Καποδίστριας | Κριτική Ταινίας

Τα τελευταία χρόνια, μοιάζει λες και ο Γιάννης Σμαραγδής έχει πάρει επ’ ώμου την εθνική μνήμη πάνω σε συγκεκριμένα πρόσωπο της ελληνικής ιστορίας και δεν φαίνεται να τον σταματάει κανείς. Από το El Greco του 2007, στο Καζαντζάκη του 2017, φτάνουμε σήμερα στο μεγάλου μήκους ταινία Καποδίστριας που κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες ανήμερα των Χριστουγέννων.

Για όλους όσοι δεν θυμούνται τα περισσότερα αλλά και για όλους όσοι, νεότεροι, αγνοούν το όνομα Καποδίστριας, ας αναφέρουμε επιγραμματικά κάποια στοιχεία. Έλληνας διπλωμάτης, πολιτικός, ιατρός και κάτοχος του τίτλου ευγενείας του κόμη. Διετέλεσε υπουργός εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και αργότερα ως πρώτος κυβερνήτης του νέου ελληνικού κράτους, τη μεταβατική περίοδο κατά την οποία η χώρα τελούσε υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε το πρωί της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 (με το Ιουλιανό ημερολόγιο, ή 9 Οκτωβρίου με το Γρηγοριανό), έξω από την εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα, στο Ναύπλιο. Οι δολοφόνοι του ήταν ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, μέλη της ισχυρής οικογένειας Μαυρομιχάλη από τη Μάνη.

Αυτά είναι τα βασικά, και όχι μόνα, ενδεικτικά σημεία μιας προσωπικότητας που πέρασε από την Ελλάδα, έφερε αλλαγές, πάλεψε με τις παθογένειες ενός κράτους που ήταν ακόμα με τα αίματα της γέννησης και σκοτώθηκε πολύ πριν κάνει όλα όσα ήθελα και μπορούσε. Σε αυτά θα μπορούσε να βασιστεί ο Σμαραγδής και να κάνει μια ψύχραιμη, αντικειμενική και πάνω απ’ όλα ρεαλιστική απεικόνιση του βίου του Καποδίστρια και μέσω αυτού να υπενθυμίσει σε όλους το τι πραγματικά έγινε και που βρισκόμαστε εμείς σε σχέση με αυτή την μνήμη. Όμως ο κατά τ’ άλλα συμπαθέστατος Γιάννης Σμαραγδής δεν μπορεί να απεγκλωβιστεί από τη νοοτροπία που διαπερνά τον Έλληνα ως ακτίνες x σε μια απλή ακτινογραφία του ποιοι είμαστε πραγματικά. Από την αρχή μέχρι και το τέλος, ο σκηνοθέτης επιδίδεται σε ένα κρεσέντο λαϊκισμού, θρησκευτικής κατήχησης και αγιοποίησης ενός πραγματικού ιστορικού προσωπικού για να χαϊδέψει την ελλιπή εθνικιστική υπερηφάνεια του μέσου Έλληνα που δεν γνωρίζει τα βασικά αλλά υπερασπίζεται μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος του εκείνο που νομίζει ως ορθό.

Σε μια συνέντευξη του για την προώθηση της ταινίας Καποδίστριας, ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι έχει συζητήσει με το Φανάρι και είναι πολύ πιθανό να αγιοποιηθεί στη πραγματικότητα ο Καποδίστριας. Κάπως έτσι, αποκτά λογική η ταινία του ως μέσο προώθησης αυτής τη υποψηφιότητας αφού από το πρώτο λεπτό μέχρι και το τελευταίο πλάνο, η ταινία δεν σταματά να βομβαρδίζει τον θεατή με μια κατήχηση πάνω σε αυτή την εικόνα σε σημεία να μοιάζει με πλύση εγκεφάλου. Ειδικά, όταν η είσοδος του Καποδίστρια σε μια συγκέντρωση συνοδεύεται από μια πόρτα που ανοίγει, εκείνος στέκεται και λούζεται από ένα πάλλευκο φως ως άλλο φωτοστέφανο του ”μεσσία” Καποδίστρια. Τέτοιες σκηνές δεν σταματούν να επανέρχονται συνεχώς στη ταινία με αποκορύφωμα τον ρόλο του Νικορέστη Χανιωτάκη ως Νικόδημος, που ακολουθεί κατά πόδας τον Καποδίστρια και συνεχώς ψιθυρίζει στο αυτί του αλλά και σε όλους γύρω του ότι μπροστά τους έχουν έναν άγιο, που τα ξέρει όλα και μπορεί να τα κάνει όλα γιατί έχει μέσα του το Θεό.

Καποδίστριας»: Ομογενείς στηρίζουν την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή

Μέσα σε αυτό τον καπνό κατήχησης, προσπερνάς αδυναμίες, αστοχίες, ιστορικά λάθη και την απλοποίηση σκηνών και στιγμών που κάνουν την τελευταία σεζόν του Game of Thrones, μάθημα σεναριακής συνοχής. Οι ερμηνείες είναι υποφερτές, αν σκεφτεί κανείς τι κείμενο κλήθηκαν να υπερασπιστούν. Ο Αντώνης Μυριαγκός, ως Καποδίστριας, θα μπορούσε να ήταν καλός. Αν του δινόταν η ευκαιρία μιας ψύχραιμης αποτύπωσης του χαρακτήρα του Καποδίστρια και των δυσκολιών που αντιμετώπισε αντί από ένα πασάλειμμα να ειπωθούν πολλά υπό την σκέπη της αγιοποίησης, ίσως οι θεατές να είχαν την δυνατότητα να εμβαθύνουν σε μια πραγματική προσωπικότητα που όρισε για λίγο την χώρα μας.

Γενικότερα, η αντιμετώπιση του Σμαραγδή στις βιογραφίες που ο ίδιος θέλει να αναδείξει και σηκώνει τις πλάτες του υπολείπονται στα πάντα και κυρίως στο στόχο. Κάνουν βιογραφίες όπως του Καζαντζίδη και της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου να είναι αριστουργήματα και πιο κοντά στο τι πραγματικά έγινε και ποιοι ήταν ως άνθρωποι. Ο Σμαραγδής, με πρόσφατο παράδειγμα τη ταινία Καποδίστριας, ανακυκλώνει τι έχει μάθει ο Έλληνας να πιστεύει για τον εαυτό του και πως θέλει να παρουσιάζεται. Αντιμετωπίζει τον βίο ενός ιστορικού και πολιτικού προσώπου, λες και είναι ο Άγιος Νεκτάριος από την ταινία Ο Άνθρωπος του Θεού. Έτσι, δεν βοηθάει ούτε την ταινία του αλλά ούτε την πιθανότητα τι θα μπορούσε να ήταν αυτή.

Ναι, η ελληνική παραγωγή έχει ανάγκη από αναφορές σε πρόσωπο και γεγονότα. Ναι, χρειαζόμαστε την αποτύπωση προσωπικοτήτων και σημείων κλειδιών της συλλογικής μνήμης αλλά όχι με αυτό το τρόπο. Η δικαιολογία του κανείς δεν κάνει τέτοιες ταινίας δεν είναι συγχωροχάρτι. Αποτελεί απλά ακόμα μια μαρτυρία ότι κανείς μας πίσω από τις κάμερες και μπροστά από αυτές, δεν έχει ωριμάσει για να δει αντιμετωπίσει εθνικά τραύματα, ιστορικές αστοχίες, προδοσίες και κατά βάση την αλήθεια. Μια αλήθεια που υπάρχει σε βιβλία και σε θεατρικές παραστάσεις αλλά είναι για τους λίγους. Όλοι οι άλλοι, η μάζα, αφήνονται σε υποκειμενικές ματιές που διαρκώς έχουν την ευκαιρία να επαναλάβουν τα ίδια λάθη και όταν δέχονται λογική κριτική, να απαντούν ότι τους λιθοβολούν γιατί τους ενοχλεί αυτό που λένε. Όχι δεν είναι αυτό το θέμα, δεν είναι τι θα ειπωθεί αλλά το πως και ποιοι θα είναι οι αποδέκτες και τι θα καταλήξουν να πιστεύουν ως καλό και σωστό.

Στη ταινία Καποδίστριας καταλήγει να συμπονάς τους δολοφόνους του και να τους υπερασπίζεσαι γιατί πολύ απλά αυτό σημαίνει ότι η ταινία έφτασε στο τέλος της.

Βασιλακόπουλος Χρήστος