Οι Άγριες Μέρες Μας | Κριτική Ταινίας
Εμφανίσθηκε το 2015. Για πέντε χρόνια, ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος, έδειξε δείγματα γραφής στις ταινίες μικρού μήκους και κατάφερε να αποσπάσει το 2018 στις Κάννες, το Palme d’Or και Queer Palm, για την ταινία μικρού μήκους ‘Η Απόσταση Ανάμεσα Στον Ουρανό Κι Εμάς‘. Μετά από τρία χρόνια επέστρεψε με μια σειρά, το ‘Milky Way‘, που έδειξε ότι η ελληνική μυθοπλασία μπορεί να δείξει και κάτι διαφορετικό. Σήμερα, ο Βασίλης Κεκάτος, κυκλοφορεί στην μεγάλη οθόνη την πρώτη του ταινία και ο τίτλος της είναι ‘Οι Άγριες Μέρες Μας‘ (⭐1/2).
Η Χλόη (Δάφνη Πατακιά), αντιδρά στο καταπιεστικό οικογενειακό της περιβάλλον και αποφασίζει να φύγει από το σπίτι της. Αρκετά νωρίς, συναντά στο δρόμο της μιας παρέα νεαρών ”νομάδων” που ζουν μέσα σε ένα τροχόσπιτο ταξιδεύοντας από την μια περιοχή της Ελλάδας στην άλλη. Η δική της αναζήτηση έρχεται και βρίσκει την κοινωνική συνείδηση αλλά και αντίδραση αυτή της παρέας που δοκιμάζεται συνεχώς και αλλάζει όπως τα τοπία γύρω τους και όλοι όσοι συναντούν την μια μέρα μετά την άλλη.
Δυστυχώς, η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Βασίλη Κεκάτου, μοιάζει με ένα (κοινωνικό) πιστόλι που πυροβολεί με άσφαιρα. Ένα συγκεκαλυμμένο NOMALAND, που έχει την ιδέα αλλά δεν εξελίσσει ποτέ το τι θέλει να πει μέσα σε ένα άτολμο σενάριο. Όταν το σενάριο έχει θέματα ή είναι κακό, τότε δεν υπάρχουν χαρακτήρες και αν δεν υπάρχουν χαρακτήρες, δεν έχουμε και διαλόγους. Το ‘Οι Άγριες Μέρες Μας’ μοιάζει σαν μια θεατρική οντισιόν όπου ο σκηνοθέτης ζητάει τον ουρανό και τα άστρα από τους ηθοποιούς, μόνο και μόνο για να καταλήξει στις πρόβες να αποδεικνύεται ο ίδιος απροετοίμαστος και τόσο λίγος σε αυτό που θέλει να πει σε σχέση με τις απαιτήσεις που έχει ο ίδιος θέση από πριν.

Όσο και αν έφερε έναν αέρα ανανέωσης στην μικρή οθόνη με την πρώτη του τηλεοπτική σειρά, στο ‘Οι Άγριες Μέρες’ ο θεατής πέφτει συνεχώς πάνω σε κλισέ, ευκολίες, σκηνές φθηνής πρόκλησης (βλ. σκηνή σεξ) και επιδερμικής υποκριτικής. Ναι, επιδερμικής γιατί οι ηθοποιοί μοιάζουν να μην είναι ικανοί ούτε καν να αρθρώσουν σωστά. Όλα αυτά είναι τυλιγμένα από μια πραγματικά ωραία φωτογραφία και έναν τρόπο γυρίσματος που σε συνθήκες για ένα music video μπορεί να είναι ανεκτές και αυτό που περιμένει κανείς, αλλά όχι για μια ταινία. Είναι λες και ο σκηνοθέτης ήθελε (ή θέλει) να κάνει μια ταινία στην Αμερική αλλά η μοίρα του έδωσε έναν Έβρο, ένα τροχόσπιτο και αυτή την παρέα ηθοποιών.
Αν, με το ‘Οι Άγριες Μέρες Μας‘, ο Βασίλης Κεκάτος ήθελε να δείξει την αντίδραση μιας γενιάς, κατάφερε να δείξει τον κυνισμό της. Αν ήθελε να κάνει ένα κοινωνικό σχόλιο, τότε δεν φάνηκε αρκετά γενναίος στη θέση του. Αν ήθελε να κάνει μια ταινία που να εμπερικλείει όλα όσα ήταν ο ίδιος στο χώρο μέχρι σήμερα, τότε μάλλον το πέτυχε. Αλλά ποιον ουσιαστικά αφορά αυτό;
Το ‘Οι Άγριες Μέρες Μας‘ είναι μια ουσιαστικά όμορφη ταινία, χωρίς ψυχή. Στην μεγάλη εικόνα και ανάμεσα σε τι ελληνικές ταινίες έχει να επιλέξει ο θεατής, σίγουρα κρατάει μια θέση πάνω από το μέσο όρο. Μια ταινία που βλέπετε ευχάριστα σε έναν θερινό σινεμά, που αυτός είναι και ο στόχο της, και προσφέρει μια κάποια διέξοδο. Απλά όταν κάποιος σου δίνει δείγματα γραφής που σε κάνουν να ελπίζεις για το κάτι διαφορετικό στον ελληνικό κινηματογράφο, τότε το τι πραγματικά σου δίνεται από εκείνον, σε ”χτυπάει” αλλιώς.
Βασιλακόπουλος Χρήστος
