The Running Man | Κριτική Ταινίας

Ο Stephen King, το 1982, με το ψευδώνυμο Richard Bachman κυκλοφόρησε το ομότιτλο βιβλίο και τρία χρόνια μετά προστέθηκε σε μια ενιαία συλλογή με όλα είχε γράψει με αυτό το όνομα. Το 1987, η ιστορία μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη με πρωταγωνιστή τον Arnold Schwarzenegger. Σήμερα, 38 χρόνια μετά, κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες μια νέα κινηματογραφική ανάγνωση πάνω στο ”μύθο” του The Running Man (⭐⭐⭐).

Η υπόθεση εξελίσσεται σε μια δυστοπική Αμερική, όπου έχει επιβληθεί αστυνομοκρατία και η προπαγάνδα μέσω ενός τηλεοπτικού σταθμού ελέγχει τα πάντα. Η ανεργία και η ανέχεια έχει επηρεάσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού έναντι των λίγων πλούσιων και η μόνη διέξοδος και ελπίδας τους είναι τα reality και τα τηλεπαιχνίδια που τους τάζουν μια άνετη και ασφαλή ζωή. O Ben Richards είναι ένας αντιδραστικός, ανυπότακτος νεαρός πατέρας που έχει μείνει άνεργος λόγω της συμπεριφοράς του και θέλει να βρει άμεσα λεφτά για να φροντίσει την άρρωστη κόρη του. Απευθύνεται στις οντισιόν του τηλεοπτικού σταθμού για τα διάφορα τηλεπαιχνίδια αλλά τελικά τον επιλέγουν για το πιο επικίνδυνο ανάμεσα τους. Στο The Running Man, τρεις πολίτες καλούνται να αποφύγουν την σύλληψη από μια επίλεκτη ομάδα για τριάντα μέρες και η ανταμοιβή τους είναι ένα εκατομμύριο δολάρια. Όμως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και ο Richards θα ανακαλύψει την αλήθεια πίσω από τις κάμερες.

Το μυθιστόρημα του Stephen King εξελίσσεται το 2025(!), ενώ η ταινία του 1987 ήταν ανάμεσα στη τριετία του 2017 με 2019. Στη διασκευή που κάνει σήμερα πρεμιέρα, δεν δηλώνεται ο χρόνος αλλά το πλαίσιο είναι το ίδιο και σε πολλά σημεία θυμίζει το σήμερα, κάνοντας την γραφή του King για άλλη μια φορά όσο πιο κοντά στην προφητική. Μια εταιρία, ένας σταθμός ελέγχει τις πληροφορίες αλλά και το τι καταλήγουν να πιστεύει ο κόσμος, παραδίδει εύκολο θέαμα που πυροδοτεί ότι πιο πρωτόγονο μέσα τους και έτσι τους απομακρύνει από τα πραγματικά τους προβλήματα. Οι ιδέες του King μένουν αναλλοίωτες και σταθερές, κάνοντας τις ταινίες του απαραίτητες να υπάρχουν ξανά και ξανά στη μεγάλη και μικρή οθόνη. Άλλωστε, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μιλούσε για την επικράτηση των reality επιβίωσης, ενός σύγχρονου Κολοσσαίου και επιβεβαιώθηκε.

Ο Edgar Wright επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, τέσσερα χρόνια μετά την ταινία του Last Night in Soho (2021). Σε αντίθεση με εκείνο το μεταφυσικό, ψυχολογικό θρίλερ, ο Wright βρίσκει στην ταινία The Running Man, το πάθος και την ένταση που αγαπήσαμε σε ταινίες του όπως το Baby Driver ή Scott Pilgrim vs. the World. Υπογράφει σκηνοθετικά αλλά και σεναριακά μια ταινία που δεν είναι σοβαροφανείς, ξέρει τις αδυναμίες της, τονίζει τις αναφορές της στην cheesy αισθητική και ελαφρότητα των ταινιών δράσης της δεκαετίας του ’80 και ’90. Ίσως δίνει στο πιάτο κάθε αναφορά σε σχέση με το σήμερα και πλασάρει την όποια κριτική σε αυτή με την ευκολία που ο Κουσουλός ή Ευαγγελάτος περνάνε από το αστυνομικό στο κοινωνικό θέμα που έχει προκύψει.

The Running Man (2025) | Rotten Tomatoes

Όμως αυτός που συγκεντρώνει όλα τα βλέμματα πάνω του είναι, αναμφίβολα, ο Glen Powell. Ο τάχιστα ανερχόμενος κινηματογραφικός αστέρας του Hollywood συνεχώς κάνει το ένα βήμα μετά το άλλο στη σκάλα της επιτυχίας του θεάματος. Από το 2022 και μετά, έρχεται με φόρα να καλύψει ένα κενό στους action hero που έχουν τα μεγάλα στούντιο και μοιάζει να είναι ο Tom Cruise της νέας εποχής. Ακόμα και το τρέξιμο που ρίχνει σε αυτή την ταινία μοιάζει σε μια έμμεση αναφορά στο σήμα κατατεθέν του άλλοτε απόλυτου movie star, Tom Cruise. Ευτυχώς, ο Powell είναι εξίσου καλός ερμηνευτικά όσο καταπραϋντικό είναι να τον βλέπει κανείς στη μεγάλη οθόνη.

Όπως είπαμε, το The Running Man, είναι μια ταινία που κουβαλάει μια ιστορία αλλά δεν επανέρχεται κάπως βαρύγδουπα. Παρά μέσα στην ελαφρότητα της κερδίζει σε ειλικρίνεια και προσφέρει δυο ώρες αγνής ψυχαγωγίας χωρίς τρελές απαιτήσεις από το κοινό. Εννοείται ότι υπάρχουν μερικά μελανά σημεία αλλά όχι ικανά για να αμαυρώσουν και να μειώσουν το σύνολο του project. Μερικές φορές, χρειάζονται και αυτές οι κινηματογραφικές ανάπαυλες και ευτυχώς που υπάρχει ο Glen Powell ώστε να μην αναλωνόμαστε μόνο σε δράσης δεύτερης διαλογής.

Βασιλακόπουλος Χρήστος