Τι Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή; | Κριτική Ταινίας

Η σειρά έκανε πρεμιέρα στην τηλεόραση τον Οκτώβριο του 2000. Προοριζόταν για τριάντα επεισόδια, όμως ολοκληρωμένα προβλήθηκαν μόλις επτά. Είκοσι έξι χρόνια μετά, το ερώτημα παραμένει το ίδιο και μεταφέρεται πλέον στη μεγάλη οθόνη: Τελικά, Τι Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή; (⭐)

Για όσους ζήσαμε την ιστορία της Αλέκας, της Πόπης, της Φώφης και της Ντομινίκ τη στιγμή που προβλήθηκε, η σειρά υπήρξε φαινόμενο ήδη από τον σύντομο κύκλο ζωής της — πολύ πριν τις επαναλήψεις, το YouTube και τα social media. Ήταν η έκτη δουλειά του Αλέξανδρου Ρήγα στην τηλεόραση και μόλις η δεύτερη συνεργασία του με τον Δημήτρη Αποστόλου, χρονικά τοποθετημένη μετά τους Δύο Ξένους και λίγο πριν από Τους Στάβλους της Εριέτας Ζαΐμη. Με άλλα λόγια, στο απόγειο της κοινής τους πορείας.

Η σειρά διέθετε τρεις μεγάλες κυρίες της κωμωδίας και μία ακόμη που θα κυριαρχούσε την επόμενη δεκαετία. Οι ατάκες και η θεματική συνέβαλαν στον μύθο της όσο και το αινιγματικό, ανολοκλήρωτο τέλος της. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Ρήγας επιχειρεί να μεταφέρει την υπόθεση και την «ολοκλήρωσή» της στον κινηματογράφο, υπογράφοντας για πρώτη φορά σενάριο και σκηνοθεσία σε ταινία μεγάλου μήκους. Το ερώτημα, όμως, είναι σαφές: στέκεται αυτή η εκδοχή του Τι Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή; στο ύψος του μύθου; Η απάντηση είναι, δυστυχώς, όχι.

Παρά την πρόθεση να αποφευχθούν οι συγκρίσεις —άλλο τηλεόραση, άλλο σινεμά— η ίδια η ταινία τις επιβάλλει από τα πρώτα λεπτά. Όχι τόσο σε επίπεδο ερμηνειών, όσο στο σενάριο, τη σκηνοθεσία και τη συνολική οπτική. Το κοφτό, βιαστικό μοντάζ που χαρακτήρισε τις τελευταίες τηλεοπτικές δουλειές του Ρήγα επιστρέφει και εδώ, όχι για να ανανεώσει, αλλά για να αποδυναμώσει τη συνοχή. Οι σκηνές και οι διάλογοι παραμένουν σχεδόν ατόφιοι, με ελάχιστες προσθήκες που εξυπηρετούν απλώς τη διάσπαση της ιστορίας σε δύο μέρη.

Τι Ψυχή Θα Παραδώσεις Μωρή: Οι μεγάλες προσδοκίες για την ταινία που μάλλον  δεν είχαμε ανάγκη

Οι θρυλικές ατάκες δεν λειτουργούν ως φόρος τιμής· επαναλαμβάνονται αυτούσιες, σαν να μην έχει μεσολαβήσει ένα τέταρτο του αιώνα. Αν προκαλούν γέλιο, αυτό οφείλεται περισσότερο στη συλλογική μνήμη του κοινού παρά σε οποιαδήποτε φρεσκάδα. Και εδώ προκύπτει το βασικό πρόβλημα: οι χαρακτήρες έχουν γραφτεί για συγκεκριμένες ηθοποιούς, για συγκεκριμένες φωνές, ρυθμούς και εκφορές. Αυτή η «φρουρά» δεν υπάρχει πια — και η απόφαση να μείνουν οι ρόλοι σχεδόν ανέγγιχτοι αδικεί το νέο καστ, το οποίο καλείται να αναπαράγει κάτι ήδη κλειστό και τελειωμένο. Το αποτέλεσμα είναι μια επιδερμική προσέγγιση, όπου οι χαρακτήρες περιφέρονται με τις ίδιες νευρώσεις και τα ίδια άγχη, χωρίς καμία νέα δραματουργική πρόταση. Δεν προστίθεται περιέργεια, δεν χτίζεται νέα ταύτιση· απλώς αναπαράγεται το γνώριμο, μέχρι να ειπωθεί το επόμενο αστείο.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η διαχείριση της θεματικής. Ένα έργο που, πολύ πριν από το #MeToo, είχε θέσει τον πυρήνα του γύρω από την κακοποίηση, εδώ την αγγίζει με τον ίδιο ανάλαφρο και λαϊκίστικο τρόπο. Χωρίς δραματικό βάρος, χωρίς ουσιαστική επανατοποθέτηση, αποδυναμώνοντας πλήρως τα κίνητρα των χαρακτήρων. Το αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο συρραφή τηλεοπτικών σκηνών με κινηματογραφικό περιτύλιγμα, παρά ολοκληρωμένη ταινία — μια γνώριμη παθογένεια του ελληνικού εμπορικού σινεμά.

Η ταινία αναδεικνύει και κάτι ακόμη: την αδυναμία του Αλέξανδρου Ρήγα να λειτουργήσει δημιουργικά εκτός διδύμου. Ό,τι πετυχαίνει με συν-δημιουργούς, δεν μπορεί να το προσεγγίσει μόνος του. Υπερβολικός, επεξηγηματικός, χωρίς φρένο, αφήνει τις επαναλήψεις να διαβρώσουν ακόμη και ό,τι λειτουργούσε. Χωρίς την ισορροπία που προσφέρει η συνεργασία, το υλικό ξεχειλώνει και αυτοϋπονομεύεται.

Δυστυχώς, το Τι Ψυχή θα Παραδώσεις Μωρή;, αποτελεί τη σκιά μιας παλιάς επιθυμίας. Μια σκιά που τραυματίζει την ανάμνηση ενός έργου που αγαπήθηκε και επιβεβαιώνει πως ορισμένα πράγματα ίσως δεν χρειάζονται επιστροφή — ή τουλάχιστον όχι με αυτόν τον τρόπο. Στον κινηματογράφο, αυτή η τηλεοπτική αντίληψη μοιάζει κούφια και αφήνει πίσω της μια αίσθηση συλλογικής αμηχανίας, περισσότερο παρά διασκέδασης. Για ένα κοινό που έχει προχωρήσει, το αποτέλεσμα μοιάζει αμήχανο, όχι επειδή δεν πέρασε καλά, αλλά επειδή αναγκάζεται να παραδεχτεί πως μεγάλωσε.

Υποσημείωση: Σε μια χώρα με ελάχιστες κινηματογραφικές παραγωγές —και ακόμη λιγότερες εκτός συγκεκριμένων κύκλων— τι μήνυμα δίνεται στους ηθοποιούς που περιμένουν έστω έναν ρόλο της μίας ατάκας, όταν οι δευτερεύοντες ρόλοι γεμίζουν με influencers και «επώνυμους φίλους» για λόγους αναγνωρισιμότητας;

Βασιλακόπουλος Χρήστος