκέτα και φθορίζοντα φώτα: έτσι περιγράφονται συνήθως τα Backrooms. Και αυτός είναι ο λόγος που τρόμαξαν τόσο κόσμο. Βασίζονται στην αισθητική των liminal spaces: μέρη οικεία και καθημερινά, αλλά αφύσικα άδεια. Ένας παιδότοπος χωρίς παιδιά. Ένα mall χωρίς κόσμο. Ένας διάδρομος γραφείων στις 3 τα ξημερώματα. Χώροι που κανονικά θα έπρεπε να έχουν ζωή, αλλά μοιάζουν εγκαταλελειμμένοι από την ίδια την πραγματικότητα.

Το 2022, ο 16χρονος YouTuber Kane Parsons προκαλεί τη μεγαλύτερη έκρηξη γύρω από το συγκεκριμένο lore, σκηνοθετώντας και ανεβάζοντας στο κανάλι του μικρού μήκους found footage ταινίες με φωτορεαλιστικά CGI. Μέσα σε λίγους μήνες, τα Backrooms μετατράπηκαν από niche internet creepypasta σε mainstream horror φαινόμενο. Ενδεικτικά, ένα από τα videos του μετρά σήμερα πάνω από 70 εκατομμύρια προβολές.

Αυτό είναι, λίγο πολύ, το ιστορικό των Backrooms. Τι είναι, πώς γεννήθηκαν, τι σημαίνουν για την κουλτούρα του ίντερνετ και πώς κατέληξαν να αποκτήσουν θέση μέσα στη σύγχρονη ποπ μυθολογία. Σήμερα, εκείνος ο 16χρονος YouTuber, Kane Parsons, γράφει ιστορία ως ο νεότερος σκηνοθέτης της A24, έχοντας υπογράψει συμβόλαιο με την εταιρεία στα 19 του για να μεταφέρει τα Backrooms σε ταινία μεγάλου μήκους. Το ερώτημα, όμως, παραμένει απλό: πόσο εύκολα μεταφέρεται ο τρόμος ενός ολιγόλεπτου internet video στη μεγάλη οθόνη;

Η απάντηση είναι πως, σε μεγάλο βαθμό, μεταφέρεται. Το Backrooms του Parsons αριστεύει ακριβώς εκεί όπου γνωρίζει εξαρχής τα δυνατά του σημεία και αποδυναμώνεται όταν προσπαθεί να αποκτήσει μεγαλύτερο κινηματογραφικό βάθος. Ο Parsons σκηνοθετεί και συνυπογράφει το σενάριο μαζί με τον Will Soodik, ο οποίος μέχρι σήμερα έχει εμπειρία κυρίως στην τηλεόραση. Και όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε θρίλερ, όσο η ταινία διατηρεί το μυστήριο, περιπλέκει την κατάσταση και αφήνει πράγματα αόριστα, λειτουργεί εξαιρετικά. Από τη στιγμή όμως που καλείται να εξηγήσει, να αναλύσει και να δώσει απαντήσεις, αρχίζει να χάνει ένα μέρος της δύναμής της και πιθανότατα κι ένα μέρος του κοινού της.

Η ταινία έχει την τύχη να διαθέτει δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς: τον Chiwetel Ejiofor και τη Renate Reinsve. Παρότι ο Ejiofor λειτουργεί ουσιαστικά ως ένας εκτεταμένος πρόλογος πριν η αφήγηση περάσει ολοκληρωτικά στην ηρωίδα της Reinsve, καταφέρνει να κουβαλήσει στις πλάτες του το συναισθηματικό βάρος της ταινίας και να προσφέρει το απαραίτητο υπόβαθρο ώστε ο θεατής να επενδύσει στους χαρακτήρες. Παρ’ όλα αυτά, τόσο το προσωπικό τους πλαίσιο όσο και η μεταξύ τους σχέση χρησιμοποιούνται αρκετά επιφανειακά, μόνο και μόνο για να οδηγήσουν αργότερα σε μια δραματουργική έκρηξη που μοιάζει περισσότερο με εύκολη σεναριακή λύση παρά με ουσιαστική κορύφωση. Εκεί εντοπίζεται ίσως και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας: η χρήση στερεοτύπων γύρω από την ψυχοθεραπεία και τη σχέση θεραπευτή/θεραπευόμενου, με τρόπο που θυμίζει ανάλυση πρώτου επιπέδου και όχι κάτι πραγματικά βαθύτερο.

Backrooms Movie Review

Ευτυχώς για την ταινία, έχει προηγηθεί η περιπλάνηση μέσα στους ατελείωτους, αλλόκοτους κίτρινους διαδρόμους. Οι λάμπες φθορισμού, η αίσθηση μούχλας στη μοκέτα και η μόνιμη υποψία ότι κάτι κρύβεται στην επόμενη γωνία δημιουργούν έναν ανεξήγητο τρόμο που εύκολα σε κάνει να ξεχάσεις οποιοδήποτε δραματουργικό ολίσθημα. Και κάπου εκεί βρίσκεται η πραγματική επιτυχία του Backrooms. Όχι μόνο επειδή λειτουργεί ως horror ταινία, αλλά επειδή μοιάζει με τη γέννηση ενός νέου κινηματογραφικού φαινομένου, όπως συνέβη κάποτε με το The Blair Witch Project. Είναι η επικράτηση μιας ιστορίας που γεννήθηκε από το ίδιο το κοινό, διογκώθηκε μέσα από το ίντερνετ και τελικά απέκτησε υλική υπόσταση στη μεγάλη οθόνη.

Το Backrooms φέρνει κάτι καινούργιο και αυτό από μόνο του αρκεί για να συγχωρήσεις αρκετές από τις αδυναμίες του. Στο τέλος της ημέρας, είναι προτιμότερο να βλέπεις τα λάθη ενός 20χρονου που δοκιμάζεται για πρώτη φορά σε κάτι τόσο μεγάλο, παρά την αδιάλλακτη επιμονή πολύ πιο έμπειρων σκηνοθετών να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη έπειτα από δεκαετίες ευκαιριών.

Κι αν το Backrooms αποδεικνύει τελικά κάτι, είναι πως το μέλλον του τρόμου ίσως να μην βρίσκεται πια στα κουρασμένα franchises των στούντιο, αλλά στα σκοτεινά corners του ίδιου του ίντερνετ που το Hollywood ακόμα παριστάνει ότι ανακαλύπτει.

Βασιλακόπουλος Χρήστος