Οδός Μάλαγα | Review
Η γεννημένη στην Ταγγέρη σκηνοθέτης Maryam Touzani έχει χτίσει τα τελευταία χρόνια μια φιλμογραφία που επιμένει να κοιτάζει τον άνθρωπο κατάματα. Από το 2019 μέχρι σήμερα, οι ταινίες της κινούνται σε ένα καθαρά ανθρωποκεντρικό σύμπαν, όπου οι μικρές προσωπικές κρίσεις μετατρέπονται σε κινηματογραφικό υλικό. Μετά τη διεθνή αναγνώριση του The Blue Caftan, επιστρέφει τέσσερα χρόνια αργότερα με το Οδός Μάλαγα (⭐⭐⭐), μια ταινία που επιλέγει τη διακριτικότητα αντί για την ένταση και τη συναισθηματική παρατήρηση αντί για τον δραματικό εκβιασμό.
Η Μαρία Άνχελες έχει ζήσει όλη της τη ζωή στην Ταγγέρη. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε και εκεί, στα εβδομήντα εννιά της χρόνια, έχει χτίσει μια καθημερινότητα από μικρές συνήθειες και οικείες απολαύσεις. Η εύθραυστη αυτή ισορροπία διαλύεται όταν η κόρη της, που ζει στη Μαδρίτη, εμφανίζεται απροειδοποίητα για να της ανακοινώσει ότι σκοπεύει να πουλήσει το σπίτι όπου μένει η μητέρα της, προκειμένου να χρηματοδοτήσει τη δική της ζωή. Η Μαρία Άνχελες καλείται να πάρει μια απόφαση που καμία ηλικία δεν κάνει πιο εύκολη: να μεταφερθεί σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων ή να εγκαταλείψει τη ζωή της και να μετακομίσει στη Μαδρίτη.
Η ταινία αποτέλεσε την επίσημη πρόταση του Morocco για τα Academy Awards στην κατηγορία Διεθνούς Ταινίας και έχει ήδη συγκεντρώσει αρκετά βραβεία κοινού σε φεστιβάλ. Η Touzani επιστρέφει κινηματογραφικά στην αγαπημένη της Ταγγέρη, την πόλη που είχε φιλοξενήσει και την πρώτη της ταινία το 2019, μετατρέποντάς την για άλλη μια φορά σε ζωντανό σκηνικό. Η κάμερά της καταγράφει χρώματα, μυρωδιές και την πολυπολιτισμική υφή της πόλης με μια σχεδόν τρυφερή επιμονή, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που μοιάζει οικεία, ακόμη κι όταν η ιστορία κινείται προς πιο άβολες περιοχές.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η εμβληματική μούσα του Pedro Almodóvar, Carmen Maura, η οποία κρατά σχεδόν μόνη της το συναισθηματικό βάρος της ταινίας. Η Maura δεν χρειάζεται πολλά για να γεμίσει το κάδρο: με μια ελάχιστη κίνηση ή ένα βλέμμα μεταφέρει ολόκληρη την εσωτερική διαδρομή της ηρωίδας. Από την οικειότητα της ρουτίνας, στο σοκ της ανατροπής και από εκεί στην αργή αποδοχή ότι η ζωή, ακόμη και στα εβδομήντα εννιά, εξακολουθεί να ζητά αποφάσεις.
Η Touzani, ωστόσο, επιλέγει συνειδητά να μην οξύνει τις γωνίες της ιστορίας της. Το Οδός Μάλαγα κινείται με μια ήπια δραματουργία που συχνά μοιάζει να αποφεύγει τη σύγκρουση αντί να την αγκαλιάζει. Η σκηνοθέτης προτιμά να αφήσει τα κοινωνικά ταμπού, τη μοναξιά της τρίτης ηλικίας και τις οικογενειακές ενοχές να εμφανίζονται υπόγεια, χωρίς να τα μετατρέπει ποτέ σε ανοιχτή πολιτική ή κοινωνική δήλωση. Αυτό λειτουργεί άλλοτε ως ένδειξη ωριμότητας και άλλοτε ως μια υπερβολικά προσεκτική σκηνοθετική στάση που στερεί από την ταινία το δραματικό της βάθος.
Το φινάλε, πιστό σε αυτή τη φιλοσοφία, παραμένει ανοιχτό, όχι τόσο ως αφηγηματικό τέχνασμα, αλλά ως μια επιλογή που επιτρέπει στον θεατή να ολοκληρώσει ο ίδιος τη συναισθηματική διαδρομή.
Το Οδός Μάλαγα δεν είναι μια ταινία που θα φωνάξει για να ακουστεί. Είναι από εκείνες που προτιμούν να ψιθυρίσουν. Και παρότι αυτό το ψιθύρισμα δεν αποκτά ποτέ την ένταση που θα μπορούσε να την απογειώσει, παραμένει μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία που θυμίζει γιατί ο κινηματογράφος εξακολουθεί να επιστρέφει, ξανά και ξανά, στις πιο απλές, αλλά και πιο δύσκολες αποφάσεις της ζωής.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
